ΓΕΡΜΑΝΙΑ: Οι «περισσότεροι» πρέπει και να μιλήσουν

smyrnaios-teliko

Η αντιναζιστική συναυλία της περασμένης Δευτέρας στο Κέμνιτς έδωσε μια πρώτη απάντηση στους νοσταλγούς του ναζισμού στη Γερμανία. Αλλά δεν αρκεί μόνο μια βραδιά για να σπάσεις το απόστημα που μεγάλωνε τα τελευταία χρόνια, ενώ το πολιτικό σύστημα επέλεγε την τακτική της στρουθοκαμήλου. Μια τακτική που ούτε τώρα δείχνει διατεθειμένη να εγκαταλείψει η Ανγκέλα Μέρκελ, ειδικά όσο δεν αισθάνεται καμιά μεγάλη πίεση από τα αριστερά της.

Του Δημήτρη Σμυρναίου

Οι προσδοκίες των διοργανωτών ξεπεράστηκαν και δεκάδες χιλιάδες Γερμανοί έδωσαν το «παρών» στην αντιναζιστική, αντιρατσιστική συναυλία, που διοργανώθηκε στο Κέμνιτς, την άλλοτε Καρλ Μαρξ Σταντ, εκεί που η ακροδεξιά είχε προσπαθήσει να επιβάλει το δικό της νόμο στους δρόμους. To σύνθημα ήταν «Είμαστε περισσότεροι» και φαίνεται ότι λειτούργησε. Ωστόσο αυτό που έμεινε μετά τα ρατσιστικά ξεσπάσματα και το ανθρωποκυνηγητό ξένων στους δρόμους της σαξωνικής αυτής πόλης δεν μπορεί να ξεπεραστεί με μια απλή συναυλία.
«Απλοί, αλλά αγανακτισμένοι» πολίτες είχαν βρεθεί στους δρόμους πλάι-πλάι με εκείνους που χαιρετούσαν ναζιστικά. Η ακροδεξιά επιχειρηματολογία του «παίρνουμε το νόμο στα χέρια μας» ακούστηκε και μέσα στη Βουλή από την Εναλλακτική για τη Γερμανία που «αγκάλιασε» πολιτικά το νέο αυτό «κίνημα». Βουλευτές της Χριστιανοδημοκρατίας σιώπησαν για τις ρατσιστικές επιθέσεις, αλλά ενοχλήθηκαν από τη συμμετοχή στην αντιρατσιστική συναυλία συγκροτημάτων, που ήταν πολύ …αριστερά. Πληροφορίες της αστυνομίας διέρρευσαν πριν την ώρα τους σε ακροδεξιά μέσα ενημέρωσης, που καλούσαν τον όχλο να δράσει. Το κράτος και οι αρχές έδειξαν μια απίστευτη ολιγωρία, αλλά και ανεκτικότητα απέναντι στα ακροδεξιά ξεσπάσματα. Όλα αυτά προβλημάτισαν και ανησύχησαν όλους τους δημοκράτες πολίτες.
Το χειρότερο είναι όμως ότι η ακροδεξιά επιχειρηματολογία γίνεται σταθερά μέρος μιας γερμανικής καθημερινότητας, μιας νέας κανονικότητας, που όπως φάνηκε δεν θέλει και πολύ για να μετατραπεί σε ωμή βία. Το γερμανικό πολιτικό σύστημα με πρώτη και καλύτερη την κυρία Μέρκελ σταθερά υποτιμά εδώ και χρόνια το πρόβλημα με την γιγάντωση της ακροδεξιάς στη χώρα. Άλλοτε με τον κατευνασμό, άλλοτε με το στραβισμό πιστεύει ότι μπορεί να αποφύγει την αντιπαράθεση με αυτό το καρκίνωμα, ελπίζοντας ότι αυτό κάποια στιγμή θα εξαφανιστεί από μόνο του. Κάτι τέτοιο δεν πρόκειται όμως να συμβεί. Το κόμμα της ακροδεξιάς είναι πάνω από το 20% σε όλα τα πρώην ανατολικογερμανικά κρατίδια και ξεπερνά το 15% πανεθνικά. Και αυτό το επιτυγχάνει την ώρα που ακολουθεί μια πολιτική νομιμοποίησης των πράξεων ακροδεξιών νεοναζιστικών μορφωμάτων, που αισθάνονται πλέον πολύ πιο άνετα στη χώρα.

