Ομιλία Υπουργού Εργασίας, Έφης Αχτσιόγλου

Η μάχη για τα εργασιακά αφορά το μέλλον της Ευρώπης

axtsioglou-2

Το μέλλον της Ευρώπης είναι άρρηκτα δεμένο με τις εργασιακές σχέσεις, επομένως και το ζήτημα των εργασιακών σχέσεων στη σημερινή Ελλάδα. Διότι το ζήτημα της εργασίας είναι σήμερα κεντρικό και οι απαντήσεις που θα δώσουμε για τη σημασία της, καθορίζουν το σύνολο των κοινωνικών εξελίξεων στη σημερινή Ευρώπη. Αυτό υποστήριξε με την ομιλία της η υπουργός Εργασίας, Έφη Αχτσιόγλου, στις 16 Μαρτίου 2017, στην Φρανκφούρτη, σε ημερίδα του μεγαλύτερου γερμανικού συνδικάτου IG Metall, με τίτλο: «Αποκατάσταση αντί της απορρύθμισης των εργασιακών σχέσεων στην Ελλάδα». Η «Εποχή» δημοσιεύει το πλήρες κείμενο.

Θα ήθελα να σας ευχαριστήσω για την ευκαιρία που μου δίνετε μέσα από τη συμμετοχή σε μια τόσο σημαντική συζήτηση να σας μεταφέρω τις τελευταίες εξελίξεις για το ζήτημα των εργασιακών σχέσεων στην Ελλάδα. Θα ήθελα επίσης να σας ευχαριστήσω για τη στήριξη και την αλληλεγγύη σας στον αγώνα των εργαζομένων της χώρας μου.
Μπορεί ο τίτλος της συζήτησής μας σήμερα να σχετίζεται με τις εργασιακές σχέσεις, η πραγματική συζήτηση όμως πηγαίνει σε πολύ μεγαλύτερο βάθος από αυτό. Στην ουσία, σήμερα συζητάμε για το μέλλον της Ευρώπης. Για το ποιο μπορεί να είναι αυτό το μέλλον και αν μπορεί να υπάρξει μέλλον στη σημερινή Ευρώπη. Κάποιος θα μπορούσε καλοπροαίρετα να αναρωτηθεί: Mήπως είναι υπερβολή να συνδέουμε το ζήτημα των εργασιακών σχέσεων στην Ελλάδα με το μέλλον της σημερινής Ευρώπης; Μήπως είναι ακόμα πιο μεγάλη υπερβολή να καθορίζουμε την απάντηση στο ερώτημα «αν μπορεί να υπάρχει μέλλον» με τις εργασιακές σχέσεις;
Πιστεύω πως όχι. Δεν είναι υπερβολή. Ζούμε σε καιρούς που παρουσιάζουν μεγάλους κινδύνους, αλλά ταυτόχρονα μεγάλες ευκαιρίες. Πάντα στις μεγάλες στροφές της ιστορίας υπάρχουν μερικά πραγματικά κρίσιμα ερωτήματα. Ερωτήματα από την απάντηση των οποίων επικαθορίζεται το σύνολο των κοινωνικών εξελίξεων. Το ζήτημα της εργασίας είναι σήμερα ένα τέτοιου μεγέθους ερώτημα για την σημερινή Ευρώπη.

