Όρια, σύνορα, εξορίες…

Γιούρι Ερέρα «Σημάδια πριν το τέλος του κόσμου»
(μτφ. Μαργαρίτα Μπονάτσου, εκδ. Καστανιώτη, 2018)


Ο Γιούρι Ερέρα είναι μια από τις πιο ιδιαίτερες περιπτώσεις ανάμεσα στους νεότερους Μεξικανούς και Λατινοαμερικάνους συγγραφείς, μια περίπτωση που αμέσως ξεχώρισε, με τις τρεις πρώτες νουβέλες του, οι οποίες περιέχονται σε αυτόν τον τόμο της ελληνικής έκδοσης. Τρεις εξαιρετικές νουβέλες που δένουν μεταξύ τους και σκιαγραφούν έναν ενιαίο κόσμο γεμάτο σύνορα –σύνορα ανάμεσα σε χώρες, ανθρώπους, πολιτισμούς, γλώσσες, ηθικά πλαίσια, ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο–, τα οποία μπορεί να τα διαβεί κανείς μόνο ματώνοντας. Έναν κόσμο που το τέλος του είναι ήδη παρόν και ο οποίος έχει παντού θολές ζώνες, σε κάποιες από τις οποίες ζουν οι πρωταγωνιστές των βιβλίων του Ερέρα.
Στις σελίδες αυτών των βιβλίων κυκλοφορούν άνθρωποι χωρίς όνομα, πόλεις χωρίς όνομα, χώρες χωρίς όνομα, χαρακτήρες που δεν φεύγουν εύκολα από τη μνήμη (ένας συνθέτης κορίδο που εμπλέκεται στην αυλή ενός ναρκέμπορου, μια κοπέλα που ξεκινάει ένα ταξίδι γεμάτο κινδύνους για να βρει τον αδελφό της στην άλλη πλευρά των συνόρων και η οποία ήξερε τρεις γλώσσες «και ήξερε να σωπαίνει και στις τρεις»), υπάρχουν ακαθόριστοι κίνδυνοι, αβεβαιότητες, αόριστες απειλές.
«Στη μεξικανική λογοτεχνία το σύνορο εμφανίζεται ως ένας χώρος με πολλαπλά νοήματα (η δουλειά στην άλλη πλευρά, η πανάκεια στην άλλη πλευρά, ο εχθρός στην άλλη πλευρά), ενώ στη λογοτεχνία των ΗΠΑ ο χώρος που διαγράφεται πίσω από τη γραμμή των συνόρων είναι κατά βάση εκείνος της παρακμής ή μιας οδού διαφυγής», λέει σε μια συνέντευξή του ο Ερέρα, για να συμπληρώσει κάπου αλλού ότι «δεν μπορούμε πλέον να υποκρινόμαστε πως δεν γνωρίζουμε τα τρομερά πράγματα που συμβαίνουν στην άλλη άκρη του κόσμου ή μέσα στην ίδια μας την πόλη».
Παρόλο που πολλοί εντοπίζουν τις αναφορές του Ερέρα στον Χουάν Ρούλφο, ο συγγραφέας ανατρέπει κανόνες και κλισέ, ενώ καθώς, πάνω απ’ όλα, το κείμενο του Ερέρα ξεχωρίζει για τη γλώσσα και το ύφος, για την τεράστια δύναμη που έχουν, το αποτέλεσμα είναι τρία βιβλία που δεν μοιάζουν με άλλα, γραμμένα από έναν συγγραφέα που, όπως είπε η Ελένα Πονιατόφσκα, «μπήκε στη μεξικανική λογοτεχνία από τη χρυσή πύλη».

 

Λουσία Μπερλίν «Οδηγίες για οικιακές βοηθούς»
(μτφ. Κατερίνα Σχινά, εκδ. Στερέωμα, 2018)

