Οι κυβερνητικές θετικές προσδοκίες διαψεύστηκαν και πριν τον κορονοϊό

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ, ΟΙΚΟΝΟΜΟΛΟΓΟ

Τη συνέντευξη πήρε
ο Παύλος Κλαυδιανός

Πριν μιλήσουμε για τις επιπτώσεις στην οικονομία από τον κορονοϊό, ποια η κατάσταση της οικονομίας έως την εμφάνισή του;
Όπως είναι γνωστό η ετήσια μεγέθυνση του ΑΕΠ για το 2019 κατέληξε στο 1,9%, από 2% που αναφερόταν στον Προϋπολογισμό. Αυτό, όμως, που δημιούργησε αρνητικές εντυπώσεις, γενικότερα, ήταν οι τρομακτικές θετικές προσδοκίες που είχαν αναπτυχθεί τόσο από την κυβέρνηση, όσο και από το ΣΕΒ και την πλειοψηφία των ΜΜΕ, ότι με τα ληφθέντα μέτρα του β΄ εξαμήνου, η οικονομία θα απογειωθεί. Προσγειώθηκαν, λοιπόν, κάπως απότομα, και, υπό μία έννοια, αυτό λειτουργεί πλέον απογοητευτικά.

Έλλειψη επενδύσεων

Οι προσδοκίες αυτές ήταν εξαρχής μη ρεαλιστικές;
Βεβαίως, τουλάχιστον εν μέρει. Διότι η ελληνική οικονομία στο πλαίσιο όπου λειτουργεί, με τη συνεχή παραγωγή υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων και την οριακή κατάσταση γενικότερα όπου έχει φθάσει, πάσχει, κυρίως, από την έλλειψη επενδύσεων. Αυτές, κατά κύριο λόγο, έπρεπε να κατευθυνθούν στη διεύρυνση της παραγωγικής βάσης, κάτι που ήταν αδύνατο χωρίς συγκεκριμένο σχέδιο και με απλά μέσα, πχ, ελάφρυνσης φορολογίας των επιχειρήσεων. Νομίζω ότι το μεγάλο λάθος της νεοφιλελεύθερης αντίληψης για την οικονομική πολιτική είναι ότι η οποιαδήποτε μείωση φόρων αυτομάτως μετατρέπεται σε επενδύσεις. Γι’ αυτό και το μεγαλύτερο ποσοστό ελαφρύνσεων απευθύνθηκε στις μεγάλες επιχειρήσεις. Δεν ισχύει όμως αυτό, υπάρχουν πολλές διαμεσολαβήσεις, οι οποίες δεν επιτρέπουν να λειτουργήσει αυτό το σχήμα που έχουν στο μυαλό τους οι νεοφιλελεύθεροι.
Δεν ήταν μόνο αυτό. Συγχρόνως πήραν μέτρα που μειώνουν τη ζήτηση.
Αν αναλύσουμε αυτό το 1,9%, θα έχουμε μια πιο σαφή εικόνα για το πώς επέδρασαν τα μέτρα. Αν και μεθοδολογικά πάσχει, έχει όμως κάποια αξία να χωρίσουμε τα δύο εξάμηνα του 2019. Πρώτον, βλέπουμε ότι η τελική καταναλωτική δαπάνη αυξήθηκε το β΄ εξάμηνο κατά 300 εκατομμύρια. Η κατανάλωση των νοικοκυριών κατά 600 εκατ. Όμως, μειώθηκε σημαντικά η κατανάλωση της Γενικής Κυβέρνησης, κατά 850 εκατ., υπερκερνώντας έτσι την αύξηση της κατανάλωσης των νοικοκυριών. Δεύτερον, ο ακαθάριστος σχηματισμός πάγιου κεφαλαίου αυξήθηκε, παρά τους διθυράμβους, συνολικά, κατά 4,5%. Επί της ουσίας τα δύο εξάμηνα, όμως, ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου ήταν όμοιος: 11,1% το α΄ εξάμηνο και 11,1% το β΄ εξάμηνο. Τρίτον, συνεχίστηκε η υποεκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων κατά 595 εκατ. ευρώ, πράγμα πολύ σημαντικό, παρά τα λεγόμενα από την κυβέρνηση. Επίσης, οι εξαγωγές αυξήθηκαν κατά 4,8%, καταγράφοντας μια κόπωση. Παράλληλα, παρατηρούμε ότι η μείωση των φορολογικών συντελεστών και η αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος που επήλθε το 2019, ακολουθώντας και την περίοδο 2018, δεν κατευθύνθηκε, όπως ανέμενε η κυβέρνηση, στην κατανάλωση, διότι τα νοικοκυριά πιέστηκαν πάρα πολύ να προβούν σε διακανονισμό χρεών, είτε προς τις τράπεζες, είτε προς το δημόσιο. Αισθάνθηκαν, δηλαδή, ότι δεν θα υπάρξουν ρυθμίσεις στο μέλλον. Το συμπέρασμα είναι ότι το 1,9% άνοδος του ΑΕΠ στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στο α΄ εξάμηνο, ενώ το β΄ υστέρησε σε μεγέθυνση.