Ένα νέο όραμα για τους λαούς της Ευρώπης

Σήμερα πραγματικά χρειαζόμαστε ένα καινούργιο πολιτικό και κοινωνικό σχέδιο για την Ευρώπη. Χρειαζόμαστε ένα νέο όραμα, που θα μπορεί να κερδίσει τη καρδιά και το μυαλό του κόσμου της εργασίας. Η Ευρώπη χρειάζεται να αποδείξει ότι δεν ενδιαφέρεται μόνο για τους λίγους. Ότι δεν είναι φτιαγμένη απλά για να καλύπτει τις ανάγκες κερδοφορίας και ανταγωνισμού της ελεύθερης αγοράς δημιουργώντας μια ζούγκλα, στην οποία επιβιώνουν μόνο οι πιο ισχυροί. Η Ευρώπη μπορεί να αποδειχτεί αρκετά μεγάλη για να χωρέσει την ανάγκη των λαών της, της κοινωνικής πλειοψηφίας, για μια ζωή με αξιοπρέπεια. Αλλιώς θα αποδεικνύει διαρκώς πόσο μικρή είναι για να ικανοποιήσει την ακόρεστη δίψα της ελεύθερης αγοράς. Εδώ βρίσκεται, λοιπόν, η πρώτη μας επιλογή, αν θέλουμε μια Ευρώπη μεγάλη ή μια Ευρώπη μικρή. Μια Ευρώπη, δηλαδή, που με όρους ιστορικούς θα απαντήσει θετικά στα σημερινά αδιέξοδα, θα δημιουργήσει νέους δρόμους και δεν θα φοβηθεί να κάνει μια γενναία αυτοκριτική στις επιλογές που μας έφεραν μέχρι εδώ, ή μια Ευρώπη που θα μιμηθεί τις χειρότερες ιστορικές παραδόσεις της και θα βουλιάξει μέσα στη βαρβαρότητα.
Ίσως τα παραπάνω να ακούγονται σε κάποιους ως μεγάλα λόγια. Ας συλλογιστούμε, λοιπόν, την ιστορική συγκυρία και τις εξελίξεις όχι μόνο στην Ευρώπη αλλά και στις ΗΠΑ. Ας σκεφτούμε πώς θα μας ακουγόταν πριν από μερικά χρόνια η περιγραφή αυτών που ζούμε σήμερα και των προοπτικών που ανοίγονται. Θα μας φαίνονταν υπερβολικά έως αδιανόητα. Πολλές φορές τα κυρίαρχα ΜΜΕ μαζί με συγκεκριμένες πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις μας καλούν σε ένα αγώνα ενάντια στο λαϊκισμό. Φροντίζουν, βέβαια, με τον όρο αυτό να ταυτίζουν οποιονδήποτε αμφισβητεί τη σημερινή κατάσταση. Δεν έχει σημασία για αυτούς αν κανείς αναπαράγει μια ακροδεξιά ρητορική μίσους ή μιλά για τις μεγάλες κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες. Και στις δύο περιπτώσεις θεωρείσαι λαϊκιστής.
Η αλήθεια είναι, όμως, ότι, αν σήμερα θέλουμε να προστατεύσουμε την ειρήνη και τη δημοκρατία στην Ευρώπη, αν θέλουμε να σταματήσουμε την άνοδο της άκρας δεξιάς και των διαλυτικών τάσεων, τότε οφείλουμε να αμφισβητήσουμε τη σημερινή κατάσταση, οφείλουμε να αλλάξουμε τη σημερινή Ευρώπη. Χρειαζόμαστε περισσότερη δημοκρατία και περισσότερη αλληλεγγύη. Δεν χρειαζόμαστε μια Ευρώπη που έχει ξεκινήσει η ίδια να ξηλώνει τις δημοκρατικές κατακτήσεις των λαών της και να αμφισβητεί το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο. Δεν χρειαζόμαστε μια Ευρώπη διοικούμενη από τεχνοκράτες χωρίς καμία κοινωνική νομιμοποίηση, οι οποίοι καθορίζουν το μέλλον της κοινωνικής πλειοψηφίας. Αυτή η Ευρώπη είναι κομμάτι του προβλήματος, αυτή η Ευρώπη ενισχύει την ακροδεξιά ρητορική και τις εθνικιστικές τάσεις. Ο κόσμος της εργασίας στην Ευρώπη δεν μπορεί να ξεχνάει την ιστορική του εμπειρία για τα αποτελέσματα που έχει πάντα η άνοδος του εθνικισμού και της άκρας δεξιάς.