Η –γεννημένη στην Αλάσκα– Λουσία Μπερλίν πέθανε το 2004. Όσο ζούσε, το έργο της είχε μια σχετική αναγνώριση, ωστόσο η μεγάλη επιτυχία ήρθε μετά τον θάνατό της, και ήταν δίκαιη, αν κρίνει κανείς από τη συγκεκριμένη συλλογή διηγημάτων που κυκλοφόρησε πρόσφατα και στα ελληνικά. Στη συλλογή αυτή περιέχονται 43 από τα 76 ή 77 διηγήματα που έγραψε στη ζωή της η Μπερλίν.
«Οι ιστορίες της Λουσία Μπερλίν είναι ηλεκτρισμένες», διαβάζουμε στην πρώτη σειρά του προλόγου της συλλογής. Και είναι. Διηγήματα γεμάτα απροσδόκητες ανατροπές –συχνά στο κλείσιμο του διηγήματος– και απρόσμενες διατυπώσεις, κείμενα με γλώσσα, ύφος και ρυθμό που ξεχωρίζουν, με συμπυκνωμένη δύναμη όπως –χάριν παραδείγματος και μόνον– το καταπληκτικό και βραβευμένο διήγημα μιάμιση σελίδας «Ο τζόκεϊ μου». Μορφές, εικόνες, χαρακτήρες, γεγονότα – σε όλα υπάρχει κάτι έκκεντρο, κάτι που εμποδίζει τον αναγνώστη να το ξεχάσει εύκολα.
«Η Λουσία Μπερλίν βάσισε πολλές από τις ιστορίες της σε γεγονότα της δικής της ζωής», διαβάζουμε πάλι στον πρόλογο, με τη διευκρίνιση βέβαια ότι «έγραφε αληθινές ιστορίες, όχι απαραίτητα αυτοβιογραφικές, αλλά κοντά σε όσα είχε ζήσει». Η γεμάτη και μάλλον ταραγμένη ζωή της Μπερλίν μπορεί να έχει αποτελέσει τη βάση, ωστόσο το κρίσιμο στοιχείο είναι το λογοτεχνικό πρίσμα μέσα από το οποίο αποτυπώνονται τα βιογραφικά γεγονότα – λογοτεχνικό πρίσμα που διαθλά τις ιστορίες και τους δίνει την ξεχωριστή δύναμη που διακρίνει αυτή την πραγματικά ιδιαίτερη φωνή.

 

 

Ολιβιέ Γκεζ «Η εξαφάνιση του Γιόζεφ Μένγκελε»
(μτφ. Ευγενία Γραμματικοπούλου, εκδ. Κριτική, 2018)

Το βραβευμένο αυτό βιβλίο είναι μια στηριγμένη σε ντοκουμέντα και ιστορικά στοιχεία μυθοπλαστική αποτύπωση της ζωής του γιατρού που υπήρξε ο φόβος και ο τρόμος του Άουσβιτς, του Γιόζεφ Μένγκελε, από τη στιγμή που φτάνει με ψεύτικο όνομα στην Αργεντινή, τον Ιούνιο του 1949, μέχρι τον Φεβρουάριο του 1979, όταν ο «άγγελος του θανάτου» πεθαίνει στη Βραζιλία, χωρίς ποτέ να λογοδοτήσει για τα εγκλήματά του. Ο Σίμον Βίζενταλ, ο απηνής διώκτης των φυγάδων ναζί, τον έχει εντοπίσει ήδη από το 1967: «Ο Μένγκελε ζει στη στρατιωτική ζώνη ανάμεσα στο Πουέρτο σαν Βινσέντε, πάνω στον κεντρικό δρόμο Ασουνσιόν – Σάο Παολο, και το φρούριο του Κάρλος-Αντόνιο-Λόπεζ, που βρίσκεται στη μεθόριο, στον ποταμό Παρανά. Ζει σ’ ένα μικρό λευκό καλυβάκι, σε μια ζώνη της ζούγκλας διαμορφωμένη από τους γερμανούς εποίκους. Μονάχα δύο δρόμοι οδηγούν σε αυτό […] στους οποίους περιπολούν παραγουανοί στρατιώτες και αστυνομικοί».
Προηγουμένως έχουμε παρακολουθήσει τον Μένγκελε να ξαναστήνει τη ζωή του στο Μπουένος Άιρες (σε αυτή τη μητρόπολη «που από ιδρύσεώς της υπήρξε ανοιχτή σε λιποτάκτες και τσαρλατάνους»), να έρχεται σε επαφή με την κοινότητα που έχουν δημιουργήσει οι δραπέτες ναζί, να γνωρίζει (και να απεχθάνεται) τον Άντολφ Άιχμαν, να απολαμβάνει –όπως και οι υπόλοιποι ναζί– τη φιλοξενία του Περόν, να νιώθει για πολλά χρόνια ασφαλής («δίχως τύψεις και δίχως ενοχές», στην πραγματικότητα ζώντας, αμετανόητος, στην επικράτεια που βρίσκεται πέρα από τις τύψεις και τις ενοχές) και να νομίζει πως θα μείνει για πάντα αλώβητος («η ζωή είναι γλυκιά το έτος 1957»…), να πανικοβάλλεται όταν «τίποτα δεν δείχνει ότι η νέα, δημοκρατικά εκλεγμένη φιλελεύθερη κυβέρνηση της Αργεντινής θ’ αποδειχθεί εξίσου επιεικής με τους ναζί όσο οι προκάτοχοί της, οι περονιστές και οι στρατιωτικοί» και να «αποφασίζει ότι πρέπει να το βάλει στα πόδια το συντομότερο δυνατόν, διαφορετικά θα τον συλλάβουν οι Ισραηλινοί», τον Σεπτέμβριο του 1960, να φτάνει στη Βραζιλία, τον Οκτώβριο του 1961, να πληροφορείται τον απαγχονισμό του Άιχμαν στο προαύλιο της φυλακής του, τον Ιούνιο του 1962.
Παρακολουθώντας το ψυχολογικό πορτρέτο του Μένγκελε, στη διάρκεια όλων αυτών διακυμάνσεων, καθώς ταυτόχρονα θυμάται και αναπολεί τους παραδείσους της δικής του ζωής, πριν αλλά και στη διάρκεια της κόλασης του Άουσβιτς, βλέπουμε πώς η έπαρση αρχίζει να συνοδεύεται από τον φόβο όταν πια η ανθρωπότητα ολόκληρη έχει αρχίσει να μιλάει ανοιχτά για τα εγκλήματα των ναζί και οι ναζιστικοί θύλακοι των φυγάδων διαλύονται, παύοντας να προστατεύουν τους εγκληματίες.