Καμία βελτίωση της παραγωγικής βάσης

Μπορούμε να πούμε ότι αντί επιτάχυνσης του ρυθμού ανάπτυξης είχαμε επιβράδυνση. Το συμβάν με τον κορονοϊό ήλθε, δηλαδή, σε μια προβληματική, για την οικονομία, στιγμή. Και το προσφυγικό επηρεάζει, πχ, τις επενδύσεις.
Η κυβέρνηση ξεκίνησε, με βάση τις νεοφιλελεύθερες αντιλήψεις της, χωρίς ικανή γνώση της πραγματικότητας. Θεωρούσε ότι θα επιλύσει πολύ εύκολα τα προβλήματα μέσω μιας, ας την ονομάσουμε έτσι, τεχνικής αντιμετώπισής τους. Δεν αντιλαμβανόταν ότι τα υπάρχοντα προβλήματα δεν είναι απλά τεχνικής φύσεως, αλλά προβλήματα που έχουν έντονα πολιτικό και συγκρουσιακό χαρακτήρα. Για παράδειγμα, αυτό που ανέφερες, το μεταναστευτικό – προσφυγικό, αλλά και γενικότερα τα προβλήματα εξωτερικής πολιτικής, όπως οι σχέσεις με την Τουρκία. Επίσης, δεν αντιλήφθηκε ότι η οικονομία, ενώ έχει ανάγκη από παραγωγικές επενδύσεις, δεν έρχονται επειδή, πχ, ο πρωθυπουργός ή άλλοι αρμόδιοι επισκέπτονται διάφορες χώρες και καλούν τους επιχειρηματίες να επενδύσουν. Ο επενδυτής για να επενδύσει, αφενός θέλει να εξασφαλίσει ότι υπάρχει ζήτηση, υποδομή και, συγχρόνως, να μπορέσει να έχει ανταπόδοση. Επομένως, βλέπουμε ότι εκεί όπου γίνονται και οι άμεσες ξένες επενδύσεις και οι ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου, είναι κυρίως τα ακίνητα και ο τουρισμός. Αλλά αυτό δεν είναι αρκετό για να δημιουργήσει ένα ρυθμό σταθερής μεγέθυνσης του ΑΕΠ, που να πατά σε στέρεες βάσεις. Οι επενδύσεις τα δύο εξάμηνα είναι ποσοτικά του ίδιου μεγέθους, με αποτέλεσμα να μην έχουμε καμία βελτίωση της παραγωγικής βάσης της οικονομίας, ούτε διεύρυνση των εξαγώγιμων προϊόντων, αλλά και νέων προϊόντων που ενσωματώνουν καινοτομική τεχνολογία κ.τ.λ.

