Oι ανατολές του Πιερ Πάολο Παζολίνι

%ce%ba%ce%b1%cf%84%ce%ac%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%bf%cf%82

Με αφορμή την έκθεση φωτογραφίας του Ρομπέρτο Βίλλα «Η ανατολή του Πιερ Πάολο Παζολίνι»*

Ο ιταλικός πληθυντικός τίτλος της έκθεσης «Gli orienti di P.P.P.», «οι ανατολές…», ενδεχομένως αποδίδει ακριβέστερα τις εμπειρίες του ταξιδευτή Παζολίνι, στη Μέση Ανατολή, μεταξύ άλλων, από την Υεμένη, στην οποία γύρισε τη «Μήδεια» και μέρος από τις «Χίλιες και μία νύχτες», την Παλαιστίνη για το «Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο» έως την Περσία και μετά το Νεπάλ και την Ινδία, αλλά και χώρες της Αφρικής, το Μαρόκο, στο οποίο γύρισε τον «Βασιλιά Οιδίποδα», την Ουγκάντα και την Τανζανία, από όπου και οι «Σημειώσεις μιας Αφρικανικής Ορέστειας» (Appunti per un’ Orestiade Africana, 1968-69), κινηματογραφημένο ημερολόγιο ταξιδιού στο οποίο καταγράφεται η προετοιμασία μιας ταινίας βασισμένης στην τραγωδία του Αισχύλου. Θα αποτελούσε μέρος του σχεδίου του «Ποίημα για τον Τρίτο Κόσμο» αλλά τελικά δεν γυρίστηκε ποτέ.

Από τον αρχαϊκό στο μοντέρνο κόσμο

Στις «Σημειώσεις μιας Αφρικανικής Ορέστειας» η φωνή του σκηνοθέτη συνοδεύει τις εικόνες: χωρίς διάθεση εξωτισμού αφηγείται την ιστορία της Ορέστειας, με την πρόθεση να την μεταφέρει στην πραγματικότητα μιας ηπείρου που μεταμορφώνεται γοργά μετά από αιώνες αποικιοκρατίας, περνώντας από τον αρχαϊκό στο μοντέρνο κόσμο. Ο αρχαϊκός πολιτισμός που, κατά τον Παζολίνι, δεν πρέπει να ξεχαστεί, να απαξιωθεί ή να προδοθεί αλλά να συμπεριληφθεί στο νέο πολιτισμό, ενώ κι οι τρομερές θεότητες της αρχαιότητας οι Ερινύες, να μεταμορφωθούν κι εδώ σε Ευμενίδες. Αφρικανοί φοιτητές που σπουδάζουν στη Ρώμη, παρεμβάλλονται στις «Σημειώσεις μιας Αφρικανικής Ορέστειας» σχολιάζοντας και απαντώντας στις ερωτήσεις του σκηνοθέτη. Η σύγκρουση αρχαϊκού και μοντέρνου πολιτισμού, από τις σταθερές του Παζολίνι, είναι παρούσα και στη «Μήδεια» με τη Μαρία Κάλλας που γυρίστηκε κατά κύριο λόγο στην Τουρκία και τη Συρία.
«Η Μήδεια συμπυκνώνει όλα τα προηγούμενα θέματά μου» είχε πει ο ίδιος σε συνέντευξή του. «Η Μήδεια αντιπροσωπεύει το αρχαϊκό και ιερατικό σύμπαν, ενώ ο Ιάσων το ορθολογικό και πραγματιστικό – είναι ο σύγχρονος ήρωας που έχει χάσει κάθε αίσθηση μεταφυσικού, στοχεύει μόνο στην επιτυχία. Η τραγωδία στηρίζεται απόλυτα στη σύγκρουση των δύο πολιτισμών με τρομακτικές συνέπειες». Η σύγκρουση παρουσιάζεται και μέσα από το τοπίο. Τα ογκώδη χωματένια κτίρια, ο αρχαϊκός, πρωτόγονος κόσμος της Μήδειας, αντιπαρατίθενται βίαια στον πολιτισμένο, οργανωμένο κόσμο του Ιάσωνα με τα στιβαρά μαρμάρινα κτίρια και τους σχεδιασμένους με προοπτική δρόμους, που παραπέμπουν σε τοιχογραφίες του Μαζάτσο και του Πιέρο ντέλα Φραντσέσκα, από τους οποίους είχε βαθιά επηρεαστεί ο Παζολίνι. Οι μουσικές, ύμνοι αγάπης από την Περσία και θρησκευτικά μουσικά κομμάτια από την Ιαπωνία, που ο σκηνοθέτης επέλεξε μαζί με την Έλσα Μοράντε, επίσης αντιπροσωπεύουν χωριστά τον κάθε κόσμο και τη σύγκρουση μεταξύ τους. Το ίδιο και στις «Χίλιες και μια νύχτες»: «ενώ η αραβική ή η σενεγαλέζικη λαϊκή μουσική μεταφέρει τις ρεαλιστικές στιγμές της ταινίας, οι μουσικές του Μότσαρτ και του Στραβίνσκι αντιπροσωπεύουν τις δυτικότροπες στιγμές της, δηλαδή τον τρόπο μου να την ονειρεύομαι», είχε πει.