Η έκρηξη των ανισοτήτων

Η κρίση που ζούμε σήμερα δεν είναι απλά μια οικονομική κρίση. Είναι μια κρίση ηγεμονίας. Έχει δημιουργηθεί ένα πολιτικό κενό πάνω στις αποτυχίες του κυρίαρχου νεοφιλελεύθερου σχεδίου. Οι εργαζόμενοι, τα συνδικάτα, τα κοινωνικά κινήματα και κάθε πολιτική δύναμη που θέλει να υπερασπιστεί τα συμφέροντα της κοινωνικής πλειοψηφίας, οφείλουν να δουλέψουν μαζί για την κάλυψη αυτού του κενού. Να οικοδομηθεί η πολιτική φωνή της Ευρώπης πάνω στη δημοκρατία, να υπάρξει μια Ευρώπη κοινωνικά νομιμοποιημένη, που θα μιλά για τα συμφέροντα της κοινωνικής πλειοψηφίας. Το κλειδί για να υπάρξει ένα πραγματικά ηγεμονικό σχέδιο ανταγωνιστικό στη νεοφιλελεύθερη κατάρρευση και την ακροδεξιά άνοδο, είναι η αντιμετώπιση των ανισοτήτων. Ζούμε σε κοινωνίες που την ίδια στιγμή που παράγουν τεράστιες ποσότητες πλούτου, συσσωρεύουν πρωτοφανείς ανισότητες. Η έκρηξη των κοινωνικών ανισοτήτων μέσα στην κρίση δεν ήταν κάποιο λάθος του πολιτικού σχεδίου του νεοφιλελευθερισμού, δεν συνιστά κάποια παράπλευρη απώλεια. Αντιθέτως, αποτελούσε και αποτελεί μια εντελώς συνειδητή επιλογή. Η απάντηση της νεοφιλελεύθερης Ευρώπης στην κρίση ήταν η επίθεση στις δημόσιες υπηρεσίες, ο περιορισμός των κοινωνικών δικαιωμάτων και η υποτίμηση της εργασίας.
Για τις κυρίαρχες νεοφιλελεύθερες πολιτικές δυνάμεις ο στόχος της υποτίμησης δεν ήταν απλώς η μείωση του εργατικού κόστους, η δημιουργία φθηνού εργατικού δυναμικού. Ήταν η δημιουργία μιας γενιάς εργαζομένων που θα μάθουν να ζουν με λιγότερα, όχι απλά χαμηλότερο μισθό, αλλά με λιγότερα όνειρα, λιγότερα δικαιώματα, λιγότερη αξιοπρέπεια. Συγχρόνως στρατηγικό σχέδιο των νεοφιλελεύθερων δυνάμεων ήταν και είναι μια συνολικότερη αναδιάρθρωση της πολιτικής, που επηρεάζει την ίδια τη λειτουργία της δημοκρατίας. Το πλαίσιο εντός του οποίου λαμβάνονται οι αποφάσεις, μεταβάλλεται διαρκώς και ιδρύονται θεσμοί με μικρή ή καμία δημοκρατική νομιμοποίηση, οι οποίοι λαμβάνουν τις αποφάσεις για το μέλλον των λαών της Ευρώπης.
 