Ο αρνητικός παράγοντας του κορονοϊού

Οι επιπτώσεις του κορονοϊού είναι νωρίς ακόμη να ποσοτικοποιηθούν. Όμως καθώς η ελληνική οικονομία στηρίζεται πολύ στον τουρισμό, δεν θα είναι μεγαλύτερες;
Θα αναφέρω δύο πράγματα. Πρώτον, την εκτίμηση του Δημοσιονομικού Συμβουλίου. Εκτιμά ότι το 2020 η μείωση του, προβλεπόμενου, ΑΕΠ μπορεί να φθάσει και τις 0,7 μονάδες, εάν δεν ελεγχθεί ο κορονοϊός μέχρι και τον Απρίλιο. Εάν, δηλαδή, η εξάπλωσή του συνεχίσει και μετά το πρώτο εξάμηνο, οι επιπτώσεις θα είναι χειρότερες. Εάν δεχθούμε το 0,7 και η βάση των προβλέψεων του Δημοσιονομικού Συμβουλίου είναι 2,4%, που προέβλεπε για το 2019 -και δεν επιβεβαιώθηκε- καταλαβαίνουμε ότι η βάση εκκίνησης είναι πολύ μικρότερη και μπορεί να έχουμε μια μείωση του ΑΕΠ κάτω από το 2%. Η ALPHA έχει δύο σενάρια. Δείχνει πτώση ρυθμού ανόδου του ΑΕΠ στο 0,4 (πρώτο σενάριο) και 0,9 (στο δεύτερο) μονάδες. Σε ίδιες εκτιμήσεις προέβη και το ΚΕΠΕ. Άρα, συνολικά, η επίπτωση από τον κορονοϊό προβλέπεται ότι θα είναι σημαντικά αρνητική για την ελληνική οικονομία. Επίσης, αν σκεφθούμε ότι ο κορονοϊός πλήττει κυρίως τον τομέα των υπηρεσιών, δηλαδή εμπόριο, μεταφορές, τουρισμό, που μέχρι τώρα αποτελούσαν την αιχμή του δόρατος στη μεγέθυνση της ελληνικής οικονομίας, τα πράγματα είναι δυσκολότερα. Άρα, για την Ελλάδα θα έχουμε περισσότερα θέματα για συζήτηση και προβλήματα προς αντιμετώπιση, αν πραγματικά θιγεί τόσο πολύ ο τουρισμός και οι συναφείς μ’ αυτό δραστηριότητες. Θέτει εν αμφιβόλω, σ’ αυτή την περίπτωση, και την επίτευξη του 3,5% του ΑΕΠ πρωτογενούς πλεονάσματος. Εάν, όπως είπε ο κ. Μητσοτάκης, στη συνάντησή του με την κ. Μέρκελ, δεν θέσουμε το θέμα τώρα, αυτό σημαίνει ότι οι Ευρωπαίοι σ’ αυτή τη φάση, παρά τα όσα λέγονται, δεν είναι έτοιμοι να προβούν σε διεύρυνση του δημοσιονομικού χώρου. Ακόμη και ο κ. Ρέγκλινγκ σε μια δήλωσή του πριν λίγες μέρες σημείωνε ότι δεν είναι ανάγκη να κάνουμε αναθεώρηση, τώρα, της βιωσιμότητας του χρέους.

Έως τώρα αυτό που έχει μπει στο τραπέζι είναι μόνο οι δαπάνες για τον κορονοϊό και το προσφυγικό.
Αυτό είναι ένα αίτημα και από άλλες χώρες, το έχει θέσει και η Ελλάδα. Αλλά, όπως ήδη σημείωσα, δεν βλέπω συζήτηση, τώρα, για τη βιωσιμότητα του χρέους. Εάν, όμως, πρέπει να αναπροσαρμοστούν τα μεγέθη του Προϋπολογισμού για το 2020, τότε το ζήτημα αυτό πρέπει να τεθεί. Διότι όταν αναμενόταν να κλείσει το 2019 με πάνω από 2% το ΑΕΠ, όταν επέρχονται οι συνέπειες του κορονοϊού, δεν είναι σωστό να επιμένουμε ότι η άνοδος του ΑΕΠ το 2020 θα είναι 2,8%. Αλλά αν ισχύει αυτό, τότε αλλάζουν πολλά άλλα ακόμη μεγέθη του Προϋπολογισμού.

Τότε τίθεται πολιτικό ζήτημα, γιατί άλλος προϋπολογισμός μπορεί να σημαίνει και πρόσθετες περικοπές.
Μάλλον σημαίνει πιθανή επανεξέταση των μέτρων που ήδη υπάρχουν στον προϋπολογισμό, αλλά και όσων έχουν εξαγγελθεί ως συμπληρωματικά ανάλογα με την πορεία του ΑΕΠ. Όμως έχω την εντύπωση ότι θα προκύψουν και άλλα ζητήματα. Για παράδειγμα, η κυβέρνηση θα έχει πρόβλημα με την απολιγνιτοποίηση και τους πλειστηριασμούς. Δεν πρέπει να ξεχνάμε, επίσης, ότι ο κορονοϊός δεν δημιουργεί μόνο προβλήματα στην πραγματική οικονομία ή στις χρηματαγορές -το ελληνικό ομόλογο πήγε στο 1,8%- αλλά και στο τραπεζικό σύστημα, το οποίο είναι αρκετά εύθραυστο, για να μην πω κάτι χειρότερο.