 

Αντόνιο Ταμπούκι «Για την Ιζαμπέλ»

(μτφ. Σταύρος Παπασταύρου, εκδ. Άγρα, 2018)

Το σύντομο αυτό μυθιστόρημα (η «πρώτη μετά θάνατον έκδοση έργου» του Ταμπούκι) αφηγείται με τρόπο συναρπαστικό μια εναγώνια αναζήτηση για τη μυστηριώδη μορφή της Ιζαμπέλ – μιας γυναίκας που υπάρχει με τον δικό της τρόπο σημαδεύοντας τη ζωή του αφηγητή.
Αυτός ο –επίσης μυστηριώδης– αφηγητής ιχνηλατεί βήμα-βήμα την ιστορία της παλιάς του φίλης, Ιζαμπέλ, μέσα από διαδοχικές συναντήσεις με πρόσωπα-μάρτυρες που κάποια στιγμή της ζωής τους τη συνάντησαν, σε μια περιπλάνηση στον χώρο (από τη Λισαβόνα στο Μακάο και στις ελβετικές Άλπεις) και στον χρόνο, στη διάρκεια της οποίας σκαλίζει γεγονότα και ζωές που περιστρέφονται γύρω από τον κεντρικό άξονα που είναι το πρόσωπο της Ιζαμπέλ. Ο αφηγητής κινείται στο σκοτάδι που έχει αφήσει πίσω του αυτό το φασματικό πρόσωπο, αναζητώντας μια απάντηση, ένα φως, το οποίο τελικά θα φανεί κάπου ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φαντασία, κάπου ανάμεσα στον ρεαλισμό και τη μεταφυσική. Όλη αυτή είναι μια περιπλάνηση στο κενό σχεδόν, καθώς τα βήματα των πρωταγωνιστών μοιάζουν να σχηματίζουν ένα μάνταλα (όπως είναι ο υπότιτλος που βάζει ο Ταμπούκι στο βιβλίο), μια κυκλική ιερή εικόνα, έναν χάρτη των (δικών τους) κόσμων σε αυτή τη ρωγμή μεταξύ πραγματικού και φανταστικού.
Η Ιζαμπέλ είναι ένα βιβλίο που ο ίδιος ο Ταμπούκι είχε χαρακτηρίσει «ένα μυθιστόρημα ασυνήθιστο, ένα πλάσμα παράξενο, σαν ένα άγνωστο απολιθωμένο κολεόπτερο μέσα σε μια πέτρα».

