Οι διακριτικοί και οι αβοήθητοι

Ελεάννα Βλαστού, «Στο Λονδίνο», εκδ. Πόλις 2019, σελ. 214

Τα υψηλά δίδακτρα των αγγλικών πανεπιστημίων που επιβλήθηκαν εδώ και κάμποσα χρόνια, σε συνδυασμό με την ελληνική οικονομική κρίση, φρέναραν αρκετά το ρεύμα φοιτητικής μετανάστευσης από τη χώρα μας προς την Αγγλία και τη Βρετανία γενικότερα, ωστόσο τις δεκαετίες του 1990 και του 2000 η ελληνική φοιτητική παρουσία εκεί είχε αυξηθεί αλματωδώς, έτσι ώστε να είναι πολλοί πλέον οι Έλληνες που γνωρίζουν τη βρετανική πρωτεύουσα από πρώτο χέρι και δεν έχουν ανάγκη ξενάγησης στην καθημερινή της ζωή.
Επίσης δεν είναι λίγοι οι μεταφρασμένοι στα ελληνικά συγγραφείς που έχουν περιγράψει το Λονδίνο με διάφορους λογοτεχνικούς τρόπους, είτε μιλάμε για τη Βιρτζίνια Γουλφ, είτε για τον Γκράχαμ Γκριν, είτε πιο πρόσφατα για τον Χανίφ Κιουρέισι και τον Τζόναθαν Κόου, είτε για τον Κάρολο Ντίκενς, ακόμα και για τον Σερ Άρθουρ Κόναν Ντόυλ, αν μιλάμε για εντελώς άλλες εποχές.
Το Λονδίνο είναι λοιπόν μια γνώριμη πόλη στον Έλληνα αναγνώστη. Ή μήπως όχι; Το βιβλίο της Ελεάννας Βλαστού σε κάνει να πιστέψεις πως έχεις ακόμα πολλά να μάθεις για την αγγλική αλλά και τη βρετανική, γενικότερα, κοινωνία ενώ ταυτόχρονα πηγαίνει πιο πέρα από το συγκεκριμένο ερώτημα, γιατί προσφέρει ένα ούτως ή άλλως απολαυστικό βιβλίο. Το «Στο Λονδίνο» δεν είναι ένα κλασικό βιβλίο ταξιδιωτικών εντυπώσεων, δεν είναι καν του είδους των ταξιδιωτικών βιβλίων του Καζαντζάκη, είναι κάτι που βάζει τη δική του σφραγίδα αυθεντικότητας και οξυδερκούς παρατήρησης, γιατί γράφεται από έναν άνθρωπο που δεν περνάει απλώς λίγο καιρό κάπου αλλά ζει στον συγκεκριμένο τόπο και έχει το ταλέντο να τον αποκρυπτογραφήσει.
Η αποκρυπτογράφηση αυτή δεν γίνεται, να το επαναλάβουμε, με τους τρόπους της ταξιδιωτικής λογοτεχνίας, δεν αποκαλύπτονται ήθη και έθιμα, δεν αποκαλύπτονται γωνιές της πόλης που παραμένουν άγνωστες και υποφωτισμένες. Γίνεται με συχνά πολύ υψηλού επιπέδου ανθρωπολογική καταβύθιση, που δεν εκφέρεται όμως με επιστημονικό αλλά με λογοτεχνικό λόγο. Γι’ αυτό και νομίζουμε, ότι παρά τις κατηγοριοποιήσεις των Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας, ένα βιβλίο σαν αυτό θα άξιζε, όταν έρθει η ώρα των βιβλίων του 2019, να κριθεί -αν κριθεί- ως κλασικό λογοτεχνικό έργο και όχι ως μαρτυρία ή ταξιδιωτική λογοτεχνία. Τα όρια έχουν πια ούτως ή άλλως θολώσει, ο Βυϊγιάρ μιλάει στην Ημερήσια Διάταξη για Ιστορία και πήρε Βραβείο Γκονκούρ Λογοτεχνίας, το ζητούμενο είναι κυρίως η διεισδυτική, λογοτεχνική ματιά που είναι εξ ορισμού διαφορετική από την επιστημονική, όσο διεισδυτική και αν είναι και αυτή.

