Ούτε μητροπολιτικό πάρκο, ούτε εκθεσιακό κέντρο

Είναι σημείο των καιρών ίσως, πως αποφάσεις για τόσο σοβαρά ζητήματα που θα καθορίσουν τη φυσιογνωμία της Θεσσαλονίκης και που αφορούν στην αναβάθμιση της ποιότητας ζωής σ’ αυτή την πόλη, αλλά και τις αναπτυξιακές δυνατότητες της ευρύτερης περιοχής, περνούν σχεδόν απαρατήρητα, αν και ανατρέπουν απροσχημάτιστα τα αποτελέσματα πρόσφατων διαβουλεύσεων και επιστημονικών μελετών. Για το μέλλον της ΔΕΘ, το «ξήλωμα» ξεκίνησε το Φεβρουάριο του 2013 με τη μελέτη της διοίκησης της ΔΕΘ, που πρότεινε ακύρωση της απόφασης μετεγκατάστασής της στη Σίνδο και απόδοσης του υπάρχοντος χώρου για μητροπολιτικό πάρκο, σε αντίθεση με όσα συμφώνησαν το σύνολο των παραγωγικών, οικονομικών, πολιτικών, επιστημονικών φορέων της πόλης το 2008. Η αιτιολογία που προβάλλεται, είναι ότι: «Η ανάλυση της εναλλακτικής “Σίνδος” καταλήγει ότι το κόστος κατασκευής προκύπτει υψηλό υπό τις τρέχουσες συνθήκες, η βιωσιμότητα της επένδυσης εμφανίζεται αρνητική και δεν φαίνεται ότι θα εξασφαλισθεί η χρηματοδότησή της. Κατά συνέπεια, θα ήταν ενδεδειγμένο η εναλλακτική “Σίνδος” να κρατηθεί για εκείνη τη συγκυρία κατά την οποία η γενικότερη οικονομική κατάσταση, οι επιχειρηματικές προοπτικές του “συνόλου” ΔΕΘ/HELEXPO, η εκθεσιακή δραστηριότητα γενικώς, το επενδυτικό ενδιαφέρον και η ανάπτυξη της πόλης, θα επιτρέψουν (ή και θα επιβάλουν) την ανάληψη ενός project τόσο σημαντικών στόχων, κόστους και απαιτήσεων σε συνοδευτικές υποδομές».
Επιβάρυνση του περιβάλλοντος και της υγείας των πολιτών
Στην αιτιολόγηση αυτή δεν λαμβάνονταν υπόψη ότι η μεγάλη διαφορά στα κόστη (284 εκατ. ευρώ για Σίνδο και 125 εκατ. ευρώ για ανάπλαση υφιστάμενης ΔΕΘ) προκύπτει από το μεγαλύτερο μέγεθος των εγκαταστάσεων στη Σίνδο και από το κόστος των υποστηρικτικών υποδομών (συνδέσεις με δίκτυα, κόμβος οδικής σύνδεσης με ΠΑΘΕ, σύνδεση με προαστιακό, κλπ), που είναι όμως υποδομές αναπτυξιακές και κοινωνικές για την ευρύτερη περιοχή (ΒΙΠΕΘ, οικισμός Σίνδου) και για το κόστος των οποίων δεν είχε γίνει διερεύνηση για εναλλακτική χρηματοδότηση. Δεν γίνεται, επίσης, καμία συζήτηση για το τεράστιο έμμεσο όφελος της πόλης από την επιβάρυνση των υποδομών της και τις γενικότερες και σοβαρές περιβαλλοντικές επιπτώσεις που θα αφαιρεθούν, ταυτόχρονα με τη μετατροπή όλου του χώρου, πλην ελαχίστων κτηρίων, σε πάρκο υψηλού πρασίνου. Τα περιβαλλοντικά ερωτήματα είναι κρίσιμα:
• Είναι λύση η χρήση του ελεύθερου χώρου-πράσινου, που υποτίθεται ότι προορίζεται για μητροπολιτικό πάρκο, για περιορισμένο χρονικό διάστημα για τις εκθεσιακές ανάγκες; Θα είναι, δηλαδή, η «αυλή» του εκθεσιακού κέντρου που θα υποστηρίζει τη λειτουργία της Έκθεσης;
• Πού βρίσκεται το «μητροπολιτικό πάρκο», όταν δεν οριοθετείται από το εκθεσιακό κέντρο και ο τομέας V (54 στρέμματα), προοριζόμενος κυρίως για πράσινο – ελεύθερο χώρο, έχει τον ίδιο χαρακτηρισμό χρήσεων γης, ως Κεντρικές Λειτουργίες Πόλης, με το σύνολο της έκτασης της ΔΕΘ και όχι ελεύθεροι χώροι-αστικό πράσινο (ΠΔ49/29-6-2018/Κατηγορίες και περιεχόμενο χρήσεων γης); Και βέβαια δεν θα τηρεί τα προβλεπόμενα στην Υ.Α.133384/6587/23-12-2015/Προδιαγραφές Σύνταξης των Μελετών Διαχείρισης Πάρκων και Αλσών, σύμφωνα με την οποία «η διατιθέμενη σε κάθε περίπτωση επιφάνεια πρασίνου σε πάρκο πρέπει οπωσδήποτε να υπερβαίνει το 80% της επιφάνειας του». Εξάλλου για να λειτουργεί ως αυλή του εκθεσιακού χώρου λογικά δεν θα φυτευτούν δέντρα. Μητροπολιτικό πάρκο χωρίς κυριαρχία υψηλού πράσινου είναι καθρεφτάκια για ιθαγενείς.
• Οι 3 υπόγειοι χώροι στάθμευσης που προτείνονται, δυναμικότητας πάνω από 2.100 θέσεων, με είσοδο-έξοδο τη Ν. Εγνατία και την 3η Σεπτεμβρίου, δεν θα επιβαρύνουν επιπλέον κυκλοφοριακά την ήδη βεβαρημένη περιοχή; Η δημιουργία τόσο μεγάλων χώρων στάθμευσης δεν λειτουργεί ως πόλος έλξης κι άλλων ΙΧ στο κέντρο, κάτι που υποτίθεται πρέπει να αποτραπεί;