Η ελληνική περίπτωση

axtsioglou1

Η είσοδος της Ελλάδας το 2010 σε πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής είχε ως βασικό αποτέλεσμα την ακύρωση μιας σειράς εργατικών δικαιωμάτων και τη ραγδαία επιδείνωση της ζωής των εργαζομένων. Η ανεργία εκτοξεύθηκε από το 7% στο 27%, ενώ η ουσιαστική κατάργηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων έφερε μειώσεις μέχρι και 40% στους μισθούς, με συνέπεια ένα μεγάλο πληθός εργαζόμενων να φτάνουν να αμείβονται με έως και 300 ευρώ το μήνα. Το Γενάρη του 2015 η νέα ελληνική κυβέρνηση ξεκίνησε ένα νέο γύρο διαπραγματεύσεων με τους ευρωπαικούς θεσμούς και το ΔΝΤ, ενώ παράλληλα προσπάθησε να αντιμετωπίσει την κοινωνική καταστροφή που είχε προκληθεί τα προηγούμενα χρόνια, η οποία έλαβε το χαρακτήρα ανθρωπιστικής κρίσης. Υλοποιήσαμε ένα πρόγραμμα για την καταπολέμηση της ανθρωπιστικής κρίσης, με αποτέλεσμα σχεδόν 500.000 άνθρωποι να αποκτήσουν πρόσβαση σε δωρεάν ρεύμα ή τροφή ή στέγη. Παράλληλα προχωρούσαν οι σκληρές διαπραγματεύσεις με τους δανειστές. Στις τότε διαπραγματεύσεις εξαντλήσαμε κάθε διαπραγματευτική δυνατότητα, φτάσαμε ακόμη και σε στάση πληρωμών απέναντι στο ΔΝΤ και την προσφυγή στη λαϊκή βούληση μέσα από το δημοψήφισμα του Ιουλίου, στο οποίο ο ελληνικός λαός αρνήθηκε το τελεσίγραφο που μας είχαν δώσει τότε οι θεσμοί.
Φτάσαμε μέχρι το τέλος. Δεν μπορούσαμε να πάμε πιο πέρα. Διότι κληθήκαμε να αντιμετωπίσουμε ένα στρατηγικό δίλημμα για το μέλλον της χώρας και των εργαζόμενων τάξεων. Κληθήκαμε να αποφασίσουμε αν θα πέσουμε ηρωικά ή αν θα κάνουμε έναν τακτικό συμβιβασμό, ώστε να μείνουμε όρθιοι στο μεγάλο και μακρόχρονο αγώνα για την αλλαγή των κοινωνικών και πολιτικών συσχετισμών στη χώρα και την Ευρώπη.
Αποφασίσαμε, λοιπόν, να μη γίνουμε οι ήρωες της μιας νύχτας. Και πήραμε μια δύσκολη αλλά αναγκαία απόφαση. Επιλέξαμε να συνεχίσουμε στον ευρωπαϊκό δρόμο και να μην προχωρήσουμε σε μια αυτοκαταστροφική εθνική αναδίπλωση. Υπογράψαμε τότε ένα καινούργιο πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής. Ένα πρόγραμμα, το οποίο μετά από τη σκληρή διαπραγμάτευση περιέλαβε και κάποια θετικά στοιχεία, όπως τα πολύ μικρότερα πρωτογενή πλεονάσματα από αυτά που είχαν ήδη υπογραφεί. Γνωρίζαμε, όμως, ότι η τελική συμφωνία απείχε πολύ από αυτό που επιθυμούσαμε και από το πολιτικό πλαίσιο που είχαμε θέσει στον ελληνικό λαό πριν τις εκλογές του Γενάρη. Η μοναδική μας επιλογή ήταν να προσφύγουμε εκ νέου στη λαική ετυμηγορία, να δώσουμε το λόγο στον ελληνικό λαό.
Στις εκλογές του Σεπτεμβρίου 2015 αναδειχθήκαμε ξανά κυβέρνηση όχι απλά για να διαχειριστούμε μια δύσκολη συμφωνία αλλά για να διαμορφώνουμε συνεχώς τους όρους που θα πηγαίνουν πέρα από τη συμφωνία, τους όρους που στο τέλος θα καταφέρουν να κρατήσουν τη κοινωνία όρθια και να θα μας οδηγήσουν στην οριστική έξοδο από την επιτροπεία των προγραμμάτων δημοσιονομικής σταθεροποίησης. Από τότε μέχρι σήμερα αποδείξαμε ότι ακόμα και μέσα σε αυτό το δύσκολο πλαίσιο της στενής επιτήρησης μπορούμε να δημιουργούμε χώρο για την άσκηση πολιτικών υπεράσπισης της κοινωνικής πλειοψηφίας. Εντελώς ενδεικτικά αναφέρω ότι στο πλαίσιο αυτό στηρίξαμε το δημόσιο σύστημα υγείας και δώσαμε δωρεάν πρόσβαση στο δημόσιο σύστημα υγείας σε 2,5 εκατομμύρια ανασφάλιστους συμπολίτες, οι οποίοι προηγουμένως ήταν αποκλεισμένοι.

