Όταν η Άννα Φρανκ επιβιώνει και σου φτιάχνει σοκολάτα…

Στο περίφημο παραμύθι του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν «Η φλογέρα του βασιλιά», μια ολόκληρη κοινωνία υπνωτίζεται μπροστά στην ιδεοληψία του ηγεμόνα και χρειάζεται ένα παιδί να φωνάξει αυτό που έβλεπαν όλοι, μα κανείς δεν τολμούσε να πει: «Ο βασιλιάς είναι γυμνός!». Πολλοί βασιλιάδες πέρασαν από τότε και θα περάσουν κι άλλοι τόσοι. Αλλά λίγες οι εποχές που ήταν τόσο γυμνός ο βασιλιάς και λίγα υπήρξαν τα γενναία παιδιά που σήκωσαν φωνή απέναντι στη γύμνια της εξουσίας για να δεχτούν, σε κρυφή συνέχεια του παραμυθιού, τη μήνιν της.

Κάποιες φορές η φωνή ήταν σιγανή κι έκανε προσπάθεια να περάσει κάτω από τη χαραμάδα της πόρτας. Αλλες φορές γινόταν κραυγή κι απλωνόταν σαν Ερινύα και σαν Νέμεση στον χώρο. Κι άλλες, υπήρξε περιέργως και τα δύο. «Φίλε μου από έναν μακρινό πλανήτη, κατάλαβες ποτέ πως το σιγανό τραγούδι μου ήταν η κραυγή μου;».

Οι στίχοι αυτοί γράφτηκαν στο Γκέτο της Κρακοβίας από δύο έφηβες αδερφές, τις Henia και Ilona Karmel, που έζησαν τη ζωή τους ανάμεσα στο γκέτο και σε στρατόπεδα σαν το κρανίου τόπο Buchenwald.

Τα ποιήματά τους, ραμμένα στο στρίφωμα των φορεμάτων τους, επιβίωσαν, κάποια δημοσιεύτηκαν μεταπολεμικά στην Πολωνία, αλλά μονάχα μετά τον θάνατο της Ilona, της νεότερης αδερφής, μόλις το 2000, δόθηκε η άδεια και, με τη βοήθεια της ποιήτριας F. Howe, ήρθε ολόκληρη η συλλογή στο τρεμάμενο στην περίπτωσή τους φως της δημοσιότητας.

Ολα τα ποιήματά τους ψηφίδες μιας διαρκώς χαμένης παιδικής ηλικίας που δεν μπορεί να κρατήσει τις υποσχέσεις της όσο η εξουσία πολιτεύεται διαχειριζόμενη τους φόβους και τις ανάγκες μας. Στα όρια της πολιτικής θεολογίας και όχι της αληθινής πολιτικής τελικά, καθώς ο παντοδύναμος Θεός μετατράπηκε στον παντοδύναμο νομοθέτη μιας συχνά προγραμματισμένης «έκτακτης περίστασης»…

Κι όμως, καθώς η ανθρωπότητα «τίμησε» πριν από λίγες ημέρες την Παγκόσμια Ημέρα κατά της Παιδικής Εργασίας, αξίζει να θυμόμαστε πως υπάρχουν και σήμερα περισσότεροι από 100 εκατομμύρια ανήλικοι που ζουν σαν σύγχρονοι δούλοι, απ’ τους οποίους τουλάχιστον 50.000 στην Ελλάδα.

Κι ακόμη πως η παιδική εργασία σχετίζεται τρομακτικά με προϊόντα που κάνουν ευτυχισμένα τα «δικά μας» παιδιά, όπως η σοκολάτα και οι μπανάνες, ή ανεβάζουν την κοινωνική εικόνα και την άνεσή μας, όπως τα «χαλιά Περσίας ή Ινδίας».

Ενδεικτική της απόστασης που χωρίζει το ιεροποιημένο παιδί του 1ου κόσμου από το τρομακτικά αόρατο, πέρα από τη φολκλοροποίησή του, παιδί του 3ου κόσμου, θύμα των πολυεθνικών από «επάνω» και των υπερκαταναλωτών από «κάτω», είναι πως όταν κατατέθηκε στον ΟΗΕ η πρόταση για να κηρυχτεί καθολικά παράνομη η παιδική εργασία, δύο μόνο, όπως είναι γνωστό, χώρες αρνήθηκαν να υπογράψουν βάζοντας βέτο.

Η μία ήταν μια χώρα της Αφρικής σε καθεστώς κοινωνικής αναταραχής που δεν είχε κυβέρνηση. Η δεύτερη ήταν η χώρα με τους αυστηρότερους νόμους για την παιδική κακοποίηση στο εσωτερικό της και με πληθώρα οικογενειακών διαφημίσεων στην τηλεόραση, όμοια με μας. Οι ΗΠΑ.

Τα περισσότερα από αυτά τα ξεχασμένα παιδιά δεν έχουν τη βαθιά κουλτούρα εγγραμματισμού για να γράψουν ποίηση, όπως οι 2 τραγικές κοπέλες από τη θρυλική εβραϊκή διασπορά. Μονάχα μάτια έχουν. Που θέτουν διαρκώς, όπως όλα τ’ αδύναμα πλάσματα μέσα κι έξω από τα όρια του ανθρώπινου είδους, την ίδια ερώτηση. «Τι είδους άνθρωποι είμαστε;»

«Οχι ποίηση μετά το Αουσβιτς!» ζήτησε ο Πάουλ Τσέλαν. Κι όμως, είναι τρομακτικό πόσο η ποίηση που γράφτηκε στα Αουσβιτς αυτού του κόσμου (στις συνθήκες του Ολοκαυτώματος που δεν μπορούν απλουστευτικά να συγκριθούν εξαιτίας της τρομακτικής έντασής τους, μπορούν όμως να συνδεθούν εξαιτίας του μοτίβου της εκμετάλλευσης των κατά τόπους αδυνάτων, κι άρα της παλιανθρωπιάς, με την κοινή μας ιστορία) αποκαλύπτει αργά και σταθερά τις εμπειρίες του πανανθρώπινου πόνου που απλώνεται ευρύτερα σε έναν ρημαγμένο πλανήτη.

Στο ποίημα «Αυτοβιογραφία» η Ilona γράφει, θυμίζοντας τα παιδάκια που ζουν και πεθαίνουν σκλάβοι στα στρατόπεδα εργασίας του 3ου κόσμου: «Δεν έχω όνειρα από καμιά παιδική ηλικία, μονάχα επισκέψεις από φοβερούς εφιάλτες.. Χειρότερα που θυμάμαι γιατί έτσι δεν έχω πουθενά για να κρυφτώ, δεν υπάρχουν μητρικά χέρια…».

Για τα περισσότερα κορίτσια (όπως κι αγόρια) εκείνης της εποχής, η ιστορία όντως τελείωσε «τότε». Αλλά για μας συνεχίζεται σχηματίζοντας, όπως η Christa Jansohn επισημαίνει, μονάχα μια λέξη: «Θύμηση». Ως εφαλτήριο πράξεων ώστε να υπάρξει σε κάποιο μακρινό μέλλον το «Ποτέ Ξανά!»…

Ελένη Καρασαββίδου

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών