Οι θεμελιώδεις αξίες του Διαφωτισμού σήμερα

Κωνσταντίνος Τσουκαλάς «Ο αόρατος Λεβιάθαν. Δημοκρατία, δικαιοσύνη και ηθική στα χρόνια της κρίσης», εκδόσεις Πόλις, 2020, σ. 480

Δύο είναι τα αξιακά θεμέλια των φιλελεύθερων δημοκρατιών της νεοτερικότητας: η ελευθερία του ατόμου και η συλλογική αυτονομία της πολιτικής κοινότητας. Παρότι, όμως, οι ιδέες αυτές διαπνέουν από κοινού τη λειτουργία των θεσμών και τις θεμελιώδεις αρχές κάθε σύγχρονου συνταγματικού κράτους, η μεταξύ τους σχέση δεν έχει πάψει να διακρίνεται από μια δομική, και άρα διαχρονική, ένταση.
Στο φιλοσοφικό και πολιτειολογικό αυτό ζήτημα στέκεται κατά προτεραιότητα το βιβλίο του Kωνσταντίνου Τσουκαλά, το οποίο πραγματεύεται τους διαφορετικούς τρόπους συνάρθρωσης του φιλελευθερισμού με τη δημοκρατία σε τρεις διαφορετικές περιόδους της σύγχρονης ιστορίας. Όπως προσφυώς επισημαίνει ο συγγραφέας, η αστικοφιλελεύθερη δημοκρατία του 19ου αιώνα, η συναινετική κοινωνική δημοκρατία των «τριάντα ένδοξων χρόνων» (1945-1975) και η μετα-αντιπροσωπευτική δημοκρατία των ημερών μας μοιάζουν να συγκροτούν τρία διαφορετικά πολιτεύματα. Με αφετηρία, λοιπόν, την παραδοχή ότι το περιεχόμενο κάθε αφηρημένης ιδέας είναι ρευστό και ιστορικά επικαθορισμένο, ο Αόρατος Λεβιάθαν επιχειρεί να ανιχνεύσει τους μετασχηματισμούς που έχει επιφέρει η απόλυτη κυριαρχία της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης στις έννοιες της δημοκρατίας, της δικαιοσύνης και της ηθικής.
Βασικό χαρακτηριστικό κάθε δημοκρατικής πολιτείας αποτελεί η δυνατότητα του λαού να αυτοκυβερνάται μέσω της λειτουργίας των αντιπροσωπευτικών θεσμών. Ειδικότερα, το καθολικό δικαίωμα ψήφου, ο αιρετός χαρακτήρας των οργάνων του κράτους και η λήψη των πολιτικών αποφάσεων από τις εκλεγμένες κυβερνήσεις συνιστούν, ιδίως από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και εφεξής, αδιαπραγμάτευτα συστατικά στοιχεία του δυτικού πολιτικού πολιτισμού. Εντούτοις, σε μια εποχή που η πρωταρχία των αγορών μπορεί πλέον να καθιστά πολλά κρίσιμα ζητήματα μη διαπραγματεύσιμα σε πολιτικό επίπεδο, η κρατική εξουσία αναγκάζεται εκ των πραγμάτων να περιοριστεί σε ρόλο διαχειριστή της «υπάρχουσας» καπιταλιστικής πραγματικότητας. Κατά την εύστοχη διατύπωση του Τσουκαλά, «οι ανεξάρτητες Πολιτείες…ισορροπούν ανάμεσα στην αποδυναμωμένη αυτονομία τους και στην εκβιαστικά επιβαλλόμενη ετερονομία τους». Πώς αλλιώς, εξάλλου, θα μπορούσε να περιγράψει κάποιος το διαρκή εξαναγκασμό των εθνικών κυβερνήσεων να ακολουθούν το μονόδρομο των φοροαπαλλαγών του κεφαλαίου και της αποδιάρθρωσης των εργασιακών σχέσεων, προκειμένου να αυξάνουν το ΑΕΠ τους μέσω της προσέλκυσης ιδιωτικών επενδύσεων;

Η συνάρθρωση ελευθερίας και ευημερίας

Πέρα, όμως, από το διαδικαστικό σκέλος, που αφορά την αλλαγή του τρόπου λήψης των πολιτικών αποφάσεων, ο Τσουκαλάς δεν παραλείπει να εστιάσει και στην ουσιαστική λειτουργία της δημοκρατίας. Στο επίκεντρο της ανάλυσής του θέτει τη συνάρθρωση της ελευθερίας με την ευημερία, η οποία επιτεύχθηκε μέσω του περιορισμού του δικαιώματος της ιδιοκτησίας και της ανακατανομής του πλούτου. Πιο συγκεκριμένα, κατά τη διάρκεια των «τριάντα ένδοξων χρόνων», οι περισσότερες χώρες της Ευρώπης επέλεξαν να συνδυάσουν την ιδιωτική λογική του κέρδους με τη δημόσια λογική της κοινωνικής δικαιοσύνης. Αυτού του είδους η πολιτικοποίηση της οικονομίας, δηλαδή η εφαρμογή της κεϊνσιανής θεωρίας, δεν οδήγησε μόνο στην άμβλυνση των ανισοτήτων, αλλά, επιπλέον, ενίσχυσε τη συμμετοχή των πολιτών στη δημόσια σφαίρα. Η πετρελαϊκή κρίση, όμως, και η μετάβαση στη μετα-βιομηχανική εποχή έμελλε σύντομα να θέσουν σε κίνηση την αντίστροφη πορεία, η οποία χαρακτηρίσθηκε από την τεχνοποίηση και την αποϊδεολογικοποίηση των κοινωνικών ζητημάτων. Συνέπεια της ιδεολογικής νίκης του συντηρητισμού υπήρξε, πέρα από τη σταδιακή αποδιάρθρωση του κράτους πρόνοιας, και η απομάκρυνση του κόσμου της εργασίας από τα κόμματα και τα συνδικάτα. Κοντολογίς, η δεκαετία του ’80 έβρισκε την κοινωνική δημοκρατία σε διαδικασία άτακτης υποχώρησης.
Στο σημείο αυτό ο Τσουκαλάς συνδέει τους οικονομικούς και κοινωνικούς μετασχηματισμούς, οι οποίοι έλαβαν χώρα μετά την επικράτηση του νεοφιλελεύθερου υποδείγματος, με μια σειρά κομβικών μετατοπίσεων στο πεδίο των ιδεών και των αξιών. Σύμφωνα με την ανάλυσή του, η δυνατότητα του κεφαλαίου να κυκλοφορεί χωρίς περιορισμούς ήταν επόμενο να επιφέρει ένα ισχυρό πλήγμα στην έννοια της δικαιοσύνης. Ειδικότερα, από τη στιγμή που το αεικίνητο κεφάλαιο ήταν πλέον εξαιρετικά δύσκολο να εντοπισθεί και να φορολογηθεί, οι ταμειακές ανάγκες των κρατών έπρεπε αναγκαστικά να καλυφθούν από τους μισθωτούς και τους μικρομεσαίους, δηλαδή αυτούς που παρέμεναν καθηλωμένοι εντός της εθνικής επικράτειας. Το μέγεθος της κοινωνικής αδικίας είναι κάτι παραπάνω από προφανές. Από τη μια πλευρά, οι πολλοί, οι «εθνοπολίτες», επωμίζονται ολόκληρο το βάρος της αναπαραγωγής του δημόσιου χώρου εντός του οποίου διαβιώνουν, ενώ από την άλλη, οι ολίγοι, οι «κοσμοπολίτες», απαλλάσσονται από οποιοδήποτε κόστος συμμετοχής σε οποιαδήποτε κοινωνία. Αυτοί οι τελευταίοι, που δεν διστάζουν να επιδείξουν μια προκλητικά αντικοινωνική συμπεριφορά, χαρακτηρίζονται πολύ εύστοχα «φοροδιαφεύγοντες τζαμπατζήδες».
Εδώ τίθεται το εξής κρίσιμο ερώτημα. Ποιο είναι το πολιτικό ή το κοινωνικό υποκείμενο, το οποίο θα κατορθώσει να αντισταθεί τόσο στην αποδιάρθρωση του κοινωνικού κράτους όσο και στον ευτελισμό των αξιών που κάποτε συνείχαν τις ευημερούσες δημοκρατικές κοινωνίες; Η απάντηση του Τσουκαλά θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ρεαλιστικά απαισιόδοξη. Προσηλωμένος στην πάγια μεθοδολογική του προσέγγιση, εκκινεί από την αποτύπωση των υλικών συνθηκών της ύπαρξης των εργαζομένων, για να καταλήξει στους όρους διαμόρφωσης των ιδεών τους. Πιο συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι, ενώ στις βιομηχανικές κοινωνίες οι ταξικοί ρόλοι ήταν ευδιάκριτοι και, συνεπώς, υπήρχε συλλογική συνείδηση, στις μέρες μας, που η εργασία είναι ευέλικτη, προσωρινή και συχνά ασκείται εξ αποστάσεως, οι εργαζόμενοι είναι μοιραίο να αντιμετωπίζουν το μέλλον τους με όρους αυστηρά ατομοκεντρικούς. Με άλλα λόγια, από τη στιγμή που δεν κατορθώνουν να δημιουργήσουν σταθερούς δεσμούς όχι μόνο με άλλους εργαζομένους ή εργοδότες, αλλά ούτε καν με το αντικείμενο της εργασίας τους, οι σύγχρονοι προλετάριοι, ή πρεκάριοι, εμφανίζονται ως γενικής χρήσεως απασχολήσιμοι δίχως ιδιότητες και ταξική συνείδηση.

