Οι συμμαχίες θέλουν και τρόπο και κόπο

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Σκίτσο του Χρήστου Πικριδά

Η πολιτική συμμαχιών είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για να την αντιμετωπίζει κανείς σαν απλό παρακολούθημα της εκλογικής τακτικής. Μια πολιτική συμμαχιών άξια του ονόματός της βλέπει πολύ πιο μακριά από την ημερομηνία των επόμενων εκλογών. Και αποβλέπει όχι μόνο σε ένα ευνοϊκό εκλογικό αποτέλεσμα, αλλά πολύ περισσότερο σε μονιμότερες αλλαγές στους πολιτικούς συσχετισμούς, στις σχέσεις μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων –φίλιων ή αντίπαλων– και στις διαθέσεις του εκλογικού σώματος.
Όταν η σημερινή κυβέρνηση έφερνε στη Βουλή και υπερψήφιζε ως εκλογικό σύστημα την απλή αναλογική, είτε το συνειδητοποιούσε είτε όχι, διαμόρφωνε τις συνθήκες για την αντιμετώπιση της πολιτικής τών συμμαχιών με όλη τη σοβαρότητα που τής αξίζει. Γιατί, αργά ή γρήγορα, η εφαρμογή τής απλής αναλογικής μπορεί να αφαιρέσει πολλά από τα εμπόδια που αποτρέπουν τη σύμπτωση ή τη σύμπλευση των πολιτικών κομμάτων, όταν και στην ίδια την κοινωνία διαπιστώνονται κοινές ανάγκες και κοινές ή παράλληλες επιδιώξεις.

Με τη συμμαχία στο αίμα

Ένα κόμμα, όπως ο ΣΥΡΙΖΑ, που υποστηρίζει με συνέπεια την απλή αναλογική, οφείλει να προσαρμόζει την πολιτική συμμαχιών σ΄ αυτή τη θέση του. Να βλέπει, δηλαδή, το ρόλο του ως καταλύτη για τη συγκρότηση εκείνου του συνασπισμού πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων, που απομονώνει τις δυνάμεις της συντήρησης και της αντίδρασης και ανοίγει τις δυνατότητες άσκησης μια πολιτικής υπέρ των ασθενέστερων, των δυνάμεων της εργασίας και της δημοκρατίας.
Αυτό σημαίνει ότι οφείλει να ασκεί την επιρροή τής δύναμης που του έχει δώσει ο ίδιος ο λαός όχι μόνο για να διευρύνει τη δική του εκλογική βάση, αλλά και να για να επιδρά στη διαμόρφωση της πολιτικής και των δυνάμει σύμμαχων κομμάτων.
Η διαφορά της ανανεωτικής και ριζοσπαστικής αριστεράς από το πάλαι ποτέ κραταιό ΠΑΣΟΚ, είναι ακριβώς αυτή: δεν αδιαφορεί για το τι συμβαίνει έξω από τα πολιτικά και ιδεολογικά της όρια· δεν ενδιαφέρεται αποκλειστικά για τη διεύρυνση της δικής της εκλογικής βάσης σε βάρος όμορων χώρων· την απασχολεί εξίσου η επίδραση και η μεταστροφή που μπορεί να προκαλέσει στην πολιτική των άλλων σχηματισμών. Δεν είναι ο ηγεμονισμός που την καθοδηγεί, αλλά η θεμιτή φιλοδοξία να παίξει ηγετικό ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις.

