Όταν μεγαλώσω, θα ανοίξω ίδρυμα

 

Της Μαρίας Καζάντη*

Κάποτε, στα όχι και πολύ παλιά χρόνια, ζούσαν κάτι σπουδαίοι έλληνες, άνδρες κυρίως, που από τη νεανική μέχρι και την ενήλικη ζωή τους κουράζονταν πολύ. Δούλευαν σκληρά για να εξασφαλίσουν το χαβιάρι και τη σαμπάνια. Ή αλλιώς, το ψωμί και το γάλα των παιδιών τους. Κατάφεραν πολλά, όχι με ξένες πλάτες. Με την αξία τους και με τη δούλεψή τους. Μόνο.

Ηταν σωστοί οικογενειάρχες. Τιμούσαν τις γυναίκες τους, και τις γυναίκες γενικώς ως τρόπαια. Άλλο αν κάποιες, άτυχες, επιρρεπείς στα ατυχήματα, άφηναν νωρίς τον κόσμο τούτο. Τιμούσαν, επιπλέον την πατρίδα. Άλλο εάν ο τρόπος τους ήταν κομμάτι εριστικός και ιδιόρρυθμος. Προστάτευαν την πατρίδα, φροντίζοντας ενίοτε και τους κατακτητές της, και εξοβέλιζαν στο πυρ το εξώτερον τους κακούς πατριώτες, παραδίδοντάς τους εκεί όπου θα σωφρονίζονταν. Τιμούσαν και την πίστη τους. Πάντα ορθόδοξοι, καλοί χριστιανοί. Έχτιζαν εκκλησίες και τις κοσμούσαν καταλλήλως, ενίοτε και με τις προσωπογραφίες των ιδίων και της αγίας οικογένειάς τους. Τιμούσαν και τους εργαζόμενους. Τι έφταιγαν αυτοί αν κάποια πλοία βούλιαζαν ή ορυχεία καταποντίζονταν, πνίγοντας και θάβοντας δεκάδες εργαζόμενους; Μήπως κι αυτοί δεν έχαναν το βιος τους; Τιμούσαν και τους κυβερνώντες των λαών. Και ήταν καλά παιδιά, σε κάθε μορφής πολίτευμα. Τι κι αν καμιά φορά η δημοκρατία έμπαινε στον γύψο; Αυτοί έκαναν το χρέος τους, αδιαλείπτως. Και τις δουλίτσες τους.

Ελεημοσύνη ως άλλοθι κοινωνικής αδικίας

Ήταν, επίσης, και παραμένουν, και φιλεύσπλαχνοι, φιλάνθρωποι και ελεήμονες. Κι όταν το βιός αυγάτισε αρκούντως, θεώρησαν χρέος τιμής να βοηθήσουν τους φτωχούς. Δομημένα και οργανωμένα. Κοντά στις επιχειρήσεις τους, σύστησαν τα ιδρύματα. Η δε πατρίδα, δεν ξεχνά. Τους τιμά και τους χαρίζει φόρους. Κι επειδή, στις μέρες μας, «ο νεοφιλελευθερισμός, Ρίγκαν – Θάτσερ, εξαπέλυσε επιθέσεις στον κόσμο, και αυτό είχε αποτέλεσμα, η τεράστια συγκέντρωση πλούτου σε ιδιωτικά χέρια να συνοδευτεί από απώλεια ισχύος στον πληθυσμό»1, αυτοί βοηθούν τους πένητες. Δεν είναι άλλωστε ο πλούτος που λείπει από τον κόσμο. Είναι το μοίρασμά του. Κι αυτοί φροντίζουν να αποδίδουν στους εργάτες τα ψιχουλάκια από τα καρβέλια που τους αναλογούν, ψυχοπονιάρηδες καθώς είναι. «Εδώ όμως καραδοκεί ένας κίνδυνος. Η ελεημοσύνη μπορεί να καταντήσει το άλλοθι της κοινωνικής αδικίας ιδίως. Ποιο είναι το όφελος, λέει ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης (4ος αιώνας) αν δημιουργείς πολλούς φτωχούς με την εκμετάλλευση και ανακουφίζεις ένα με την ελεημοσύνη; Αν δεν υπήρχε το πλήθος των εκμεταλλευτών δεν θα υπήρχε ούτε το πλήθος των εξαθλιωμένων»2.
Αλλά χωρίς εξαθλιωμένους νεόπτωχους, η ελεημοσύνη, πακετάκι δε με τα ιδρύματα, ακυρώνονται. Και οι απανταχού ευεργέτες, της υγείας, της παιδείας και του πολιτισμού, μένουν γράμμα κενό.

