Οι μέρες περνούν, το χιόνι μένει

Του Θωμά Τσαλαπάτη

Ξεκίνησα να γράφω ένα άρθρο για το κρύο. Θυμήθηκα πως δεν ήταν η πρώτη φορά. Για αυτό το πληθυντικό κρύο που ο καθένας βιώνει ξεχωριστά. Το κρύο ως εικόνα, ως επίθεση του παρόντος κυρίως ως συναίσθημα που σε αρπάζει. Έβαλα για τίτλο το στίχο του Σαχτούρη που βλέπετε πιο πάνω. Έψαξα τις λογοτεχνικές μου αναφορές. Τον κύκλο ιστοριών του Τζακ Λόντον για την Αλάσκα, ιστορίες του Τσέχωφ, τα φιόρδ του Ίψεν λέξεις, λέξεις, λέξεις. Τα έσβησα. Για κάποιο λόγο οι λέξεις δεν λειτουργούν. Υπάρχει κάτι τόσο άμεσο στο κρύο που κάνει τις λέξεις ψεύτικες και τις μεταφορές αχρείαστες.
Είδα τις ειδήσεις για νέους νεκρούς από μαγκάλια, είδα αστέγους να ψάχνουν να κρυφτούν, είδα εικόνες και πλάνα από την Μόρια, φωτιές να διεκδικούν λίγη πρόσκαιρη ζέστη για το σώμα, πρόσφυγες στα χιόνια σε καλοκαιρινές σκηνές. Σπίτια χωρίς θέρμανση, ανθρώπους να προσπαθούν να ζεσταθούν με κάθε τρόπο. Μια πολιτεία που δεν καταφέρνει να προσφέρει τα αυτονόητα για έναν ακόμα χειμώνα. Το θάνατο να καραδοκεί στο κρύο του κάθε αποκλεισμένου, του κάθε ενός που βρίσκεται σε μειονεκτική θέση. Οι κυβερνήσεις περνούν το χιόνι μένει.
Ξεκίνησα να γράφω ένα άρθρο για το κρύο. Θυμήθηκα πως δεν ήταν η πρώτη φορά. Έψαξα και διάβασα το άρθρο που είχα γράψει παλαιότερα. Γραμμένο τέλη Νοέμβρη του 2014. Και τελικά νομίζω πως το κατάλαβα. Το θέμα του εδώ κειμένου δεν είναι το κρύο. Είναι η επανάληψη του παλιού άρθρου για το κρύο. Η ίδια περιγραφή σε ένα άλλο χρονικό πλαίσιο. Και τοποθετώ πάλι εδώ απαράλλακτο το τελευταίο του μέρος. Γιατί κάποια πράγματα δυστυχώς παραμένουν σταθερά:

Τα παγωμένα σώματα

Τα τελευταία χρόνια με την πρώτη παγωνιά κάτι σε αρπάζει. Εδώ δεν ξεδιψάει πια η συσσωρευμένη ζέστη του καλοκαιριού, το σώμα δεν ζητά, δεν προσδοκά, δεν περιμένει. Σαν να νοιώθεις την επίθεση πρώτα στα μέσα και ύστερα στο δέρμα. Ένας φόβος ασυναίσθητος και αιχμηρός για ό,τι δίπλα σου απλώνει, για ό,τι επαναλαμβάνεται με την τάξη του εφιάλτη: οι άστεγοι, τα μαγκάλια, τα ατυχήματα, οι τιμές του πετρελαίου, οι κρύες αίθουσες, τα παγωμένα σώματα των καλοριφέρ.
Καθώς η ανισότητα βαθαίνει, η διάκριση, η ταξικότητα, η αδικία έχουν την τάση να εμφανίζονται και να γιορτάζουν εξώστρεφα τον εαυτό τους στα πιο απλά: Στην τροφή, στη θερμοκρασία, στην αίσθηση, σε ό,τι διατυπώνει τη ζωή στις πιο πρωταρχικές της μονάδες. Αυτό που κατεβαίνει και απλώνει, λοιπόν, στους μήνες και στις μέρες γύρω είναι ένα κρύο πληθυντικό, το κρύο του καθενός.
Ο καθένας έχει την παγωνιά του, το κρύο, το χιόνι του. Για άλλους είναι το χαζοχαρούμενο βαμβακερό χιόνι των Χριστουγέννων, των βιτρινών και των χιονοδρομικών, για άλλους απλώς μια ενόχληση, κάποια στιγμή μπροστά σε κάποιο τζάκι ή κάτι τέτοιο. Μα είναι για τόσους, για πολλούς μαζί και για τον καθένα ξεχωριστά, το βουβό αυτό χιόνι, το χωρίς περιγραφές, χωρίς παρομοιώσεις, το κρύο αυτό που από την αρχή του άρθρου, προσπαθώ να κατονομάσω μα δεν μπορώ να πω, γιατί είναι το κρύο αυτό που έρχεται για κάποιους ανθρώπους τόσο κυριολεκτικό που δεν κατοικεί στις λέξεις.

tsalapatis.blogspot.com