Οι κάλπες των ευρωπαϊκών εκλογών επιβεβαιώνουν το διχασμό της κοινωνίας

Της Μαρίνας Πρεντουλή*

Τα αποτελέσματα των ευρωπαϊκών εκλογών διέψευσαν την πρόβλεψη για τεράστια άνοδο της άκρας δεξιάς και πολλοί αισιόδοξοι σχολιαστές ανακοίνωσαν το τέλος της «λαϊκίστικης» περιόδου. Η άκρα δεξιά της Δανίας, της Γερμανίας και της Ισπανίας δεν έδωσε τα νούμερα που όλοι περίμεναν, αν και για τους λιγότερο αισιόδοξους ο κίνδυνος δεν έχει περάσει ακόμα. Όχι μόνο η ανοδική πορεία της λαϊκίστικης δεξιάς δεν έχει παύσει, αλλά η ενσωμάτωση ακροδεξιών στοιχείων στην κεντρική πολιτική σκηνή της Ευρώπης δεν υπόσχεται τίποτα θετικό.
Στο Ηνωμένο Βασίλειο του Μπρέξιτ είχαμε προετοιμαστεί ψυχολογικά για τη σαρωτική νίκη του Κόμματος του Μπρέξιτ. Όσο και να προετοιμαστείς, όμως, το να βλέπεις το κόμμα του Φάρατζ να έρχεται πρώτο με ποσοστό 31,6% στις ευρωπαϊκές εκλογές, είναι δύσκολο. Δύσκολο επίσης είναι να είσαι υπέρ της παραμονής του Ηνωμένου Βασίλειου στην ΕΕ και να συνειδητοποιείς ότι αν η επιθυμία σου για παραμονή πραγματοποιηθεί, ο Φάρατζ και οι υπόλοιποι ευρωβουλευτές του θα παραμείνουν στο ευρωπαϊκό κοινοβούλιο για πέντε χρόνια. Η συνειδητοποίηση ότι ένα μεγάλο τμήμα της βρετανικής κοινωνίας απεχθάνεται τους «ξένους» (ένας από τους βασικούς παράγοντες διαμόρφωσης του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος) και ψηφίζει το ανάλογο κόμμα, θα έκανε κάθε «προοδευτικό» (με την ευρεία έννοια του όρου), να ανατριχιάσει.
Από την άλλη πλευρά, το αποτέλεσμα ήταν αναμενόμενο: το καινούργιο κόμμα του Φάρατζ πήρε τις ψήφους του παλιού του κόμματος (Κόμμα για την Ανεξαρτησία του Ηνωμένου Βασιλείου-UKIP), που στις εκλογές του 2014 έφτασε το 27,49%. Η ανοδική πορεία του κόμματος (+3%) δικαιολογείται αν λάβουμε υπόψη μας την πόλωση της κοινωνίας. Πρόκειται για το μήνυμα των οπαδών του Μπρέξιτ, που έχουν αγανακτήσει από μεριάς τους με το χειρισμό της κατάστασης από την κυβέρνηση της Τερέζα Μέι: η πρόταση αποχώρησης από την ΕΕ δεν ικανοποιεί ούτε αυτούς, ούτε και κανένα άλλο και οι (μέχρι τώρα δύο) παρατάσεις της ημερομηνίας αποχώρησης δεν βοηθούν ιδιαίτερα.