Οι ιδρυματούχοι και η δημοκρατία

Στο σημερινό, σκληρότερο από ποτέ, υπαρκτό καπιταλισμό, «το χρήμα εξουσιάζει την κυβερνητική πολιτική, οι ηγέτες συνδέονται στενά με ένα δίκτυο πολυδισεκατομμυριούχων ολιγαρχών που θεωρούν ότι ο κόσμος είναι το οικονομικό τους παιχνιδάκι»3. Και αυτοί οι πολυδισεκατομμυριούχοι ολιγάρχες είναι οι ίδιοι κάτοχοι των ιδρυμάτων, που, ενώ κατ’ επίφαση ανακουφίζουν τους προλετάριους, στην πραγματικότητα πρωτοστατούν «στην αναπτυσσόμενη παγκόσμια κίνηση προς τον αυταρχισμό, την ολιγαρχία, την κλεπτοκρατία»4. Βαθύνουν έτσι την ταξική ανισότητα, σταθεροποιούν τη σχέση εξουσίας με τους αναξιοπαθούντες εργαζόμενούς τους, αποδεικνύοντας έτσι πως τα ιδρύματά τους είναι ακραία νεοφιλελεύθερα μορφώματα.
Τι κι αν χαρίζουν υπολογιστές σε -λίγα- σχολεία; Τι κι αν παραδίδουν -ολίγα- ασθενοφόρα στα νοσοκομεία; Τι κι αν σπονσοράρουν θεατρικές παραστάσεις; Είναι βέβαιο πως αν πλήρωναν τους φόρους τους κανονικά, τα κράτη δεν θα είχαν ανάγκη την -υποτιθέμενη- κοινωνική τους ευαισθησία. Και ούτε θα ένιωθαν την ηθική υποχρέωση να βαφτίζουν με τα ονόματα «λαμπρών ευεργετών» δρόμους, λιμάνια, πλατείες, νοσοκομεία.
Εάν πράγματι οι «ιδρυματούχοι» οραματίζονταν «την ενίσχυση της δημοκρατίας, την ισότητα, την οικονομική, κοινωνική, φυλετική και περιβαλλοντική δικαιοσύνη»5, θα ήταν οι πρώτοι που θα υπεραμύνονταν των συλλογικών συμβάσεων, της εφαρμογής του 35ωρου, της αύξησης του κατώτατου μισθού στα 1.200 ευρώ -άραγε με ολιγότερα ζει κανείς αξιοπρεπώς;-, του σεβασμού των δικαιωμάτων των εγκύων και των γονιών κάθε φύλου, της ισχύς των συνδικάτων. Θα υπεραμύνονταν επίσης, όπως οι εστεμμένες των καλλιστείων, όσο κλισέ κι αν ακούγονται, της παγκόσμιας ειρήνης, της καταπολέμησης της πείνας, της προστασίας του περιβάλλοντος. Αξίες από τις οποίες διαπνέονται τα σχολικά εγχειρίδια, ενώ πλήθος εκπαιδευτικών προγραμμάτων βασίζονται σ’ αυτές.
Μοιάζει με μαύρη κωμωδία: η πλέον διάσημη πολυεθνική αναψυκτικών χορηγούσε περιβαλλοντικά προγράμματα, ενώ ίδρυμα του οποίου ο επιχειρηματίας πλούτισε πουλώντας όπλα στον ισπανικό εμφύλιο, και όχι μόνο, σπονσοράριζε προγράμματα για την ειρήνη. «Διδάσκουμε ό,τι είμαστε», έλεγε ο Μίλτος Κουντουράς. Και, ευτυχώς, ο κόσμος της εργασίας στα σχολεία, δάσκαλοι και καθηγητές, πόρρω απέχουν από τους απανταχού ευεργέτες διότι δεν τα κατακονόμησαν με την «αξία» τους μιας κι έγιναν δημόσιοι υπάλληλοι και, όταν μεγάλωσαν, δεν άνοιξαν ίδρυμα.

Σημειώσεις
1. Νόαμ Τσόμσκι
2. Θανάσης Παπαθανασίου, «Κοινωνική δικαιοσύνη και Ορθόδοξη Θεολογία»
3, 4, 5. Μπέρνι Σάντερς

* Η Μ. Καζάντη είναι δασκάλα