 

Ερίκ Βυϊγιάρ «Κονγκό»
(μτφ. Γιώργος Φαράκλας, εκδ. Πόλις, 2018)

Το ολιγοσέλιδο αφήγημα του Ερίκ Βυϊγιάρ (προγενέστερο της εξαιρετικής Ημερήσιας διάταξης) μας μεταφέρει στο Συνέδριο του Βερολίνου, το 1884, όταν οι μεγάλες δυνάμεις αποφάσισαν να συναντηθούν για να μοιράσουν μεταξύ τους την Αφρική. Μετά από χρόνια λεηλασίας της ηπείρου (και αφού επί χρόνια «διοργανώθηκε το μεγαλύτερο κυνήγι θησαυρού όλων των εποχών για να μπορέσει να διασκεδάσει ολόκληρη η Ευρώπη») και ανταγωνισμού ανάμεσα στις αποικιοκρατικές ευρωπαϊκές δυνάμεις μιας και «αίφνης ο κόσμος ολόκληρος έγινε ένας πόρος», οι μεγάλες δυνάμεις συνειδητοποίησαν «ότι θα κέρδιζαν αν συνεννοούνταν» και κάθισαν γύρω από ένα τραπέζι για «την απαραίτητη διαπραγμάτευση που θα όριζε τον κώδικα καλής διαγωγής μεταξύ κατακτητών»: «ποτέ τόσα κράτη δεν είχαν επιδιώξει να συμφωνήσουν για το πώς θα εκτελούσαν μια κακή πράξη».
Αρχίζει έτσι να ξεδιπλώνεται στις σελίδες του βιβλίου όλη η φρίκη της αποικιακής κυριαρχίας (που επιβάλλει να κόβονται τα χέρια των εργατών που δεν φέρνουν αρκετό καουτσούκ – «λένε πως κάποτε έφεραν σε μία μόνο μέρα 1308 χέρια»), σε ένα Κονγκό που αποτελούσε προσωπική ιδιοκτησία του βασιλιά Λεοπόλδου του Βελγίου: δουλεμπόριο («το κράτος ενθάρρυνε το δουλεμπόριο και το πλαισίωνε. Όχι μόνο αυτό, αλλά το επιχορηγούσε κιόλας»), επιχειρήσεις, στρατός, «εξερευνητές», λεηλασία των πρώτων υλών και όλου του πλούτου.
Το Κονγκό είναι μια πολιτική ιστορική αφήγηση, γραμμένη με το ιδιαίτερο στιλ του Βυϊγιάρ που έφτασε ίσως στην κορύφωσή του στην Ημερήσια διάταξη – μια ιστορική αφήγηση που αποτυπώνει με τον πιο ζωντανό τρόπο μια από τις πιο σκοτεινές και επονείδιστες στιγμές της ιστορίας της Ευρώπης.

 

Ντίνο Μπουτζάτι «Ένας έρωτας»

(μτφ. Μαρία Οικονομίδου, εκδ. Μεταίχμιο, 2018)

Υπάρχουν όρια στο πάθος; Υπάρχουν απαγορευμένοι ή επιτρεπτοί δρόμοι για την ερωτική επιθυμία; Αυτό είναι το ερώτημα με το οποίο σε τελική ανάλυση μας φέρνει αντιμέτωπους ο Ντίνο Μπουτζάτι στο μυθιστόρημά του Ένας έρωτας, το οποίο κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στην Ιταλία το 1963.
Το μυθιστόρημα μας μεταφέρει στο Μιλάνο, το 1960, και στη ζωή του 49χρονου αρχιτέκτονα Αντόνιο Ντορίγκο (ενός ανθρώπου που μέσα στα συναισθήματά του «υπήρχε ενδεχομένως το ανεξίτηλο ίχνος της αγωγής που είχε λάβει: καθολική, αυστηρή, εχθρική προς τις σεξουαλικές περιπτύξεις»), η οποία μπαίνει σε πρωτοφανή και ολισθηρά μονοπάτια όταν ο αρχιτέκτονας ερωτεύεται, σχεδόν εμμονικά, τη νεαρή πόρνη Λάιντε. Χωρίς να είναι έτοιμος να αντιμετωπίσει και να διαχειριστεί έναν τέτοιο έρωτα, ο Αντόνιο αρχίζει να ζει μια ζωή γεμάτη διακυμάνσεις, όπου εναλλάσσονται στιγμές απαράμιλλης ηδονής και ανείπωτης οδύνης, καθώς ο Αντόνιο ανεβαίνει, παλεύει να ανέβει, τον ανηφορικό δρόμο προς την κατανόηση και την αποδοχή.
Το βιβλίο είναι ένας εσωτερικός μονόλογος ενός ανθρώπου που ταλαντεύεται ανάμεσα στον πόθο και την απελπισία, πασχίζοντας να χειριστεί επιθυμίες και αντιθέσεις που ξεπερνούν τα όριά του (στο βιβλίο «αναλύεται η εσωτερική σύγκρουση ενός ώριμου άντρα που υφίσταται την ακαταμάχητη έλξη της νιότης, αλλά και η σύγκρουση ενός καλλιεργημένου αστού που γοητεύεται από ό,τι θεωρείται λαϊκό», γράφει η μεταφράστρια στο επίμετρό της, περιγράφοντας κάποιες από τις πτυχές αυτού του παθιασμένου και οδυνηρού, νοσηρού ίσως κάποιες στιγμές, έρωτα).
Το συγκεκριμένο μυθιστόρημα του Μπουτζάτι είναι με μια έννοια ένα βιβλίο έξω από τα συνήθη του συγγραφέα, ο οποίος είναι γνωστός κυρίως για το μυθιστόρημα που θεωρείται το αριστούργημα του, την Έρημο των Ταρτάρων (μτφ. Ανταίος Χρυσοστομίδης), που είχε κυκλοφορήσει το 1991 από τις εκδόσεις Αστάρτη, όπως και τα υπόλοιπα βιβλία του Μπουτζάτι, μεταξύ των οποίων και το Ένας έρωτας (1984).