Είναι μια λύση με αναπτυξιακή προοπτική;

Περνώντας στην καθαρά αναπτυξιακή διάσταση, σήμερα η Ελληνική Εταιρεία Συμμετοχών και Περιουσίας Α.Ε. (Υπερταμείο) στο Στρατηγικό της σχέδιο (2018) συμπεραίνει ότι «αναλογικά με το μέγεθος των εκθεσιακών κέντρων Αθήνας και Θεσ/νίκης, η ΔΕΘ εμφανίζεται πιο ανταγωνιστική και με μεγαλύτερη ευκαιρία να προσελκύσει άνω του 81% των κατηγοριών εκθέσεων που διοργανώνονται ευρωπαϊκώς λόγω της υψηλής χωρητικότητας του εκθεσιακού χώρου (175 στρ.)» Δηλαδή ευκαιρίες για «προσέλκυση εκθέσεων που πραγματοποιούνται στο εξωτερικό και συγκεκριμένα στο Βαλκανικό χώρο. Θα μπορούσε να αποτελέσει κόμβο διασύνδεσης της τεχνολογίας και επιχειρηματικότητας στην Ελλάδα και στα Βαλκάνια» και «προσέλκυση εμπορικών εκθέσεων /διαφοροποίηση αντικειμένου έκθεσης (π.χ. επέκταση θεματικών πάρκων διεθνών προδιαγραφών)».
• Αν δεχτεί κανείς ότι το κόστος μετεγκατάστασης στη Σίνδο είναι υψηλό και η ΔΕΘ παραμείνει στην πόλη, μπορούν αυτά να επιτευχθούν στα 40 στρ. εκθεσιακών χώρων, όπως προτείνεται στο Ειδικό Χωρικό Σχέδιο (ΕΧΣ) που θα θεσμοθετήσει την ανάπλαση της ΔΕΘ; Να υπενθυμίσουμε ότι στην Agrotica 2018 οι ανάγκες για εκθεσιακούς χώρους ήταν 175 στρ. για ξένους εκθέτες και 52 στρ. για έλληνες εκθέτες.
• Το ξενοδοχείο ύψους 34 m (ψηλότερο από τον Λευκό Πύργο) θα αποτελέσει νέο τουριστικό τοπόσημο της πόλης;
• Κατά τη θεμελίωσή του, όπως και των ύψους 20 m και 12 m εκθεσιακών κτιρίων, είναι σίγουρο ότι δεν θα συναντήσουν αρχαιότητες; Αν συμβεί αυτό, πώς θα ολοκληρωθεί η νέα ΔΕΘ;
• Τα 2-3 χρόνια που απαιτούνται για την κατασκευή της νέας ΔΕΘ, πού θα διεξάγονται οι εκθεσιακές της δραστηριότητες; Μήπως σχεδιάζεται να μεταφερθούν αλλού «προσωρινά» ή να επιβαρυνθούν άλλοι δημόσιοι χώροι;
Η συρρίκνωση και υποβάθμιση των εκθεσιακών δυνατοτήτων της ΔΕΘ, με τα προβλεπόμενα του ΕΧΣ, θα οδηγήσουν τελικά σε συνέχιση της περιβαλλοντικής υποβάθμισης του κέντρου της Θεσσαλονίκης, παρά το ψευδώνυμο μητροπολιτικό πάρκο που εξαγγέλθηκε. Ταυτόχρονα, αποτελούν αναπτυξιακή τροχοπέδη για την ευρύτερη περιοχή και απεμπόληση του μητροπολιτικού της ρόλου. Η λύση της μετεγκατάστασης στη Σίνδο δίνει τη δυνατότητα επεκτασιμότητας μεσομακροπρόθεσμα των εκθεσιακών δραστηριοτήτων, με σαφώς μικρότερες περιβαλλοντικές επιπτώσεις και χωρίς πολεοδομικά προβλήματα. Επιπρόσθετα, μπορεί «να λειτουργήσει ως μοχλός αναβάθμισης του αστικού και περιαστικού περιβάλλοντος της Δυτικής Θεσσαλονίκης. Η κυριότερη, ωστόσο, ωφέλεια αφορά την ποιότητα ζωής και την υγεία των κατοίκων της πόλης με τη δημιουργία ενός πραγματικού μητροπολιτικού πάρκου, που θα ανακουφίσει την περιοχή από τις εντατικές χρήσεις του χώρου.

Πρωτοβουλία για την υπεράσπιση
των ελεύθερων χώρων