Οι δεκατρείς και οι χίλιοι δεκατρείς

anasta

Διαβάζω στα «Νέα», την εφημερίδα που οι άπληστοι ιδιοκτήτες της και οι φανατισμένοι πολιτικοί καθοδηγητές της οδήγησαν από την κορυφή της κυκλοφορίας στα χέρια των εκκαθαριστών, ένα ρεπορτάζ για την πρόσφατη συνεδρίαση της κεντρικής επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ, όπου το κείμενο 13 μελών του οργάνου, που κατατέθηκε ως συμβολή στον προβληματισμό, χαρακτηρίζεται σαν «μανιφέστο που ταρακούνησε το κομματικό όργανο».
Μάλλον τα επιτελεία των κέντρων διαμόρφωσης της κοινής γνώμης ταρακούνησε, αν κρίνουμε από την καθυστέρηση με την οποία έβγαλαν το… προφητικό συμπέρασμά τους. Και δικαιολογημένα, γιατί τους ήταν πολύ δύσκολο έως αδύνατο να καταλάβουν πως μέσα σε ένα πολιτικό όργανο είναι δυνατόν να σχηματιστεί μια άποψη διακριτή από την επικρατούσα και, παρόλα αυτά, να μπορεί να αξιοποιηθεί από αυτό το όργανο και από το κόμμα συνολικά ως θετική συμβολή στη σκέψη και τη δράση του συνόλου του κομματικού οργανισμού.
Δεν είναι σε θέση να αντιληφθούν –και όσοι το αντιλαμβάνονται δεν θέλουν ούτε να το σκέφτονται– ότι είναι δυνατόν η δημοκρατική αντιπαράθεση απόψεων, ιδίως σε τόσο κρίσιμα ζητήματα σαν κι αυτά που αντιμετώπιζε το κεντρικό πολιτικό όργανο του ΣΥΡΙΖΑ, να οδηγήσει στην αξιοποίηση των θετικών στοιχείων των διαφορετικών απόψεων, που τίθενται στην κρίση των μελών του.
Ίσως και μέλη και στελέχη ακόμα του ΣΥΡΙΖΑ, επηρεασμένα από μια παρωχημένη εκδοχή για τη λειτουργία ενός κόμματος της αριστεράς, να δυσκολεύονται να εντάξουν οργανικά στον τρόπο σκέψης και δράσης τους μια τέτοια αντίληψη. Η ιστορία των κομμάτων της αριστεράς είναι γεμάτη από επεισόδια κάθετων συγκρούσεων, που οδηγούν σε αλυσιδωτές διασπάσεις. Οι τάσεις που διαμορφώνονται μέσα στα κόμματα –έτσι μας έχουν διδάξει– προορίζονται για να μεγαλώνουν τις αποστάσεις μεταξύ τους και μεταξύ των μελών, όχι να συσπειρώνουν.

Κοινή ευθύνη

Το κείμενο, ωστόσο, με τις υπογραφές των δεκατριών, με κάθε του λέξη, με κάθε του φράση, όσες ενστάσεις κι αν έχει κάποιος, επαληθεύει την αγωνία των συντακτών του για την τύχη και την πορεία όλου του κόμματος. Δίνει τροφή για σκέψη σε όλους και δεν διεκδικεί να είναι σημείο αναφοράς και εσωστρεφούς συσπείρωσης ενός τμήματός του μόνο με την αλαζονική ψευδαίσθηση της πρωτοπορίας. Τονίζει τις πάγιες ενστάσεις όλων μας για την υφεσιακή λειτουργία των μνημονίων και τις καταστροφικές επιπτώσεις των συνταγών που επιβάλλουν κάθε φορά οι δανειστές. Ενστάσεις που χρονολογούνται από τη συμφωνία του καλοκαιριού του 2015 «με το πιστόλι στον κρόταφο», για να θυμηθούμε τη διατύπωση του ίδιου του Αλ. Τσίπρα. Ενστάσεις που δεν δίστασε να επαναλάβει και με την εισηγητική ομιλία του στην κεντρική πολιτική επιτροπή.
Τονίζει, επίσης, την αδήριτη ανάγκη να ενταθεί η προώθηση, στο μέγιστο βαθμό τώρα, του κυβερνητικού προγράμματος, που δεν ταυτίζεται με το μνημόνιο, που το αντιπαλεύει επιχειρώντας, αφενός, να μειώσει τις επιπτώσεις του, αφετέρου να αξιοποιήσει κάθε δυνατότητα που διαμορφώνεται παρά τα ασφυκτικά πλαίσιά του.
Και, βέβαια, υπενθυμίζει ότι, για να καλυφθούν οι ανάγκες, χρειάζεται ένα κόμμα πολιτικά και ιδεολογικά εξοπλισμένο, ώστε να μπορεί και τις υποχρεώσεις του έναντι μιας κυβέρνησης της αριστεράς να εκπληρώνει, αλλά, ταυτόχρονα, να κρίνει το έργο της, να την αποτρέπει από σοβαρά λάθη και να κομίζει στα στελέχη της τα μηνύματα –κυρίως τα αρνητικά– που συγκεντρώνει από την κοινωνία. Μέσα στην οποία οφείλει να βρίσκεται ακόμη και στις πιο δύσκολες συνθήκες.

Πράξη ολοκλήρωσης

Η «Εποχή» δημοσιεύει σήμερα το κείμενο, γιατί το θεωρεί ιδιαίτερα χρήσιμο για κάθε μέλος του ΣΥΡΙΖΑ. Πολύ περισσότερο που από το κείμενο της πολιτικής απόφασης της ΚΠΕ, μάλλον από μια αδικαιολόγητη αγωνία να δηλωθεί η στήριξη του οργάνου στο αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης, λείπουν αισθητά τέτοια στοιχεία. Τα οποία, όμως, είναι εντελώς απαραίτητα για τον εξοπλισμό όλων αυτών που έχουν το υπεράνθρωπο καθήκον να εξηγήσουν πώς μπορεί να αντισταθμιστεί η θετική υποδοχή του κλεισίματος της αξιολόγησης με μια αρνητική κριτική πολλών πλευρών τού περιεχομένου της, πώς μπορούν να συνυπάρξουν η εφαρμογή ενός σκληρού μνημονίου με τις προσπάθειες υλοποίησης ενός προγράμματος, ενός σχεδίου απεμπλοκής από αυτό. Γι’ αυτό, και με τη συμβολή του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ, κρίθηκε χρήσιμο να αναλύεται και το κείμενο των 13 μαζί με την πολιτική απόφαση στις οργανώσεις ως θετική συμβολή.
Δεν είναι λίγοι όσοι τα θεωρούν όλα αυτά πολιτικάντικη ταχυδακτυλουργία ή, στην καλύτερη περίπτωση, ουτοπία. Όμως, τόσο στην κοινωνία όσο και στην πολιτική, ακόμα και στην προσωπική μας πορεία ο καθένας, μέσα από τις αντιφάσεις και τις λιγότερο ή περισσότερο αποτελεσματικές προσπάθειες άρσης τους προχωράμε. Κι αν αυτό ισχύει μια φορά γενικά, ισχύει χίλιες φορές σε μια τόσο ιδιαίτερη κατάσταση, σαν αυτή που ζούμε τα δυόμισι τελευταία χρόνια.

Χ. Γεωργούλας