Η μεγάλη σημασία της εργατικής νομοθεσίας

Στο μνημόνιο που υπέγραψε η ελληνική κυβέρνηση με τους δανειστές το καλοκαίρι του 2015 προβλέφθηκε ότι στο ζήτημα των συλλογικών διαπραγματεύσεων, των ομαδικών απολύσεων και της συνδικαλιστικής δράσης η Ελλάδα οφείλει να εναρμονιστεί με τις Ευρωπαϊκές βέλτιστες πρακτικές. Σε αυτό το πλαίσιο δημιουργήθηκε μια επιτροπή εμπειρογνωμόνων κοινά αποφασισμένη από την Ελληνική κυβέρνηση και τους θεσμούς. Η συγκεκριμένη επιτροπή κατέληξε σε δώδεκα συστάσεις, οι περισσότερες ομόφωνα, οι άλλες με σαφή πλειοψηφία.
Ειδικότερα στο ζήτημα των συλλογικών διαπραγματεύσεων, η επιτροπή ομόφωνα υποστήριξε την ανάγκη επαναφοράς της επεκτασιμότητας των κλαδικών συμβάσεων, ενώ με πλειοψηφία (6-2) υποστήριξε την επαναφορά της αρχής της ευνοϊκότερης για τον εργαζόμενο ρύθμισης στις περιπτώσεις συρροής περισσοτέρων ΣΣΕ. Στο πόρισμα αποτυπώθηκαν και μια σειρά από άλλες προτάσεις που αφορούν την επαναφορά της αρμοδιότητας καθορισμού του κατώτατου μισθού στους εθνικούς κοινωνικούς εταίρους, την επαναφορά της μετενέργειας κτλ.
Συνολικά στο πόρισμά της η επιτροπή υιοθέτησε τη θέση που αποτελεί και θέση της ελληνικής κυβέρνησης, ότι με τις μεταρρυθμίσεις που έλαβαν χώρα την περίοδο 2010-2014 το σύστημα των συλλογικών διαπραγματεύσεων δεν αποκεντρώθηκε –όπως υποστήριζαν οι εμπνευστές των μεταρρυθμίσεων – αλλά αντιθέτως οδηγήθηκε σε πλήρη κατάρρευση. Έτσι, σήμερα για τη συντριπτική πλειονότητα των εργαζομένων οι όροι εργασίας καθορίζονται με ατομικές συμβάσεις εργασίας, ενώ οι κλαδικές συμβάσεις που ισχύουν σήμερα στη χώρα είναι λιγότερες από 10. Κι αυτό σε μια οικονομία όπου η τεράστια πλειοψηφία των επιχειρήσεων είναι πολύ μικρές επιχειρήσεις (με μέχρι 10 εργαζόμενους) και η ύπαρξη κλαδικών συμβάσεων είναι ιδιαιτέρως κρίσιμη για την προστασία των εργαζομένων και τον υγιή ανταγωνισμό.

Γιατί κάποιοι αγνοούν το πόρισμα της κοινής επιτροπής

axtsioglou3

Μετά από τη δημοσίευση του πορίσματος της επιτροπής, που είχε την επίσημη αναγνώριση τόσο της ελληνικής κυβέρνησης όσο και των θεσμών, θα περίμενε κάποιος ότι ειδικά οι προτάσεις που απολαμβάνουν ομόφωνης αποδοχής από την επιτροπή θα αποτελούσαν, αν όχι την τελική κατάληξη, τουλάχιστον τη βάση του διαλόγου στις διαπραγματεύσεις μας με τους δανειστές. Αντί αυτού, στις διαπραγματεύσεις για τη δεύτερη αξιολόγηση συναντήσαμε την αδιαλλαξία του ΔΝΤ και την πολλές φορές ένοχη σιωπή των ευρωπαϊκών θεσμών. Γνωρίζαμε τόσο καιρό ότι ο νεοφιλελευθερισμός δεν τα πηγαίνει καλά με τη δημοκρατία και τα κοινωνικά και εργασιακά δικαιώματα. Σήμερα ανακαλύπτουμε ότι δεν τα πηγαίνει καλά ούτε με τις διαδικασίες ούτε με την απλή αριθμητική. Έτσι, ακόμα και προτάσεις που πλειοψηφικά υπερίσχυσαν στην επιτροπή των εμπειρογνωμόνων, δεν αντιμετωπίζονται ως θέση της επιτροπής, αλλά ως μια από τις δύο ισοδύναμες προτάσεις που κατατέθηκαν στην επιτροπή.
Η έλλειψη επιχειρημάτων από τη μεριά των θεσμών αποτελεί ένα από τα σταθερά μοτίβα της διαπραγμάτευσης γύρω από τα εργασιακά ζητήματα.
Μαζί με το ερώτημα των συλλογικών διαπραγματεύσεων ανοιχτά είναι τα ζητήματα των ομαδικών απολύσεων και της αλλαγής του συνδικαλιστικού νόμου. Η στάση του ΔΝΤ σε όλα τα παραπάνω είναι άκρως επιθετική απέναντι στους εργαζόμενους. Ζητάει το διπλασιασμό του ορίου των ομαδικών απολύσεων από το 5% στο 10%. Τη θεσμοθέτηση του δικαιώματος της εργοδοσίας στο λοκ-άουτ, καθώς και μια σειρά από αλλαγές που θα κάνουν πιο δύσκολη την προκήρυξη απεργιών και θα μειώσουν την προστασία της συνδικαλιστικής δράσης. Θα μπορούσαμε να δώσουμε μια σειρά από τεχνικές απαντήσεις στις παραπάνω απόψεις, αλλά είμαι σίγουρη ότι σε ένα κοινό σαν το σημερινό, σε ένα κοινό ανθρώπων που αγωνίζονται καθημερινά για τα εργασιακά δικαιώματα αυτό δεν χρειάζεται. Σίγουρα, σχεδόν όλα τα παραπάνω θα έχει υπάρξει κάποια φορά που θα τα έχετε ακούσει από φωνές που στοχοποιούν τους εργαζόμενους και τη συλλογική τους δράση.