Η διαφορετικότητα της Βρετανίας

Αυτό που μας αποκαλύπτεται, διαβάζοντας το βιβλίο, είναι η διαφορετικότητα της Βρετανίας σε όλη της την έκταση. Όλοι γνωρίζουμε σε ένα βαθμό την υπεροψία και τη διάθεση της Βρετανίας να ξεχωρίζει και να απομονώνεται από την υπόλοιπη Ευρώπη, να μένει νησί που το χωρίζει θάλασσα από τους άλλους. Εδώ όμως η βρετανική, και ειδικότερα η λονδρέζικη, ταυτότητα μάς προσφέρεται σε κάθε της λεπτομέρεια, με πλήθος παραδειγμάτων και καίριων παρατηρήσεων. Ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται πόσο αυτή η χώρα μπορεί να είναι ταυτόχρονα η πιο ανεκτική και η πιο ταξική, πώς έχει αναγάγει τη συμπεριφορά – (μη) έκφραση συναισθημάτων, εκφορά λόγου, στάση σώματος – και τους σχετικούς κώδικες σε επιστήμη, έτσι ώστε να είναι πολλοί αυτοί που αισθάνονται σημαντικοί αλλά και άλλοι τόσοι αυτοί που αισθάνονται εκτοπισμένοι.
«Οι Άγγλοι δεν αντιδρούν έντονα, πηγαία, ακραία, υπερβολικά, αντιδρούν ήπια, αποστασιοποιημένα, απόμακρα, οργανωμένα και κυρίως όχι συναισθηματικά (…). Τα πενήντα εκατοστά είναι το διάστημα που οι Άγγλοι διαθέτουν στους πολύ δικούς τους ανθρώπους, ενώ οι Αργεντινοί την αντίστοιχη απόσταση τη φυλούν για τους απλούς γνωστούς», λέει η Ελεάννα Βλαστού.

Οι Λονδρέζοι στο μικροσκόπιο

Η 44χρονη συγγραφέας που μεγάλωσε στην Αθήνα, σπούδασε στη Γαλλία και έκανε οικογένεια στην Αγγλία, έχει πίσω της δύο ακόμη βιβλία. Τις Εξαφανίσεις (συλλογή διηγημάτων) και τον Βιογράφο (νουβέλα), και τα δύο από τις εκδόσεις Πόλις. Με ταλέντο στην παρατήρηση και την καίρια αποτύπωσή της, στο υβριδικό τρίτο βιβλίο της ξετινάζει τους Λονδρέζους για τα καλά. Από την προφορά (οι πιο μορφωμένοι τρώνε τα φωνήεντα, οι λιγότεροι μορφωμένοι τα σύμφωνα) μέχρι την ιδέα που έχουν για τον εαυτό τους στην οποία καίριο ρόλο παίζει το χιούμορ. Πιστεύουν ότι πάνω απ’ όλα είναι αστείοι και είναι πολέμιοι της σοβαροφάνειας, πράγμα που σημαίνει ότι όσο μορφωμένοι και να είναι, δεν πρέπει να παίρνουν τον εαυτό τους στα σοβαρά. Επίσης δεν πρέπει να απαντούν απλώς «ευχαριστώ» στα κομπλιμέντα, πρέπει ή να μειώνουν τη σημασία του πράγματος (γιατί «δεν παίρνουν τον εαυτό τους στα σοβαρά») ή να υπερθεματίζουν με ένα κομπλιμάν προς τον άλλο: «Όταν πεις “ωραίο το κούρεμά σου” θα ανταποδώσουν λέγοντας “μακάρι να είχα τα ζυγωματικά σου θα τα έκοβα κοντύτερα”».
Επίσης λατρεύουν τις ουρές. Η ουρά είναι κάτι σαν χαλαρή έξοδος (αλλά και επίδειξη ισότητας), ιδίως αν πρόκειται για παράσταση ή ποδοσφαιρικό αγώνα. Και πρέπει – εκτός αν έχουν πιει – να είναι απόλυτα διακριτικοί. «Στην Αγγλία, ο καλύτερος τρόπος να γνωριστείς σε μια κοινωνική εκδήλωση μεταξύ αγνώστων είναι να μην πεις τίποτα προσωπικό. Προσωπικό είναι και το όνομά σου. Εάν πεις “γεια σας, με λένε Ελεάννα, τι κάνετε;” δεν θα πάρεις για απάντηση το όνομά τους αλλά ένα σφιγμένο, ψυχρό χαμόγελο. Αυτή η συνταγή είναι για την Αμερική. Εκτός αν κάτσεις δίπλα στη βασίλισσα ή στον Μπέκαμ: ακριβώς επειδή ξέρεις το όνομά τους, καλό είναι να συστηθείς». Η διακριτικότητα, συνδυαζόμενη με την ανεκτικότητα, οδηγεί επίσης στη δυνατότητα να μπορεί ο καθένας να εμφανιστεί στο δρόμο όπως θέλει, αφού ούτε τον ρωτάνε, ούτε τον κοιτάνε. Από την άλλη όμως, το να χρησιμοποιήσεις τη λέξη «μαύρος» ή να κάνεις οποιαδήποτε άλλη αναφορά στη φυλή, θεωρείται προκατάληψη. Έτσι «οι λευκοί χρησιμοποιούμε τον όρο non white, τον ρατσιστικότερο που υπάρχει, γιατί αποκλείει ό,τι παρεκκλίνει από την πλειοψηφία».