Μια γενναιόδωρη κοινότητα κοριτσιών

Με τις «Χίλιες και μία νύχτες» (1974), μετά το «Δεκαήμερο» (1970), που βασίζεται στο έργο του Βοκκάκιου, και τις «Ιστορίες του Καντέρμπερυ» (1972), από το έργο του βρετανού συγγραφέα Τζόφρι Σώσερ, ο Παζολίνι ολοκληρώνει την «Τριλογία της ζωής». Η ταινία, η πιο σύνθετη και απαιτητική από τις τρεις, γυρίστηκε στην Υεμένη, την Περσία, το Νεπάλ, την Αιθιοπία και την Ινδία. Πολύ ελεύθερα εμπνευσμένη από την ομώνυμη συλλογή ιστοριών, στο σενάριο συνεργάστηκε η ιταλίδα συγγραφέας και φίλη του Ντάτσα Μαραΐνι. Με τις «Χίλιες και μία νύχτες» ο Παζολίνι προβάλλει τη δική του μυθοποιημένη εικόνα του τότε ονομαζόμενου Τρίτου Κόσμου: η σεξουαλική ελευθερία και το απενοχοποιημένο σώμα συμβολίζουν και την καθαρότητα των συναισθημάτων, με φόντο τα μεγαλειώδη πολύχρωμα τοπία.
Ο Παζολίνι είχε γράψει ότι κάθε ιστορία στις «Χίλιες και μία νύχτες» αρχίζει με μια «παρέμβαση» του πεπρωμένου που εμφανίζεται ως εκτροπή για να ακολουθήσουν και άλλες. Εκτροπές που παρουσιάζονται και με χιούμορ, όπως αυτές των νεαρών αγοριών, του Νουρεντίν και του Αζίζ, που αποκοιμιούνται την ακατάλληλη στιγμή. Από τον πρώτο κλέβουν την αγαπημένη του Τζουμουρούντ, ενώ ο δεύτερος χάνει την πρώτη ερωτική νύχτα με το μυστηριώδες κορίτσι για το οποίο εγκατάλειψε την ημέρα του γάμου του τη μέλλουσα γυναίκα του. Στις «Χίλιες και μία νύχτες» μια γενναιόδωρη κοινότητα νεαρών κοριτσιών κινεί τις ιστορίες και αποκλειστικά χάρη σε αυτά οι ιστορίες οδηγούνται σε αίσιο τέλος και, χάρη σε αυτά, τα αγόρια ανακαλύπτουν τη ζωογόνο χαρά της σεξουαλικότητάς τους. Επίσης, η άρνηση της Τζουμουρούντ να πουληθεί ως σκλάβα στον ισχυρότερο πλειοδότη και η δωρεάν, αντίθετα, διάθεση του εαυτού της στον όμορφο και νέο Νουρεντίν, αποτελεί κριτική στην αντρική εξουσία. Όπως κι όταν η ίδια, αργότερα, μεταμφιεσμένη σε άντρα, γίνεται εύκολα βασιλιάς της πόλης του Σαΐρ.

Προσωπική πολιτική ματιά

Στις «Χίλιες και μία νύχτες», οι περισσότεροι ηθοποιοί, όπως σε πολλές ταινίες του Παζολίνι, είναι «παιδιά του δρόμου» και στο ντουμπλάρισμα ο σκηνοθέτης τους δίνει φωνές με τις χαρακτηριστικές διαλέκτους της Νότιας Ιταλίας – μια πολιτική επιλογή. Για τον Παζολίνι το προλεταριάτο, και το λούμπεν προλεταριάτο, στο μεταποικιοκρατικό μέλλον των χωρών του τότε ονομαζόμενου Τρίτου Κόσμου δεν θα διέφερε από αυτό της φτωχής και με μεγάλα ποσοστά εσωτερικής μετανάστευσης Νότιας Ιταλίας. Για τον φίλο και συχνά συνταξιδευτή του, Αλμπέρτο Μοράβια, αυτή η προσέγγιση του ήταν περισσότερο θρησκευτική παρά επιστημονική, αφού η μυθολογία του για το λούμπεν προλεταριάτο δεν διέφερε από την αντίληψη που υπήρχε για τους φτωχούς την εποχή του Χριστού.
Κίνητρο για τα ταξίδια του στις χώρες του τότε ονομαζόμενου Τρίτου Κόσμου και τις ταινίες του ήταν να αντιπαραθέσει στο δυτικό καταναλωτισμό, του οποίου υπήρξε σκληρός πολέμιος, μια κουλτούρα όπου οι ανθρώπινες σχέσεις και τα σώματα ήταν ακόμη αληθινά. Παρόλα αυτά, ο ίδιος, τελικά, παρά τη λεπτομερή προεργασία, δεν θέλησε να συνεχίσει την «Αφρικανική Ορέστεια» γιατί, όπως πίστευε, δεν θα ενδιέφερε παρά μόνο κάποιες ομάδες ελίτ. Εκ των υστέρων, είχε εκφραστεί κριτικά και για τις «Χίλιες και μία νύχτες», αφού κι αυτή η ταινία είχε γίνει καταναλωτικό προϊόν της αντικουλτούρας, η οποία γρήγορα είχε μετατραπεί σε ένα ακόμη αστικό κατεστημένο. Όμως ο Παζολίνι διατηρώντας και στις πιο πολεμικές του στιγμές την ταυτότητα του ποιητή, πρόσφερε, με την ίδια τη λειτουργία της αφήγησης, στα πρόσωπά του το όνειρο ως όραμα που, με την άλογη φύση του, κλόνιζε έστω στιγμιαία την ιστορική πραγματικότητα.

Σοφία Ξυγκάκη

* Φωτογραφίες του Ρομπέρτο Βίλλα από τα γυρίσματα της ταινίας «Χίλιες και μία νύχτες». Eπιμέλεια έκθεσης: Giacomo Paolo Giorelli. Στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος (Ιερά Οδός 48 & Μεγάλου Αλεξάνδρου 134-135), μέχρι τις 27 Σεπτεμβρίου. Ώρες λειτουργίας: Δευτέρα έως Παρασκευή 11πμ με 2μμ και 6 με 9μμ, Σάββατο και Κυριακή 6 με 9μμ. Είσοδος ελεύθερη.