Οι βέλτιστες πρακτικές

Οδηγούμενη προς το κλείσιμο αυτής της παρέμβασης, θα ήθελα να ξαναγυρίσω εκεί από όπου ξεκίνησα και να απαντήσω στο παρακάτω ερώτημα: Γιατί μπορεί να αφορά ένα εργαζόμενο στη Γερμανία ή στην υπόλοιπη Ευρώπη σήμερα το τι θα γίνει με τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας και τις εργασιακές σχέσεις στην Ελλάδα; Πιστέψτε μας, δεν έχουμε καμία μεγαλομανία ούτε νομίζουμε ότι είμαστε το κέντρο του κόσμου. Αλλά έχουμε ένα πολύ σοβαρό λόγο για τον οποίο νιώθουμε ότι όλοι οι εργαζόμενοι της Ευρώπης πρέπει όχι απλώς να ανησυχούν για το τι συμβαίνει στην Ελλάδα, αλλά να αναλάβουν δράση. Θα σας το απαντήσω με ένα γλαφυρό παράδειγμα. Κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, όταν για άλλη μια φορά οι εκπρόσωποι της ελληνικής κυβέρνησης επανήλθαμε στο πόρισμα της επιτροπής και στο κείμενο της συμφωνίας που αναφερόταν στην ανάγκη ευθυγράμμισης με τις βέλτιστες πρακτικές, η απάντηση από την μεριά του ΔΝΤ ήταν ότι για το ίδιο η βέλτιστη πρακτική των εργασιακών σχέσεων στην Ευρώπη αυτή τη στιγμή είναι η Ελλάδα.
Είναι φανερό ότι για το ΔΝΤ και τις νεοφιλελεύθερες δυνάμεις της Ευρώπης στο ζήτημα των εργασιακών σχέσεων η Ελλάδα αποτελεί το νέο παράδειγμα που οφείλει να γενικευτεί. Με αυτή την έννοια, επιτρέψτε μου να επικαλεστώ την φράση που χρησιμοποιεί ο Καρλ Μαρξ στον πρόλογο του Κεφαλαίου, όπου απευθυνόμενος στον Γερμανό αναγνώστη αναφέρει «de te fabula narratur». Με αυτή την έννοια το τέλος της εργασιακής απορρύθμισης και η επαναφορά της εργασιακής κανονικότητας στην Ελλάδα θα είναι νίκη για όλους τους εργαζόμενους της Ευρώπης.
Σήμερα, λοιπόν, δεν συζητάμε απλώς για την ελληνική αγορά εργασίας. Σήμερα συζητάμε για το μέλλον της Ευρώπης. Για το αν δεχόμαστε μια χώρα να αποτελεί εξαίρεση από το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο. Για το αν δεχόμαστε να μην επιτρέπεται σε μια εκλεγμένη κυβέρνηση να επαναφέρει σε θεσμικό επίπεδο ουσιαστικά κοινωνικά και εργασιακά δικαιώματα. Συζητάμε για το αν οι εργαζόμενοι θα έχουν το δικαίωμα να συμμετέχουν στην αναδιανομή του πλούτου που παράγουν ή, αντιθέτως, η σημερινή Ευρώπη θα συνεχίσει να είναι μια Ευρώπη για τους λίγους. Αν επιλέξουμε το δεύτερο δρόμο, δεν έχουμε κανένα δικαίωμα να ξαφνιαστούμε για τα αποτελέσματα που θα υπάρξουν. Εμείς, όμως, συνεχίζουμε ακόμη να αγωνιζόμαστε και να πιστεύουμε ότι υπάρχει ο χρόνος και οι δυνάμεις να κάνουμε όλες τις δημοκρατικές ανατροπές που χρειάζονται, να οικοδομήσουμε μια Ευρώπη που θα χωράει τα όνειρα και τις ανάγκες των λαών της.