Τα κτίρια παραμένουν στο ύψος τους

Ως προς την (χωρο)ταξική διαστρωμάτωση και το τι συμβαίνει σήμερα στο Λονδίνο η Ελεάννα Βλαστού δίνει το παράδειγμα του Νότινγκ Χιλ, που σήμερα είναι πανάκριβο, αλλά το ’50 συγκέντρωνε τους μετανάστες από την Καραϊβική. Το πρόγραμμα στέγασης με χτίσιμο κρατικών διαμερισμάτων μετά τον πόλεμο, για να στεγαστούν οι βομβαρδισμένοι Λονδρέζοι, επέβαλε χαμηλά κτίρια. Άλλωστε το όνειρο του κάθε Άγγλου, λέει η συγγραφέας, είναι μια μονοκατοικία για να μην έχεις γείτονες. Σήμερα, τα κτίρια παραμένουν στο ίδιο ύψος, μέχρι τετραώροφα, αλλά οι πλούσιοι Ρώσοι σκάβουν και τρία υπόγεια και τα μετατρέπουν σε επταώροφες μονοκατοικίες!
Τώρα με το Brexit υπήρξε ένα βαν που κυκλοφορούσε, μάζευε παράτυπους μετανάστες και έγραφε «γύρνα σπίτι». Ένας εξηντάχρονος φώναξε έξω από το βαν «Είμαι βρετανός». Είχε έρθει παιδί από την Καραϊβική, με ένα από τα πλοία που έφερναν οι ίδιοι οι Άγγλοι ανάμεσα στο 1948 και το 1971 γιατί χρειάζονταν εργατικό δυναμικό. Ανήκει στη γενιά του Windrush (από το όνομα του πρώτου πλοίου που έφτασε στο Έσεξ το 1948). Το 2010 το κράτος κατέστρεψε τα χαρτιά εισόδου των ανθρώπων αυτών «ως περιττή χαρτούρα». Σήμερα κινδυνεύουν να απελαθούν.

Κρίση ταυτότητας

Πρώην αυτοκρατορία, η Αγγλία σήμερα περνάει κρίση ταυτότητας. Το Brexit σε ένα βαθμό, λέει η συγγραφέας, οφείλεται και σε αυτό το σύνδρομο που, βέβαια, το έχουν κυρίως οι ευνοημένοι, καθώς οι άλλοι απλώς κοιτάνε πώς θα έχουν δουλειά.
Ως προς τις γειτονικές τους χώρες οι Άγγλοι, λέει η Ελεάννα Βλαστού, δεν έχουν πρόβλημα με τους Γερμανούς, που τους αφήνουν γενικά αδιάφορους. «Τι είναι οι Γερμανοί, άλλωστε; Άγγλοι χωρίς χιούμορ», λένε συχνά. Αυτοί που τους κάθονται στο στομάχι είναι οι Γάλλοι, για τον τρόπο τους, τον πολιτισμό τους, τις μεσογειακές τους ακτές.
Όσο για την πολυπολιτισμικότητα υπάρχει, αλλά είναι σαν να συμβιώνουν παράλληλοι κόσμοι. Και υπάρχουν και εκείνοι για τους οποίους δεν ενδιαφέρεται κανείς. «Κατηφορίζω από τον λόφο του Νότινγκ Χιλ προς το Νότινγκ Ντέιλ, δύο όμορες συνοικίες που απέχουν μερικά μέτρα αλλά μοιάζουν πολύ μακρινές (…). Κατευθύνομαι προς τα υπαίθρια γήπεδα του Ουεστγουέι, βρίσκονται κάτω από τον υπέργειο αυτοκινητόδρομο (…). Προσπερνάω ένα παρατημένο ψυγείο και παρακολουθώ τον παιδικό ποδοσφαιρικό αγώνα που διαδραματίζεται σε έναν υγρό, λασπωμένο, πλαστικό τάπητα. Όλα θα έμοιαζαν διαφορετικά εάν είχε ήλιο. Αρχίζει όμως και σκοτεινιάζει, κάνει κρύο. Τα γήπεδα χωρίζονται με συρματόπλεγμα, η βροχή χτυπάει διαγώνια και μέσα από το κενό μεταξύ λάσπης και τσιμέντου βλέπω τα απομεινάρια από τον καμένο πύργο Γκρένφελ. Συμπυκνωμένη η ασχήμια μιας κοινωνίας που τους περιθωριοποιημένους τους αφήνει αβοήθητους».

Μανώλης Πιμπλής