Οι εξόριστοι και οι μάχες του παρόντος

athanasiou_1

Φόλκερ Βάιντερμαν «Οστάνδη 1936 – Στέφαν Τσβάιχ και Γιόζεφ Ροτ – Το καλοκαίρι πριν από το σκότος» (μτφ. Μαρία Αγγελίδου, εκδ. Άγρα, 2016)

 

athanasiou_2

Γιόζεφ Ροτ «Το κάλπικο ζύγι – Η ιστορία ενός επιθεωρητή επί των μέτρων και σταθμών» (μτφ. Ηλιάνα Αγγελή, επιμ. Γ. Καλιφατίδης, εκδ. Άγρα, 2017)

 

Το καλοκαίρι του 1936, καθώς ο ορίζοντας στην Ευρώπη γίνεται κάθε μέρα και πιο σκοτεινός, η Οστάνδη, το παραθαλάσσιο θέρετρο του Βελγίου, μετατρέπεται σε μια κυψέλη γεμάτη πρόσφυγες ή μελλοντικούς πρόσφυγες που αναζητούν ένα καταφύγιο και μια ανάσα μακριά από εκεί όπου «κυβερνά η κόλαση». Καλλιτέχνες, συγγραφείς, δημοσιογράφοι, βρίσκονται όλοι μαζεμένοι εκεί, εκείνο το σκληρό καλοκαίρι του ’36, να συζητούν, να αγωνιούν ή να διασκεδάζουν, «να γράφουν ιστορίες. Ιστορίες για να φράξουν το δρόμο της καταστροφής».
Εκεί συναντιούνται για άλλη μια φορά δύο μεγάλοι συγγραφείς της εποχής, ο Στέφαν Τσβάιχ και ο Γιόζεφ Ροτ, τους οποίους συνδέει μια δύσκολη αλλά σταθερή φιλία. Η συγκεκριμένη συνάντησή τους στην Οστάνδη «είναι στην αρχή λίγο αμήχανη, αδέξια, αβέβαιη και από τις δύο πλευρές. Ο Ροτ έχει κατηγορήσει για πολλά τον παλιό του φίλο, του έχει γράψει λόγια πικρά και λόγια αγάπης, κάποια υπερβολικά, κάποια αληθινά. Στα γράμματά τους κρατούν μια δύσκολη ισορροπία, ανάμεσα στη φιλία, στο φθόνο, στο θαυμασμό, στην εξάρτηση, στην αγάπη και στη ζήλια».

«Πολεμήστε ή σωπάστε»

Ο Ροτ είναι από τους πρώτους διανοούμενους που έχουν διαβλέψει έγκαιρα τον επερχόμενο εφιάλτη (έφυγε από το Βερολίνο τη μέρα που οι ναζί κατέλαβαν την εξουσία), γράφοντας μάλιστα στον Τσβάιχ «ή πολεμήστε ή σωπάστε». Από την άλλη, «ο Τσβάιχ δεν θέλει να πολεμήσει. Θέλει να κρατήσει το στόμα του κλειστό τα πρώτα χρόνια μετά την άνοδο των Εθνικοσοσιαλιστών στη Γερμανία, ακόμα και όταν τα βιβλία του καίγονται στην πλατεία της Όπερας στο Βερολίνο». Πολλοί έχουν αντιδράσει στη στάση του και ο Τσβάιχ «κατηγορείται από πολλούς εκπατρισμένους, μεταξύ των οποίων και ο Ροτ, ότι είναι πρόθυμος να δεχτεί οποιονδήποτε συμβιβασμό, προκειμένου να μη χάσει την αγορά της Γερμανίας για τα βιβλία του».
Ωστόσο, ο Ροτ, «αλκοολικός σε προχωρημένο στάδιο» («δεν μπορώ να ασκητέψω στη λογοτεχνία, χωρίς τις αμαρτίες της σάρκας», είχε γράψει κάποτε στον φίλο του) και σε συγγραφική κρίση, θαυμάζει και εκτιμά βαθιά τον Τσβάιχ και επιζητά απεγνωσμένα τη φιλία του. Ο Τσβάιχ, αν και κάποιες στιγμές αμφίθυμος, ανταποκρίνεται. Μάλιστα, κάποια φορά απευθύνεται στον Ροτ γράφοντάς του πως «θα ήταν για μένα ευλογία να σας έχω εκεί, δίπλα μου, να είστε για μένα η λογοτεχνική μου συνείδηση».
Στη μικρή λουτρόπολη (που την ατμόσφαιρά της αποδίδει εξαιρετικά ο Βάιντερμαν) συγκεντρώνονται πολλοί, όπως ο Έγκον Έρβιν Κις ή ο Άρθουρ Κέστλερ, ενώ κάποια στιγμή εμφανίζεται εκεί και ο Ερνστ Τόλερ (στο βιβλίο του οποίου Ήμουν ένας Γερμανός – Η αυτοβιογραφία ενός επαναστάτη έχει αναφερθεί η στήλη), μαχητικός, πάντα παθιασμένος («πολλοί κουρασμένοι εξόριστοι παίρνουν ξανά κουράγιο ακούγοντας τον Ερνστ Τόλερ»), να διακηρύσσει πως «Όχι, κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει από τις μάχες του παρόντος».
Κάποτε όμως το καλοκαίρι του 1936 τελειώνει. Ο Τσβάιχ αναχωρεί: «ο αποχαιρετισμός από τον Ροτ είναι για τον Τσβάιχ βαρύς και ανακουφιστικός ταυτόχρονα». Έτσι κι αλλιώς, «το 1936 είναι χρόνος αποχαιρετισμών, χρόνος αποφάσεων για τον Στέφαν Τσβάιχ», καθώς οι δεσμοί του με τη Γερμανία σιγά σιγά κόβονται.
Η Οστάνδη αδειάζει, ερημώνει και «πουθενά ακόμα δεν φαίνονται σημάδια πως η φασιστική κυριαρχία στην Ευρώπη θα πάρει κάποια στιγμή τέλος. Όχι αυτό το καλοκαίρι, πάντως. Όχι φέτος. Και για πολλούς όχι όσο θα είναι ακόμα ζωντανοί».
Όπως αναφέρει δύο φορές στο βιβλίο του ο Βάιντερμαν, ένα από τα βιβλία με τα οποία παλεύει ο Ροτ στην Οστάνδη είναι Το κάλπικο ζύγι.

