Οι Πρέσπες δεν είναι στη Ρούμελη

Σκέψεις για το αποτέλεσμα των εκλογών

Ο εκλογικός χάρτης της Ελλάδας στις ευρωεκλογές του 2014 και του 2019

Του Δημήτρη Χριστόπουλου

Στις ευρωεκλογές του 2014, η Νέα Δημοκρατία ήταν πρώτο κόμμα στα γεωγραφικά διαμερίσματα Μακεδονίας και Θράκης. Ο ΣΥΡΙΖΑ κέρδισε τότε την πανελλήνια πρωτιά λόγω της μεγάλης εκλογικής νίκης που σημείωσε στην υπόλοιπη Ελλάδα, δηλαδή στην Ήπειρο, τη Στερεά και την Κρήτη. Στις ευρωεκλογές του 2019, η Νέα Δημοκρατία διευρύνει τα εκλογικά της ποσοστά σε όλη τη Βόρεια Ελλάδα αλλά πλέον έρχεται πρώτο κόμμα σε όλη τη Στερεά, σε όλη την Πελοπόννησο, με την εξαίρεση του νομού Αχαΐας, σε όλη την Ήπειρο, με την εξαίρεση του νομού Άρτας, ενώ καταφέρνει να είναι πρώτο κόμμα σε δύο νομούς της Κρήτης.
Αυτά έγιναν: δεν είναι κρίσεις, είναι δεδομένα. Αν κάποιος εξωτερικός παρατηρητής που δεν ξέρει την ελληνική γεωγραφία δει τους εκλογικούς χάρτες του 2014 και του 2019 κι ακούσει πως “ο ΣΥΡΙΖΑ πνίγηκε στα νερά της Πρέσπας”, όπως αναφωνούσε ένας δημοσιολογίζων το βράδυ των εκλογών στην τηλεόραση, τότε θα είναι σίγουρος ότι η Πρέσπα βρίσκεται κάπου μεταξύ Αγρινίου, Αθήνας και Λαμίας. Διότι εκεί ο ΣΥΡΙΖΑ υπέστη τις μεγαλύτερες απώλειες.
Ο μόνος που μπορεί πιθανώς να σκέφτεται ότι ίσως έχασε την έδρα του λόγω Πρεσπών είναι ο περιφερειάρχης Δυτικής Μακεδονίας, κι ως εκεί. Αντιθέτως, στους νομούς Καστοριάς και Φλώρινας ο ΣΥΡΙΖΑ αύξησε τα ποσοστά του περίπου 3%, ενώ στην Πέλλα δεν έπεσε καθόλου κι αυτό πρέπει να αποδοθεί στη Συμφωνία των Πρεσπών και την υποστήριξη που έδωσε σε αυτήν ο ντόπιος σλαβόφωνος πληθυσμός.

Πολιτική αξία σε μακρά διάρκεια

Η Πρέσπα, όπως έχουμε αναφανδόν υποστηρίξει, έχει μια αυτοτελή, μη συμψηφίσιμη πολιτική αξία σε μακρά διάρκεια. Τέτοιου είδους τομές δημιουργούν πολώσεις και κραδασμούς στις κοινωνίες τη στιγμή που πραγματοποιούνται, αλλά μεσομακροπρόθεσμα δεν φαίνονται να επηρεάζουν τα εκλογικά αποτελέσματα. Κι όχι μόνο αυτό: τέτοιας εμβέλειας τομές, όπως η Πρέσπα, ουδείς τολμά να τις ακουμπήσει στο μέλλον, ακόμη κι αν όταν γίνονται φωνασκεί. Έτσι πάνε μπροστά οι κοινωνίες. Όλες οι κοινωνίες, όχι μόνο η δικιά μας. Όταν το 2000, οι γερμανοί σοσιαλδημοκράτες αλλάξανε επιτέλους τον Κώδικα της Γερμανικής Ιθαγένειας, η Χριστιανοδημοκρατία το θεώρησε έγκλημα καθοσιώσεως. Όταν αργότερα οι Χριστιανοδημοκράτες έγιναν κυβέρνηση απλώς απολάμβαναν τις εκπληκτικές επιδόσεις της εθνικής ομάδας ποδοσφαίρου τους με παικταράδες ιρανικής, πολωνικής και τουρκικής καταγωγής. Ο Κώδικας Γερμανικής Ιθαγένειας παρέμεινε μεταρρυθμισμένος, ώστε να μπορούν τα παιδιά αυτά να αποκτούν γερμανική ιθαγένεια. Έτσι θα μείνει και ο Κώδικας Ελληνικής Ιθαγένειας, όπως άλλαξε το 2010 και 2015, όσο κι αν φώναζε η ΝΔ. Αν ο ΣΥΡΙΖΑ είχε λοιπόν τολμήσει να κάνει λίγες περισσότερες “Πρέσπες” στις σχέσεις με την εκκλησία, στην παιδεία και σε μερικά ακόμη επιτελικά θεσμικά επίδικα μάλλον κερδισμένος θα ήταν εκλογικά – ή σίγουρα δεν θα είχε χάσει πάντως – και θα είχε αγαθοεργήσει για τη χώρα μακροπρόθεσμα.