Χωρισμένοι σε δύο στρατόπεδα

Μιλάμε βεβαία για ευρωεκλογές, που όχι μόνο προσελκύουν μικρή μερίδα του εκλογικού σώματος, αλλά και που για πολλούς ψηφοφόρους είναι μια ευκαιρία για να διαμαρτυρηθούν χωρίς, όπως το αντιλαμβάνονται, να περνούν ρίσκο με τη διακυβέρνηση της χώρας. Αν και τα ποσοστά προσέλευσης ήταν ανεβασμένα σε σχέση με τις προηγούμενες ευρωεκλογές (37% με 35,6% το 2014) το αδιαμφισβήτητο μήνυμα είναι ότι η κοινωνία είναι χωρισμένη σε δύο στρατόπεδα, Μπρέξιτ και Παραμονή. Όσοι είναι υπέρ της παραμονής στην ΕΕ, στις ευρωεκλογές ψήφισαν Φιλελευθέρους – Δημοκρατικούς (Liberal-democrats) και Πράσινους. Όσοι είναι υπέρ του Μπρέξιτ, ψήφισαν το Κόμμα του Μπρέξιτ. Το τελευταίο δεν μπήκε καν στον κόπο να παρουσιάσει ένα μανιφέστο με τις θέσεις του, όπως είθισται, γιατί η μόνη πολιτική θέση που έχει είναι αυτή που αναγράφεται στην ετικέτα. Τα τι και πώς, είναι για την κυβέρνηση που θα αναλάβει να βγάλει (ή να μη βγάλει) το Ηνωμένο Βασίλειο από την ΕΕ, και αυτό δεν θα είναι το κόμμα του Φάρατζ.
Αν και πλέουμε σε αχαρτογράφητα νερά, θα είναι πολύ δύσκολο, αν όχι ακατόρθωτο, να μεταφραστούν τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών σε αποτελέσματα των εθνικών εκλογών. Το 2014, το τότε κόμμα του Φάρατζ έβγαλε 24 ευρωβουλευτές, αλλά δεν κατάφερε να βγάλει ούτε ένα βουλευτή στις εθνικές εκλογές του 2017. Βέβαια το εκλογικό σύστημα του Ηνωμένου Βασιλείου καθ’ αυτό δεν ευνοεί κόμματα σαν του Φάρατζ, διότι μόνο αυτός που έρχεται πρώτος σε κάθε μια εκλογική περιφέρεια μπαίνει στη βουλή. Η δύναμη των ακροδεξιών κομμάτων, και ειδικά του Φάρατζ, έγκειται στην επιρροή που ασκούν, ειδικά προς τα δεξιά κόμματα. Στο παρελθόν, ο Φάρατζ διαμόρφωσε το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινήθηκε η συζήτηση για το δημοψήφισμα και την ΕΕ. Σήμερα ο ίδιος και το Κόμμα του Μπρέξιτ διαμορφώνουν την εκλογή της ηγεσίας των Συντηρητικών. Αφότου η πρωθυπουργός Τερέζα Μέι, μετά από πιέσεις, ανακοίνωσε τελικά την ημερομηνία αποχώρησής της (7 Ιουνίου), η μάχη για τη διαδοχή ξεκίνησε.

Οι διάδοχοι της Μέι

Υπάρχουν φόβοι ανάμεσα στους μετριοπαθείς Συντηρητικούς ότι πολλοί από τους υποψήφιους ηγέτες θα υιοθετήσουν σκληρές θέσεις για το Μπρέξιτ σε μια προσπάθεια για να κερδίσουν τα περισσότερα από τα 160.000 μέλη κόμματος. Φαβορί για τα γραφεία στοιχημάτων (στο Ηνωμένο Βασίλειο τα πολιτικά στοιχήματα είναι πολύ διαδεδομένα) είναι φυσικά ο Μπόρις Τζόνσον, ο οποίος δήλωσε με τη «γοητευτική» (για κάποιους) απερισκεψία και αμεσότητα που τον χαρακτηρίζει, ότι αν γίνει ο ίδιος αρχηγός των Συντηρητικών και πρωθυπουργός, το Ηνωμένο Βασίλειο θα αποχωρίσει από την ΕΕ χωρίς συμφωνία. Αυτή η ανακοίνωση ανάγκασε τον Τζον Μπέρκοου, πρόεδρο της Βουλής, να εξηγήσει ότι είναι απλά αδιανόητο να φτάσουμε σε μια έξοδο χωρίς διαπραγμάτευση, που δεν θα έχει τη ρητή άδεια του κοινοβουλίου. Μερικοί σχολιαστές, όμως, αναφέρουν ότι αυτό μπορεί να επιτευχθεί αν ο πρόεδρος της Βουλής παρακάμψει τις υπάρχουσες κοινοβουλευτικές συμβάσεις.
Στο ίδιο πλαίσιο κινείται και ο σκληροπυρηνικός μπρέξιτερ, Ντόμινικ Ράαμπ, πρώην υπουργός υπεύθυνος για το Μπρέξιτ, που παραιτήθηκε το Νοέμβριο του 2018: «Ελπίζω ότι οι υπόλοιποι υποψήφιοι θα δεχτούν την πρόταση μου να διεξάγουμε τηλεοπτικό ντιμπέιτ, ώστε να μπορέσουμε να συζητήσουμε τα σχέδια του καθενός υποψηφίου για το Μπρέξιτ».
Το Μπρέξιτ και μόνο αυτό καθορίζει και θα καθορίζει το πολιτικό σκηνικό του Ηνωμένου Βασιλείου για το άμεσο (και όχι μόνο) μέλλον. Και αυτό καταδεικνύει ότι οι προτροπές προς τους Εργατικούς να επικεντρωθούν στην οικονομία, είναι δυστυχώς άνευ σημασίας. Αυτό έχει προσπαθήσει να κάνει ο Κόρμπιν τα τελευταία τρία χρόνια, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία και γι’ αυτό αναγκάζεται τώρα να πάρει θέση υπέρ μιας ήπιας εξόδου και ίσως ενός δημοψηφίσματος. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών στη δική του εκλογική περιφέρεια, όπου το Εργατικό κόμμα έχασε από τους Φιλελευθέρους – Δημοκρατικούς!

*Επίκουρη καθηγήτρια Πολιτικών Επιστημών και Πολιτικών Επικοινωνιών.