Οι αντίπαλοι έχουν ηττηθεί, αλλά εμείς δεν έχουμε ακόμα νικήσει

 

 

Ούτε μια ψήφος χαμένη στα κόμματα των μνημονίων και της λιτότητας

Φαίνεται ότι και οι ίδιοι έχουν πειστεί πως η μάχη έχει κριθεί. Η εκλογική τακτική με κεντρική ιδέα την κατατρομοκράτηση του κόσμου έχει αποτύχει και η εκλογική ήττα της ΝΔ και των συμμάχων της έχει γίνει αποδεκτή ως μοιραία κατάληξη. Η κυβέρνηση μοιάζει να έχει ήδη αποποιηθεί την ευθύνη της και παρακολουθεί σαν ουδέτερος παρατηρητής το διοικητικό συμβούλιο της ΕΚΤ να παίρνει μεροληπτικές σε βάρος της χώρας αποφάσεις για το θέμα της πιστωτικής χαλάρωσης, χωρίς να τολμά την παραμικρή αντίδραση ή αντίσταση. Μερικοί μασκαράδες εθναμύντορες τρίβουν και τα χέρια τους, γιατί έτσι θα τα βρει μπαστούνια ο ΣΥΡΙΖΑ!

Με έκδηλη απογοήτευση ο διευθυντής της «Καθημερινής» σε πρωτοσέλιδο άρθρο διαπιστώνει: «Ένα μεγάλο ποσοστό ψηφοφόρων προσέρχεται στις κάλπες με κλειστά αυτιά (…) Πρόκειται για μια περίεργη ψυχραιμία, που δεν θέλει να ξέρει τα ρίσκα ή τα δεδομένα της επόμενης μέρας» (τα οποία τόσο πολύ και τόσες φορές μας είχαν τονίσει, εννοείται).

Ο μέχρι χθες κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της ΝΔ κ. Γεωργιάδης αναφέρει σε ένα γεμάτο άγχος άρθρο του στην «Κ» ως τελευταίο και καταϊδρωμένο ενδεχόμενο «να ανοίξουμε την τηλεόραση τη Δευτέρα το πρωί της 26ης και να ακούσουμε ότι έγινε η μεγάλη έκπληξη και η ΝΔ είναι πρώτη έστω με μία ψήφο». Προκειμένου, μάλιστα, να επιτευχθεί αυτός ο ανέλπιστος στόχος ορίζει ως «καθήκον καθενός εξ ημών, ασχέτως αν συμπαθεί τη ΝΔ, ασχέτως αν συμπαθεί τον Σαμαρά, ασχέτως αν είναι δεξιός, να στηρίξει τη ΝΔ»! Τέτοια απελπισία…

Του κόβει, όμως, τα πόδια ο κ. Στ. Κασιμάτης από τις στήλες της ίδιας εφημερίδας, που με το γνωστό κυνισμό του δηλώνει: «Δεν πιστεύω ότι η ΝΔ θα έρθει πρώτη», αλλά θα την ψηφίσει «για να υπάρχει ακόμα Δεξιά στις 26 Ιανουαρίου» (μην τύχει και μας λείψει).

Ο δε κ. Πρετεντέρης στα «Νέα», από τη σκοπιά των μακροπρόθεσμων συμφερόντων του καθεστώτος αυτός, προτείνει ως λύση «να συμφωνήσουν όλα τα δημοκρατικά κόμματα να στηρίξουν το πρώτο κόμμα έως την ολοκλήρωση της διαπραγμάτευσης με τους δανειστές (…) με τα χέρια ελεύθερα», γιατί «έτσι θα μπορέσει να τους αντιμετωπίσει από σχετικά ισχυρή θέση, κάτι που μας συμφέρει όλους»

Η μάχη δεν έχει ακόμα κριθεί

Έτσι έχει η κατάσταση στο αντίπαλο πολιτικά στρατόπεδο: είχαν ήδη παραδεχθεί την εκλογική ήττα μία εβδομάδα πριν την ημέρα των εκλογών. Ξέραμε, όμως, ότι παρότι εκείνοι προεξοφλούν την ήττα τους, εμείς δεν έχουμε εξασφαλίσει τη δική μας νίκη. Για δύο λόγους:

Πρώτον, γιατί οι εκλογές δεν έχουν γίνει ακόμα και οποιοσδήποτε εφησυχασμός έστω τις τελευταίες ώρες μπορεί να αποβεί καταστροφικός. Αν δεν ανοίξουν οι κάλπες, κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος για τίποτα. Πολύ περισσότερο που δεκάδες, ίσως και εκατοντάδες χιλιάδες ψηφοφόροι μπορεί να αλλάξουν γνώμη, αν θεωρήσουν ότι η μάχη έχει κριθεί. Και έτσι να κριθεί, τελικά, με τον αντίθετο τρόπο, εξαιτίας της δικής τους μεταστροφής.

Δεύτερον, και κυριότερο, γιατί όπως εξελίχθηκε αυτή η εκλογική μάχη, είναι μάχη για την αυτοδυναμία, και η αυτοδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει ακόμα κριθεί. Θα εξαρτηθεί σε σημαντικό βαθμό από τις αποφάσεις και των «ψηφοφόρων της τελευταίας στιγμής», εκείνων δηλαδή που αποφασίζουν το πρωί της Κυριακής. Όλοι αυτοί πρέπει να κερδηθούν πολιτικά..