Η αρνητική κληρονομιά του ΠΑΣΟΚ

Οι διεκδικητές της κομματικής κληρονομιάς του ΠΑΣΟΚ μπορεί σήμερα να μιλούν για προσπάθεια λεηλασίας από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά φαίνεται ότι ούτε που αντιλαμβάνονται τι ακριβώς έπραττε το κόμμα τους τις ημέρες της δόξας του, όταν το τελευταίο πράγμα που ενδιέφερε τις ηγεσίες του, ήταν τι θα γίνει με τα κόμματα της αριστεράς, τους φυσικούς τους συμμάχους. Ο ηγεμονισμός τις τύφλωνε και τις έκανε να πιστεύουν ότι το ΠΑΣΟΚ υλοποιούσε στο εσωτερικό του το συνασπισμό πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων. Το αποτέλεσμα το έχουν σήμερα ολοζώντανο μπροστά τους, παρότι αδυνατούν ή δεν θέλουν να το αντιληφθούν. «Μπορεί κανίβαλος ποτέ να εκπροσωπήσει τάχα όλους τους φίλους τους παλιούς που έχει στη στομάχα;» αναρωτιόταν ο στίχος του Σαββόπουλου. Τώρα ξέρουμε ότι δεν μπορεί. Και δεν το πληρώνει μόνο ο κανίβαλος, αλλά και ο λαός, που βλέπει το πολιτικό σύστημα, να αντιδρά αναδιπλούμενο στο συντηρητισμό και την οπισθοδρόμηση. Και να χρειάζεται να περάσει από μια μεγάλη κρίση, μέχρι να βρουν τη γνήσια πολιτική έκφρασή τους οι νέες πιεστικές ανάγκες της κοινωνίας.
Οι αρνητικές εμπειρίες και όσα αυτές μπορούν να διδάξουν, δεν είναι προφανώς χρήσιμες μόνο για το ΚΙΝΑΛ-ΠΑΣΟΚ, το οποίο, αντί να αναρωτηθεί για την πολιτική του που το έφερε ως εδώ, τα βάζει με αυτούς που το εγκαταλείπουν. Είναι χρήσιμες και για τον ΣΥΡΙΖΑ, που ο λαός τού έδωσε τη δύναμη να βάζει αυτός τον τόνο στις εξελίξεις. Φαίνεται πως θεωρείται εύκολο, ενόψει και των εκλογών, να προχωρήσει σε θεαματικές υποδοχές στελεχών τού ΚΙΝΑΛ. Ήδη οι δύο πρόσφατες υπουργοποιήσεις θα πρέπει να έγινε κατανοητό στην Κουμουνδούρου ότι δεν έχουν εγγραφεί, στη συνείδηση του κόσμου, στο ενεργητικό. Με τη βοήθεια και της προπαγάνδας –που πρέπει να συνυπολογίζεται– η συμβολή τους τουλάχιστον αμφισβητείται.

Υπάρχει κι άλλος δρόμος

Αντίθετα, οι κινήσεις που συνοδεύονται από δημόσιες πρωτοβουλίες διαλόγου, οι συσπειρώσεις που ήδη διαμορφώνονται σε σαφή πολιτική βάση και με προσοχή, ώστε να μην εκτεθούν σε συκοφαντίες, έχουν απείρως μεγαλύτερη απήχηση. Και το κυριότερο, γίνονται αντιληπτές ως πολιτικά δικαιολογημένες και ασκούν αποδεκτή από τον κόσμο του κέντρου και της αριστεράς πίεση στην ηγεσία του ΚΙΝΑΛ-ΠΑΣΟΚ ή να αναθεωρήσει τη στάση της ή να απομονωθεί από τον κόσμο που την αφήνει πίσω –ή καλύτερα, δίπλα στη ΝΔ.
Μια πολιτική συμμαχιών, βέβαια, δεν μπορεί να είναι μονόπλευρα προσανατολισμένη, γιατί θα αποδειχθεί αναποτελεσματική. Η ισορροπία δεν είναι απαραίτητη για να έχουμε ήσυχη την αριστερή μας συνείδηση. Χρειάζεται γιατί όλες οι δημοσκοπήσεις δείχνουν με σαφήνεια ότι ένα 15% με 20% επιμένει στην «αδιευκρίνιστη ψήφο». Κι αυτό σημαίνει ότι μεγάλο μέρος από αυτό το ποσοστό τηρεί στάση αναμονής απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ. Μετράει ως την τελευταία στιγμή τα συν και τα πλην. Παρακολουθεί τις πράξεις του και περιμένει εκείνο το κάτι που θα παίξει τον αποφασιστικό ρόλο στη στάση του. Πώς θα προσεγγιστεί αυτός ο κόσμος;
Είναι ευτυχής συγκυρία που το εναρκτήριο λάκτισμα γι΄ αυτή την πρόσφατη κινητικότητα δόθηκε με αφορμή τη συμφωνία των Πρεσπών. Είναι αντικειμενικά ένα γεγονός που διευκολύνει προσεγγίσεις από διάφορες κατευθύνσεις. Ίσως γιατί τονίζει μερικά από τα πιο ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά τού ΣΥΡΙΖΑ, ακόμα και σ΄ αυτούς που τρέφουν πολλές επιφυλάξεις για την πορεία του.
Μια τέτοια σύνθετη και απαιτητική πολιτική συμμαχιών, για να υπηρετηθεί με συνέπεια και να έχει θετικά αποτελέσματα, χρειάζεται σχεδιασμό και διάθεση ανθρώπινου δυναμικού. Δεν είναι ζήτημα μόνο κάποιων επιτελείων, πολύ λιγότερο ενός στενού κύκλου μυημένων. Όσο περισσότεροι μετέχουν στις επιλογές και τις αποφάσεις, τόσο περιορίζονται οι κίνδυνοι αστοχιών και λαθών. Κι από λάθη, ιδίως στην επιλογή προσώπων, έχουμε αρκετή και διδακτική σοδειά.

Χ. Γεωργούλας