Αλλού είναι τα αίτια

Αν λοιπόν ψάχνουμε τις αιτίες της εκλογικής νίκης της ΝΔ δεν πρέπει να ψάξουμε στην Πρέσπα, αλλά αλλού. Σε συνέντευξη του στην Εποχή τον Ιούλιο του 2018, ο Ηλίας Νικολακόπουλος είχε επισημάνει: «Είναι ένα αντι-ΣΥΡΙΖΑ ρεύμα που υπάρχει έντονο στην κοινωνία, αν αυτό δεν σπάσει ο ΣΥΡΙΖΑ θα βρεθεί σε δύσκολη θέση….θα έπρεπε να είναι το πρώτο του μέλημα να σπάσει το παγιωμένο σε μεγάλο βαθμό αίσθημα του ‘φύγετε’». Αυτό το ρεύμα του “φύγετε” δεν έσπασε. Σωρεύτηκε κι εκφράστηκε εκκωφαντικά στις ευρωεκλογές. Αυτό έγινε. Το ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έχασε με 9,5 μονάδες δεν είναι το χειρότερο. Το χειρότερο είναι ότι υπήρξαν άνθρωποι σε επιτελικές θέσεις που νόμιζαν και έλεγαν μέχρι το μεσημέρι της Κυριακής των εκλογών ότι ο ΣΥΡΙΖΑ νικάει ή χάνει με οριακή διαφορά του τύπου 1-2%. Κι ο κόσμος εξαπατημένος, τους πίστευε. Οι “αυταπάτες” όταν θέλουμε να αλλάξουμε έναν άδικο κόσμο προς το δίκαιο είναι προβληματικές αλλά, αν μη τι άλλο, καλοπροαίρετες και γι’ αυτό ο ΣΥΡΙΖΑ επιδοκιμάστηκε το Σεπτέμβριο του 2015. Οι αυταπάτες, όμως, για να μείνει κάποιος στην εξουσία δεν είναι καλοπροαίρετες και γι’ αυτό δεν υπήρξαν καλοδεχούμενες, ούτε καν ανεκτές.

Δύο είναι τα συμπεράσματα:

1ον. Η ήττα αφ’ εαυτής είναι εντός προγράμματος για ένα κόμμα εξουσίας, πολλώ δε μάλλον όταν αυτό υλοποιεί ένα πρόγραμμα λιτότητας.1 Η εκλογική ήττα του ΣΥΡΙΖΑ αποδίδεται στο ότι κι αυτός, όπως κι οι προηγούμενοι που ηττήθηκαν, υλοποίησε μνημόνιο. Το ότι στα τρία τελευταία χρόνια είχαμε μια κανονικοποίηση αυτού που αρχικώς ονομάσαμε κρίση έκανε το μνημόνιο αυτό λιγότερο επώδυνο από τα προηγούμενα, αλλά τα πράγματα, όπως και να τα νιώθει κανείς, είναι επίμονα. Κανείς στην Ελλάδα – αλλά και διεθνώς όπου είχαμε τέτοια προγράμματα – δεν μπόρεσε να γλιτώσει από τον τροχό του μνημονίου.2 Κι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν γινόταν να αποτελέσει εξαίρεση.
2ον. Το μέγεθος, όμως, της εκλογικής ήττας του ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να αποδοθεί και στη συνδρομή άλλων δύο παραγόντων: πρώτα έρχεται, η εκκωφαντική αδυναμία του κόμματος να αφουγκραστεί τα αυτοδιοικητικά επίδικα που επηρεάζει και την ψήφο στο ευρωκοινοβούλιο και δεύτερη, μα διόλου τελευταία, η αποκρουστική οίηση κάποιων στελεχών σε συνδυασμό με την προνεωτερική προσωπολατρική πεποίθηση που κυριάρχησε ότι “τους έχουμε” επειδή “τους έχει ο αρχηγός”.

Μ’ αυτά πρέπει να αναμετρηθεί κανείς κι ας αφήσουμε τη λίμνη στη γαλήνη της.

 

* Ο Δ. Χριστόπουλος είναι καθηγητής Παντείου Πανεπιστημίου

Σημειώσεις:
1. Αυτό το πρόγραμμα ισοπέδωσε το ΠΑΣΟΚ που υπήρξε μονοπωλιακός – ούτε καν προνομιακός – νομέας της “δημοκρατικής παράταξης” στη μεταπολίτευση. Κι αυτό που έχει ενδιαφέρον να παρατηρήσει κανείς είναι πως ο διάδοχος του ΠΑΣΟΚ όχι απλώς δεν μπόρεσε να τσιμπήσει ένα κομματάκι από τις απώλειες του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά κατάφερε και μείωσε κι αυτό το 8% που είχε πάρει η παράταξη το 2014. Αυτό που έγινε στις εκλογές του 2019 είναι ότι ένα τμήμα των εκλογέων που ήδη από το 2012 είχαν αρχίσει να αυτομολούν από τη Νέα Δημοκρατία προς το ΣΥΡΙΖΑ πλέον επανέρχονται εκεί απ όπου ξεκίνησαν, χωρίς στάση στον ενδιάμεσο χώρο. Διότι απλώς αυτός ο χώρος είναι μια αδρανειακή επιβίωση χωρίς στρατηγικό λόγο ύπαρξης.
2. Ειδικώς δε που η τελευταία του φάση είχε πολύ επώδυνα αποτελέσματα για μείζονα τμήματα της ελληνικής μικροαστικής τάξης που υπέστη ιδιαιτέρως τραυματικά τα αποτελέσματα μιας βίαιας διαδικασίας συσσώρευσης κεφαλαίου που για διάφορους λόγους στην Ελλάδα αργοπορούσε.