Πάντα, όλα για καλό

yannopoulou_1

Γιάννης Μακριδάκης “Όλα για καλό”, εκδόσεις Εστία, 2017

Στο τελευταίο μυθιστόρημά με τον τίτλο Όλα για καλό, ο Γιάννης Μακριδάκης αγκυρώνει τη μυθοπλασία του, για μια ακόμη φορά, στην επικαιρότητα, στον παρόντα χρόνο και στον τόπο όπου ο ίδιος ζει. Με άλλα λόγια, στο σκηνικό της προσφυγικής κρίσης, έτσι όπως την έζησαν τα ελληνικά νησιά του Αιγαίου από το καλοκαίρι του 2015. Το Όλα για καλό εκτυλίσσεται λοιπόν στη Χίο, στα τέλη του 2015, εν μέσω προσφυγικού, ενώ βάρκες με μισοπνιγμένους πρόσφυγες προσαράζουν τις νύχτες στα παράλια του νησιού κι η θάλασσα ξεβράζει κουφάρια.

Το κέντρο όμως του μυθιστορήματος, ή μάλλον η ιστορία που κάνει τον αναγνώστη να γυρνά με ανυπομονησία τις σελίδες για να την δει να ξετυλίγεται και να αποκαλύπτεται, πηγαίνοντας μπρος-πίσω απ’ το παρόν στο παρελθόν, πατά στο έδαφος της μυθοπλασίας, είναι η ιστορία που συνδέει τον αφηγητή Δημοσθένη, τον αποσυνάγωγο -πρώην καλλιτέχνη-πρώην καλόγερο Μιχάλη και την Ελληνογερμανίδα Κατρίν, και γύρω απ’ αυτούς μια μικρή συντροφιά ανθρώπων, στην οποία δίνουν τον τόνο άνθρωποι λαϊκοί και ως επί το πλείστον ηλικιωμένοι. Το πλέξιμο αυτών των δύο ιστοριών, της πραγματικής -πρόσφυγες, πνιγμοί, νησιώτες αλληλέγγυοι αλλά και πλιατσικολόγοι κι άλλοι που κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για τον εξισλαμισμό της χώρας (όπως ο παπάς)-  δίνει στον Μακριδάκη τη δυνατότητα να αποφύγει τους συναισθηματισμούς ή την ηθικολογία στα οποία ίσως εύκολα θα κινδύνευε να υποπέσει ο συγγραφέας που θα καθιστούσε θέμα της αφήγησής του την ίδια την προσφυγική κρίση, ενώ ταυτόχρονα του επιτρέπει να φτιάξει εντέλει ένα μυθιστόρημα για το προσφυγικό, μέσα απ’ τον τρόπο που η πραγματικότητα, ως φόντο της ιστορίας του, καθρεφτίζεται στη μυθοπλασία, την άλλη, δηλαδή, την τραγική ιστορία των τριών ηρώων του.