Υπεράνω κοινωνίας και πολιτικής

Το βιβλίο του Τσουκαλά διακρίνεται για το γοητευτικό του λόγο, τις διεισδυτικές αναλύσεις και τις πρωτότυπες συνθέσεις. Χωρίς αμφιβολία επιτυγχάνει το βασικό μεθοδολογικό του στόχο, εφόσον αναδεικνύει με ενάργεια με ποιους τρόπους νοηματοδοτούνται σε κάθε ιστορική συγκυρία οι θεμελιώδεις αξίες του Διαφωτισμού. Σύμφωνα με το κεντρικό του επιχείρημα, στο πλαίσιο της σύγχρονης μεταδημοκρατίας η ατομική ελευθερία των κεφαλαιούχων λειτουργεί κατά τρόπο ιδιοτελή, αδηφάγο και, σε τελευταία ανάλυση, απολύτως εξουσιαστικό. Ο Λεβιάθαν είναι πολυπλόκαμος και παντογνώστης, αλλά ταυτόχρονα αθέατος, αφού κινείται με ευελιξία και, συνεπώς, κατορθώνει να βρίσκεται συγχρόνως παντού και πουθενά. Αυτή του η δυνατότητα τον αίρει αυτομάτως υπεράνω τόσο της κοινωνίας όσο και της πολιτικής. Τηρώντας μια απόσταση ασφαλείας έχει τη δυνατότητα να τις χειραγωγεί, αλλά και να ξεφεύγει από τον έλεγχό τους. Το σκηνικό μοιάζει σκοτεινό, αποπνικτικό και, κυρίως, αμετακίνητο. Εντούτοις, στον επίλογο του βιβλίου ο συγγραφέας φροντίζει να υπενθυμίσει στους αναγνώστες ότι η πανούργα Ιστορία δεν έχει τελειώσει. «Και όμως κινείται», μας λέει. «Σε εμάς τους ίδιους εναπόκειται…αν θα πιστέψουμε πως μπορούμε να τα αλλάξουμε όλα και μεμιάς, ή αν θα περιμένουμε κάποιο Άγιο Πνεύμα να παρέμβει ανθ’ ημών».

Αλέξανδρος Κεσσόπουλος,
επίκουρος καθηγητής
στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστήμιου Κρήτης