 

Φερνάντο Αραμπούρου «Πατρίδα» (μτφ. Τιτίνα Σπερελάκη, εκδ. Πατάκη, 2018)

 

Το κρίσιμο σημείο στο εξαιρετικά καλογραμμένο και πολυβραβευμένο βιβλίο του Αραμπούρου είναι η ανακοίνωση της ΕΤΑ για την οριστική παύση πυρός, το 2011. Οι πληγές όμως δεν κλείνουν με μια ανακοίνωση για ειρήνευση.
Σε κάποια κωμόπολη στη Χώρα των Βάσκων, κάποτε ήταν δύο φίλες: η Μπιτόρι και η Μίρεν («κάτι παραπάνω, αδερφές. Ό,τι κι αν πεις λίγο είναι»). Ο άνδρας της Μπιτόρι έχει εκτελεστεί από την ΕΤΑ. Ο γιος της Μίρεν είναι στη φυλακή ως μέλος της ΕΤΑ. Μάλιστα, όλα δείχνουν πως ο γιος της Μίρεν έχει άμεση εμπλοκή στον φόνο του συζύγου της Μπιτόρι.
Μετά τον θάνατο του άνδρα της, η Μπιτόρι είχε φύγει από το χωριό. Όταν όμως η ΕΤΑ ανακοινώνει την παύση πυρός, αποφασίζει να επιστρέψει. Και τότε όλες οι λεπτές ισορροπίες διαταράσσονται, όλες οι πληγές αρχίζουν να ξαναματώνουν, όλα τα θαμμένα ξαναβγαίνουν στην επιφάνεια. Πέρα από τις πολιτικές συγκρούσεις, πόσο εύκολο είναι να πάρει κανείς τον δρόμο της συγχώρεσης για γεγονότα που δεν μπορούν να ξεχαστούν ποτέ; ρωτάει στις σελίδες της Πατρίδας ο συγγραφέας.
Παρόλο που το βιβλίο του Αραμπούρου δεν κρύβει την πολιτική του άποψη για την ΕΤΑ και τη σύγκρουση στη Χώρα των Βάσκων, ωστόσο, καθώς επικεντρώνει το ενδιαφέρον του σε προσωπικές ιστορίες πρωταγωνιστών, αποφεύγει κάποιες συνηθισμένες ευκολίες και προσπαθεί να μην είναι εντελώς μονόπλευρο στην οπτική του. Η βία της ΕΤΑ αποτυπώνεται με τον πιο δραματικό τρόπο, αλλά δεν αποκρύπτεται και η βία του ισπανικού κράτους, οι ταπεινώσεις, η καταστολή, τα βασανιστήρια, οι δολοφονίες από τους κρατικούς ή παρακρατικούς μηχανισμούς, ενώ ακούγεται και η φωνή εκείνων που συμμετείχαν ή ήλπιζαν στο κίνημα για την ανεξαρτησία της Χώρας των Βάσκων.
Λήθη ίσως δεν μπορεί να υπάρξει («γιατί πρέπει να ζητήσουμε συγγνώμη; Ζήτησε κανείς συγγνώμη για τα βασανιστήρια στα αστυνομικά τμήματα, για όλη αυτή την καταπίεση στον βασκικό λαό;»). Τι θα συμβεί όμως άραγε εκείνο το κυριακάτικο πρωινό που οι δύο πρώην φίλες θα βρεθούν αντιμέτωπες, σχεδόν σαν μονομάχοι, σε έναν δρόμο του χωριού;

Κώστας Αθανασίου