Μυθοπλασία, πραγματικότητα, ιστορία

Το μυθιστόρημα εκτυλίσσεται στο χρονικό διάστημα ενός μήνα περίπου με κομβικά σημεία δύο κηδείες, μία γέννηση και τρία δείπνα. Ξεκινά με την ανακοίνωση του θανάτου του Μιχάλη (που συμβαίνει περίπου στο τέλος της ιστορίας) για να την πιάσει έπειτα από την αρχή, από τη στιγμή που ο Δημοσθένης και η Κατρίν, που μόλις έχουν γνωριστεί, αλληλέγγυοι κι οι δυο της προσφυγικής κρίσης, βρίσκουν το πτώμα ενός πνιγμένου πρόσφυγα, ζωσμένου με μερικές χιλιάδες δολάρια. Τα χρήματα θα τους δώσουν τη δυνατότητα να στήσουν μια μικρή απάτη, να τα οικειοποιηθούν, δηλαδή, προκειμένου να τα χρησιμοποιήσουν για το κοινό καλό, την κατασκευή ενός μουσείου του πρώην λεπροκομείου του νησιού (με την ιστορία του οποίου ασχολείται κι ο ίδιος ο συγγραφέας στην πραγματική ζωή) και μιας κοινωνικής κουζίνας για τους πρόσφυγες. Στα δύο λοιπόν επίπεδα της αφήγησης, αυτό της σύγχρονης πραγματικότητας (πρόσφυγες στα νησιά) κι εκείνο της επινοημένης ιστορίας των τριών (που παρουσιάζεται με τον τρόπο της αρχαίας τραγωδίας σχεδόν), θα προστεθεί ένα τρίτο, αυτό της ιστορίας (με το λεπροκομείο αλλά και κάποια σύντομα περάσματα εικόνων της ελληνικής προσφυγιάς στη Συρία κατά τη διάρκεια του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου).
Η ιστορία που εμπλέκει τον Μιχάλη, τον Δημοσθένη και την Κατρίν είναι μια ιστορία αναγνώρισης, επαπειλούμενης αιμομιξίας, η ιστορία τριών ανθρώπων που ζουν δίχως να ξέρουν τους δεσμούς που τους συνδέουν, ή που ο καθένας τους ξέρει ένα κομμάτι τους μονάχα. Ο Δημοσθένης, αυτός που ξέρει αρχικά τα λιγότερα και αφηγείται την ιστορία του, όταν πια όλες οι χαμένες άκρες έχουν ενωθεί και του έχει αποκαλυφθεί η αλήθεια της καταγωγής του, την παρουσιάζει βήμα βήμα, ακολουθώντας ακριβώς τη δική του πορεία μες στα γεγονότα, βάζοντας μόνο διαρκώς μικρά σημάδια αμφισβήτησης όσων κάθε φορά πίστευε για αλήθεια, ξαναδιαβάζοντας ανεπαίσθητες αντιδράσεις, χειρονομίες, μορφασμούς, όχι όμως για να αποκαλύψει πρόωρα τη σημασία τους, αλλά κρατώντας τον αναγνώστη σε επαγρύπνηση για όσα δεν του λέει ανοιχτά ακόμη, για όσα τότε αγνοούσε και ο ίδιος. Έτσι, προοικονομείται το συμπέρασμα πως ο έρωτας που γεννιέται ανάμεσα στον Δημοσθένη και την Κατρίν –πιο βέβαιος σ’ εκείνη, πιο διστακτικός σ’ αυτόν, που βασανίζεται ακόμη από μια προηγούμενη ερωτική αποτυχία–, αν και βέβαιος για τους υπόλοιπους της συντροφιάς, μένει ευτυχώς ανολοκλήρωτος.
Γύρω απ’ τους τρεις, ο Μακριδάκης χτίζει μια σειρά από πρόσωπα, και πάλι παραπέμποντας με κάποιον τρόπο σε αρχαία τραγωδία. Κάποια απ’ αυτά είναι αξιομνημόνευτοι μυθιστορηματικοί χαρακτήρες, λαϊκοί τύποι του νησιού, ο Φώταρος, η γυναίκα του η Καλή, η Στάσα, η μαία, λιγότερο ο άντρας της Δημήτρης ή ο παπα-Σίωρος, άλλα πιο αχνά σκιαγραφημένα, ένας χορός δίχως ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, ο Λουκάς και η Μαργαρίτα, ο Θωμάς κι η Άλκηστη, μέλη της συντροφιάς ή της συλλογικότητας των αλληλέγγυων, ή το ζευγάρι των προσφύγων, ο Καχραμάν και η Γιασμίν, με το νεογέννητο μωρό τους. Και στο άλλο επίπεδο, αυτό της Ιστορίας, την οποία φέρουν οι ηλικιωμένοι ήρωες του μυθιστορήματος, ο Φώταρος κι η Στάσα πιο πολύ, αλλά και η Κατρίν, με τις απρόσμενες αποκαλύψεις της, αναδεικνύονται άλλα πρόσωπα, τρόφιμοι του λεπροκομείου, η Γιασεμή και ο Ιωακείμ, που ζήσαν στον καιρό τους τον δικό τους έρωτα μες στο λεπροκομείο, αποσυνάγωγοι μιας άλλης κοινωνίας κι εποχής.