Άνθρωποι και αυτοκρατορίες που καταρρέουν

«Διαβάστε τα τελευταία γραπτά του όπως θα εξετάζατε με μεγεθυντικό φακό ένα πολύτιμο πετράδι – δεν θα βρείτε το παραμικρό ψεγάδι», έγραφε για τον Ροτ ο Στέφαν Τσβάιχ λίγο μετά τον θάνατο του πρώτου. Το απόσπασμα αυτό από το κείμενο του Τσβάιχ Αποχαιρετισμός στον Γιόζεφ Ροτ αναφέρεται στην Εισαγωγή από το Κάλπικο ζύγι – Η ιστορία ενός επιθεωρητή επί των μέτρων και σταθμών.
Στο Κάλπικο ζύγι ο Γιόζεφ Ροτ αφηγείται την ιστορία, την κάθοδο στην κόλαση, τελικά, του Άνζελμ Άιμπενσιτς, κρατικού επιθεωρητή που ελέγχει την ακρίβεια στα ζύγια των μαγαζιών μιας περιφέρειας χαμένης και ξεχασμένης, κάπου στα σύνορα μιας Αυστροουγγαρίας που οδεύει με ταχύ βήμα προς την κατάρρευση. Ο «ανεξήγητα έντιμος» και αδιάλλακτα αυστηρός δημόσιος λειτουργός Άιμπενσιτς, ένας άνθρωπος βυθισμένος στην πιο μεγάλη μοναξιά (για τη γυναίκα του ένιωθε πως «όσο περισσότερο την παρατηρούσε τόσο βάθαινε η μοναξιά του»), τον οποίο «οι έμποροι τον μισούσαν επειδή τον έτρεμαν», αρχίζει να κατρακυλάει στην πιο σκοτεινή άβυσσο όταν γνωρίζει τον αληθινό έρωτα και την απώλειά του.
Το τέλος δεν μπορεί παρά να είναι τραγικό. Αλλά και τόσο αδιάφορο και αμελητέο συνάμα: «όπως λέει ο κόσμος, κανείς δεν έδωσε δεκάρα». Έτσι κι αλλιώς, η ίδια η πορεία της κατάρρευσης μπορεί να είναι μια πορεία αυτογνωσίας, πολύ πιο οδυνηρή από το ίδιο το τέλος: «οι περισσότεροι άνθρωποι πεθαίνουν χωρίς να έχουν μάθει ούτε μια στάλα αλήθειας για τον εαυτό τους. Μερικοί όμως αξιώνονται να καταλάβουν σε αυτή εδώ τη ζωή ποιοι είναι πραγματικά. Συνήθως το καταλαβαίνουν τελείως απροσδόκητα, και τότε παραλύουν από τον φόβο τους».

Η τελευταία συνάντηση

Η τελευταία φορά που θα συναντηθούν οι δύο φίλοι είναι τον χειμώνα του 1938, στο Παρίσι. «Τον Μάιο του 1939 ο Γιόζεφ Ροτ στο Παρίσι πληροφορείται πως ο Ερνστ Τόλερ αυτοκτόνησε στο δωμάτιο του ξενοδοχείου του στη Νέα Υόρκη – και καταρρέει». Εισάγεται στο νοσοκομείο, όπου μετά από λίγες μέρες αφήνει την τελευταία του πνοή, στις 27 Μαΐου. Όταν το μαθαίνει ο Στέφαν Τσβάιχ, θα γράψει, συγκλονισμένος, στον Ρομέν Ρολάν: «Δεν θα γεράσουμε, εμείς οι εξόριστοι».
Ο Τσβάιχ αυτοκτόνησε στις 22 Φεβρουαρίου 1942, στη Βραζιλία.

Κώστας Αθανασίου