Οι προτεραιότητες της Μέρκελ

Δεν αρκούν οι καταδίκες ακραίων πρακτικών γενικώς και αορίστως, ούτε η επίκληση του κράτους δικαίου για να αντιμετωπιστεί ο ναζισμός. Ειδικά τώρα που αυτό το «κράτος δικαίου» έμοιαζε άφαντο. Χρειάζεται πολύ περισσότερο πολιτικό σθένος και στην παρούσα φάση είναι ένα ερώτημα αν μπορεί αυτή η κυβέρνηση υπό την Ανγκέλα Μέρκελ να το βρει. Η γερμανίδα καγκελάριος είναι απασχολημένη με άλλα ζητήματα. Έχει να παζαρέψει θέσεις και αξιώματα ενόψει ευρωεκλογών και των επακόλουθων αλλαγών στην κορυφή της πυραμίδας του γραφειοκρατικού οικοδομήματος των Βρυξελλών. Έχει να διασφαλίσει τα «προνόμια» της γερμανικής βιομηχανίας, που νοιώθει κλονισμένη και απειλούμενη μπροστά στην προοπτική ενός νέου παγκόσμιου εμπορικού πολέμου. Και έχει φυσικά να ηρεμήσει και τους ατίθασους βαυαρούς Χριστιανοκοινωνιστές, οι οποίοι οδεύουν προς μια εκλογική καταστροφή τον ερχόμενο Οκτώβριο, την οποία δεν έχουν σκεφτεί άλλο φάρμακο για να την αποφύγουν παρά μόνο τις κραυγές. Είναι ενδεικτικό ότι ο υπουργός Εσωτερικών Χορστ Ζέεχοφερ φέρεται να χαρακτήρισε τη μετανάστευση ως «μητέρα όλων των προβλημάτων», εκφράζοντας μάλιστα κατανόηση για την ανησυχία των πολιτών από την αύξηση του αριθμού των μεταναστών. Αυτή δεν μοιάζει και πολύ με γραμμή αντιμετώπισης της ακροδεξιάς.
Το πρόβλημα της Μέρκελ ήταν παραδοσιακά ότι ποτέ δεν σκεφτόταν μακροπρόθεσμα. Ο σχεδιασμός της πήγαινε από εκλογές σε εκλογές. Αυτό συμβαίνει και τώρα. Ακόμα και η ξαφνική αναθέρμανση των παγωμένων σχέσεων της με τον στριμωγμένο Ταγίπ Ερντογάν ακριβώς σε αυτή τη λογική κινείται. Ο τούρκος πρόεδρος παραμένει βασικός παίκτης στη σκακιέρα του προσφυγικού, που θα κυριαρχήσει ενόψει ευρωεκλογών. Αλλά η πολιτική που σχεδιάζεται πάνω στο εκλογικό ημερολόγιο δε μπορεί να εντοπίσει και να αντιμετωπίσει αλλαγές, που συμβαίνουν αθόρυβα πολλές φορές και ίσως όχι με ραγδαίους ρυθμούς, αλλά μεταμορφώνουν ριζικά τις κοινωνίες και προκαλούν άλυτα προβλήματα. Το πιθανότερο είναι ότι και τώρα η καγκελάριος θα ελπίσει απλά στην δύναμη της λήθης. Το Κέμνιτς θα «ξεχαστεί», όπως ξεχάστηκαν από κάποιους ρατσιστικά επεισόδια τη δεκαετία του ‘90. Αλλά υπάρχουν σημαντικές ποιοτικές διαφορές σε σύγκριση με τότε και η Γερμανία που θα αφήσει πίσω της θα είναι πολύ διαφορετική εκείνης, όταν ανέλαβε την εξουσία.

Και τι κάνει η Αριστερά;

Από την άλλη μπαίνει φυσικά και το ερώτημα για το τι θα κάνουν από εδώ και πέρα αυτοί που δηλώνουν «οι περισσότεροι». Οι αντιδράσεις της πρώτης στιγμής είναι φυσικά θετικές και αναγκαίες. Αλλά δε μπορεί η προστασία της δημοκρατίας να είναι απλά μια υπόθεση εκ των υστέρων υπεράσπισής της από βάναυσες επιθέσεις. Χρειάζεται η πρόληψη και η διαρκής επαγρύπνηση. Αυτές τις μέρες η Σάρα Βάγκενκνεχτ παρουσίασε την πρωτοβουλία της με τίτλο «Σηκωθείτε», που απευθύνεται στον ευρύτερο προοδευτικό κόσμο, αλλά από πολλούς εκλαμβάνεται απλώς μια προσπάθεια επίδειξης ισχύος της στο πλαίσιο των εσωτερικών διαμαχών στο κόμμα της Αριστεράς. Η πρωτοβουλία αυτή, που όπως λέει η σύντροφος του Οσκαρ Λαφοντέν δεν θέλει να υποκαταστήσει τα κόμματα στηρίζεται από κάποια ελάχιστα στελέχη του SPD και των Πρασίνων, αλλά η στόχευσή της παραμένει μάλλον ασαφής. H κριτική της για το έλλειμμα δημοκρατίας στη Γερμανία μπορεί να είναι βάσιμη και η ελπίδα της για μια άλλη αριστερή πλειοψηφία στο μέλλον θεμιτή, αλλά είναι αμφίβολο αν πράγματι διαθέτει το σχέδιο και τα υλικά για να επιτύχει κάτι τέτοιο. Ειδικά σε μια περίοδο που Σοσιαλδημοκράτες και Πράσινοι δείχνουν να μην έχουν πράγματι στις προτεραιότητές τους την κοινωνική πολιτική και τη ρήξη με τον άκρατο νεοφιλελευθερισμό.