Πώς συνδέονται όλα

yannopoulou_2

Είπα στην αρχή αυτού του σημειώματος πως ο Μακριδάκης καταφέρνει χωρίς συναισθηματισμούς και ηθικολογίες να γράψει ένα μυθιστόρημα για το προσφυγικό ακριβώς επειδή στα άλλα δύο επίπεδα της ιστορίας του βρίσκει κανείς αντανακλάσεις της προσφυγιάς και του αποκλεισμού, του φόβου για τον άλλον, τον διαφορετικό, τον άρρωστο, τον ξένο. Έτσι, το στρατόπεδο των προσφύγων καθρεφτίζεται στο παλιό σπιτάλι των λεπρών. Εκεί γεννιέται ένα παιδί σήμερα από τη Κούρδισσα Γιασμίν, εκεί όμως είχε γεννηθεί πριν από χρόνια κι ένα άλλο μωρό, από μια συνονόματή της λεπρή, τη Γιασεμή, γιαγιά της Κατρίν. Και το μωρό των προσφύγων θα βαφτιστεί από τον Φώταρο, που κι αυτός με τη σειρά του έχει γεννηθεί σ’ ένα στρατόπεδο προσφύγων στη Συρία.
Ο φόβος των παλιών για τους λεπρούς, που φαίνεται να επιβιώνει ακόμη όταν η Στάσα συμβουλεύει τον Δημοσθένη να παρατήσει την Κατρίν, γιατί ποιος ξέρει αν κουβαλάει μέσα της την αρρώστια, καθρεφτίζεται στο φόβο και το μίσος κάποιων κατοίκων του νησιού για τους πρόσφυγες, ή στα κηρύγματα του παπά για τον κίνδυνο εξισλαμισμού. Αποσυνάγωγος, αυτό-αποκλεισμένος απ’ την κοινωνία, είναι και ο Μιχάλης, που βασανίζεται όλη του τη ζωή για ένα κακό που προκάλεσε παρά τη θέλησή του.
Το παρελθόν και το παρόν συμπλέκονται στην ιστορία του Μακριδάκη για να αναδείξουν κοινές αναφορές και μοίρες, για να ξεδιαλέξουν την αλήθεια από το ψέμα, για να αποδιοργανώσουν τα πρόσωπα και να τα ξαναδέσουν με άλλους, νέους δεσμούς.

Βέβηλο χιούμορ και μια ανάσα αισιοδοξίας

Κάτι ακόμη που ξεχωρίζει στο μυθιστόρημα του Μακριδάκη είναι το χιούμορ που αλαφραίνει την αφήγησή του. Οι δύο κηδείες, αυτή του Μουεζίν, στην αρχή της ιστορίας, και εκείνη του Μιχάλη στο τέλος της, υπονομεύουν τη αυτονόητη συγκίνηση με σπαρταριστά ενσταντανέ. Κάποια στιγμή, ο Δημοσθένης θα φάει λαίμαργα το φακόρυζο που είχε φέρει στον νεκρό ήδη Μιχάλη, την επομένη όταν θα ξαναπάει στο βουνό για να δηλώσει το θάνατό του. Κι από την άλλη, η ιστορία της παρ’ ολίγον αιμομιξίας του Δημοσθένη και της Κατρίν, η σκοτεινή ζωή του ίδιου του Μιχάλη, η φρίκη του προσφυγικού ανατρέπονται ουκ ολίγες φορές από σκηνές αστείες, από απρόσμενες ανατροπές, από ένα βέβηλο (για τα όσια και ιερά) χιούμορ.
Μέσα σ’ αυτό το παιχνίδι πραγματικότητας και μυθοπλασίας, παρόντος και παρελθόντος, ο Μακριδάκης βάζει στο κέντρο της αφήγησής τους αυτήν τη γοητευτική ομάδα ανθρώπων, που προσφέρουν τη βοήθειά τους στους πρόσφυγες απ’ τη μια και φροντίζουν για την ιστορία του τόπου τους απ’ την άλλη, που συνδέονται μεταξύ τους με δεσμούς φιλίας και αγάπης και είναι ανοιχτοί στον ξένο, στον Άλλον, τύποι απλοί και ταυτοχρόνως αξιοθαύμαστοι. Αυτή η ιδέα της συλλογικότητας, των ανθρώπων που παλεύουν μαζί για το καλό, μετατρέπεται από φόντο της ιστορίας του, σε ανάσα αισιοδοξίας για όσα δύσκολα και σκοτεινά τους (και μας;) συμβαίνουν.

Έφη Γιαννοπούλου