Πρέπει, πρώτα απ’ όλα, να πεισθούν ότι το αίτημα της αυτοδυναμίας δεν είναι μια αλαζονική επιδίωξη με σκοπό την επίδειξη δύναμης. Ότι είναι πολιτικά αναγκαίος όρος για την ευρύτερη δυνατή συμπαράταξη δυνάμεων γύρω από τη νέα κυβέρνηση και για τη συνεργασία στο πλαίσιό της. Δεν είναι αίτημα για παροχή λευκής επιταγής, όπως θα μπορούσε να θεωρηθεί σε άλλες εποχές. Σήμερα, αυτό που κρίνεται είναι η δυνατότητα να εφαρμοστεί ένα σχέδιο που στοχεύει στη διακοπή μιας καταστροφικής πορείας, όχι στην «ομαλή» συνέχισή της ή τη βελτίωση ή την ελαφρά τροποποίησή της.

Η μέγιστη συγκέντρωση πολιτικής ισχύος

Μια τέτοια προσπάθεια απαιτεί πολύ μεγαλύτερη συγκέντρωση πολιτικής δύναμης απ’ ό,τι μια συνηθισμένη διαδοχή δύο πολιτικά διαφορετικών κομμάτων στην κυβέρνηση. Αν προσθέσουμε σ’ αυτά τα δεδομένα και το γεγονός ότι η νέα κυβέρνηση έχει να διεκπεραιώσει και το δύσκολο έργο της διαπραγμάτευσης νέας συμφωνίας με τους δανειστές, τότε η ανάγκη συγκέντρωσης της μέγιστης δυνατής πολιτικής ισχύος γίνεται ακόμα προφανέστερη.

Αν, μάλιστα, λάβουμε υπόψη ότι η συμπεριφορά των πολιτικών δυνάμεων που πολιτεύτηκαν ως εδώ με οδηγό τα μνημόνια και που συνεχίζουν να τα υποστηρίζουν ως σωτήρια, είναι συμπεριφορά που τους τοποθετεί πολιτικά και ιδεολογικά από την πλευρά των πιστωτών, καθώς τους ακούμε ακόμα και στην προεκλογική περίοδο να υπερασπίζονται την ανάγκη σκληρών μέτρων λιτότητας και κατάργησης δικαιωμάτων, η κοινοβουλευτική πλειοψηφία, η ισχυρότερη δυνατή πλειοψηφία γίνεται κατανοητή ως αναγκαστική επιλογή. Και η επιδίωξή της, η διεκδίκησή της με όλα τα επιχειρήματα που έχει στη διάθεσή του ο ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς ίχνος αλαζονείας, είναι μια μάχη που δίνεται ως την τελευταία στιγμή.

Η κερδισμένη από τη Δεξιά ψήφος

Ένα μικρό αλλά σημαντικό τμήμα του εκλογικού σώματος, κυρίως ψηφοφόροι με συντηρητική εκλογική συμπεριφορά, φαίνεται, φαίνεται από τις δημοσκοπήσεις να διστάζουν μένοντας αναποφάσιστοι ως την τελευταία στιγμή. Δεν είναι κυρίως ο φόβος που τους κάνει διστακτικούς. Είναι η ανησυχία του άγνωστου γι’ αυτούς εδάφους της διεκδίκησης ενός άλλου δρόμου.

Μέχρι σήμερα τους είχαν πείσει ότι συμμορφούμενοι με τις υποδείξεις θα ευημερούσαν. Η σκληρή πραγματικότητα της κρίσης και των μνημονίων τούς έκανε να αμφιβάλλουν. Και να μη θεωρούν σίγουρη την παραδοσιακή επιλογή του Κέντρου ή της Δεξιάς. Έκαναν το άλμα να κοιτάξουν, ίσως για πρώτη φορά, αριστερά. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει χρέος να τους πείσει να κάνουν και το επόμενο, αποφασιστικό βήμα: να δοκιμάσουν την οδό της διεκδίκησης, να βγουν από την πεπατημένη των δεδομένων εκ των προτέρων και ετεροπροσδιορισμένων ορίων.

Κι όσοι δώσουμε αυτή τη μάχη των τελευταίων ωρών, θα τη δώσουμε χωρίς τη δικαιολογημένη για έναν αριστερό τύψη μήπως εφαρμόζουμε τη θεωρία της χαμένης ψήφου. Η συντριπτική πλειονότητα των αναποφάσιστων δεν έχουν το δίλημμα «μικρά» ή «μεγάλα» κόμματα. Όταν, ακόμα και τις τελευταίες ημέρες, καταγράφεται δημοσκοπικά η μετακίνηση ενός ποσοστού 10% της εκλογικής δύναμης της ΝΔ (στις ευρωεκλογές) προς τον ΣΥΡΙΖΑ, τότε είναι η «θεωρία» της κερδισμένης από τη Δεξιά ψήφου που εφαρμόζεται και όχι η κακόφημη της «χαμένης».

 

Χ. Γεωργούλας