Παρακολουθώντας τη σκέψη του Τάκη Μπενά

Πώς, με τι τρόπο θα μπορούσαμε εμείς εδώ στην «Εποχή» να τιμήσουμε, παρουσιάζοντας στους νεότερους όσο μπορούμε πιο πιστά την προσωπικότητα, τις συμβολές ενός από τους ιδρυτές μας, ενός αγωνιστή όπως ο Τάκης Μπενάς; Ενός στοχαστικού κομμουνιστή και διακεκριμένου στελέχους της διαρκούς πάλης για την ανανέωση του κομμουνιστικού αριστερού κινήματος της χώρας μας; Πολύ δύσκολο ιδιαίτερα αν αρχίσεις να φυλλομετράς το αξιόλογο γραπτό έργο που μας άφησε, αν αφήσεις να σε κατακλύσουν οι μνήμες από τις στιγμές που ζήσαμε μαζί με πολλούς από εμάς πριν τη δικτατορία, κατά τη διάρκειά της ή μετά την πτώση της στη δύσκολη μάχη για τη σταθεροποίηση και οικοδόμηση του ΚΚΕ Εσωτερικού, στην επώδυνη διαδικασία που οδήγησε στη διάσπασή του το 1986 αλλά και μετά όταν έπρεπε να περισώσουμε ό,τι μπορούμε και να συνεχίσουμε. Η ελπίδα, επομένως και αντοχή, προέκυπτε όχι εξ ορισμού αλλά από το έργο που είχε συντελεσθεί, από τις απαντήσεις που είχαν συγκροτηθεί από το ρεύμα της Κομμουνιστικής Ανανέωσης για να απαντήσουν στα αδιέξοδα του Κομμουνιστικού Κινήματος.
Έχει ενδιαφέρον να παρακολουθήσεις τη σκέψη του Τάκη, εν πορεία, το πώς προχωρούσε παρακολουθώντας και αναλύοντας τη μεταβαλλόμενη κάθε φορά εποχή και προβλέποντας. Υπήρξε από τους τυχερούς συντρόφους, ιδίως της γενιάς του. Διότι όχι απλώς επέζησε, έμεινε ενεργός αγωνιστής σε τόσο μεγάλη διαδρομή. Όχι γιατί γνώρισε ενθουσιασμούς και διαψεύσεις, μέσα και σε συγκρούσεις, που δεν του αλλοίωσαν όμως την ανθρωπιά του και τη συντροφικότητά του, αλλά από ανένταχτος μια περίοδο έγινε ιδρυτικό μέλος του ΣΥΡΙΖΑ, ενός κόμματος που το έμπειρο μάτι του – είχε εντοπίσει την κυοφορία του στο υποστηρικτικό κείμενο στον ΣΥΝ για τις εκλογές του 2000 – στη θεμελίωσή του έβλεπε το μεγαλύτερο μέρος των θεωρητικών, οργανωτικών και πολιτικών επεξεργασιών του ΚΚΕ Εσωτερικού.
Διαλέξαμε απ’ όλη τη διαδρομή του να αναδημοσιεύσουμε σήμερα ένα μεγάλο απόσπασμα απ’ την εισήγησή του, εκ μέρους της τάσης της «Αναβάθμισης» του ΚΚΕ εσωτερικού, στο τελευταίο του συνέδριο λίγο πριν τη διάσπασή του και τη δημιουργία της ΕΑΡ και του ΚΚΕ Εσωτερικού – Ανανεωτική Αριστερά, μετά. Στο βιβλίο του «Το Ελληνικό ’68, Συμβολή στην ιστορία του ΚΚΕ Εσωτερικού» (εκδόσεις Θεμέλιο, 2012) μπορεί να υπάρχουν πιο επεξεργασμένα και κατασταλαγμένα κείμενά του, ωστόσο αυτή ήταν η πιο κρίσιμη στιγμή – ανάμεσα βέβαια σε πολλές άλλες – στην αγωνιστική του διαδρομή. Εκείνη τη στιγμή από τα στελέχη του ιστορικού ΚΚΕ που ήταν στο ΚΚΕ Εσωτερικού και υποστήριζαν τη διατήρηση του «Κ» και την «Αναβάθμιση» όπως ο Μπάμπης Δρακόπουλος, ο Λευτέρης Ελευθερίου, ο Βασίλης Νεφελούδης κ.ά., ο Τάκης Μπενάς ήταν ο πιο ενεργός, ουσιαστικά ο οργανωτικός Γραμματέας του όταν Γραμματέας ήταν ο Γιάννης Μπανιάς και Πρόεδρος ο Λεωνίδας Κύρκος. Είναι ένα κείμενο πλούσιο σε προβληματισμούς, καθόλου αντιπαραθετικό, που αναζητούσε τη σύνθεση έως την τελευταία στιγμή, απορρίπτοντας την αριθμητική λογική ως λύση. Προτείνοντας ως έσχατη λύση να δοθεί απ’ όλους μαζί περιθώριο και στον χρόνο να παρέμβει, να δοκιμαστούν και σ’ αυτόν οι απόψεις. Δεν έγινε, εντούτοις, αποδεκτό.

Ο Τάκης Μπενάς γεννήθηκε το 1925 στον Πειραιά. Η Κατοχή τον βρίσκει μαθητή στις τελευταίες τάξεις του γυμνασίου και στη συνέχεια φοιτητή της Νομικής Σχολή. Μετέχει στην Εθνική Αντίσταση από τις γραμμές του ΕΑΜ Νέων και της ΕΠΟΝ, στον Πειραιά και το πανεπιστήμιο. Οι εμπειρίες του από αυτά τα ηρωικά χρόνια παρουσιάζονται στο βιβλίο του Της Κατοχής που κυκλοφόρησε το 1990. Την Κατοχή διαδέχεται ο Εμφύλιος και ο Τάκης Μπενάς θα κληθεί να πληρώσει τον φόρο της γενιάς του. Καταδικάστηκε σε θάνατο από τα έκτακτα στρατοδικεία του Εμφυλίου και παρέμεινε τελικά δώδεκα χρόνια στη φυλακή, έως το 1960. Μια φοβερή περίοδος, γεμάτη βιωματικές εμπειρίες που περιγράφονται στο βιβλίο Του Εμφυλίου (1996). Με την αποφυλάκισή του θα ξαναβρεθεί στο κίνημα της νεολαίας, γραμματέας αρχικά της Νεολαίας ΕΔΑ και από το 1964 της Δημοκρατικής Νεολαίας Λαμπράκη. Από το 1961 είναι μέλος της Κ.Ε. του ΚΚΕ και της Ε.Ε. της ΕΔΑ. Έχοντας διαφύγει τη σύλληψη τη νύχτα της 21ης Απριλίου 1967, θα βρεθεί ανάμεσα στην ηγεσία του αντιδικτατορικού αγώνα της Αριστεράς για δύο χρόνια, έως το 1989. Παίρνει μέρος στη διάσπαση του ΚΚΕ το 1968 και τη διαμόρφωση του ΚΚΕ Εσωτερικού από το 1968. Φυλακίζεται με ισόβιες ποινές από τα στρατοδικεία της Χούντας το 1969 και θα βγει από τη Γιούρα του Ιωαννίδη την επόμενη μέρα της Μεταπολίτευσης, με την πτώση της δικτατορίας. Οι δοκιμασίες της περιόδου καταγράφονται στο βιβλίο Της Δικτατορίας, το 2007. Από τότε έως το 1986, για δώδεκα χρόνια μετέχει ενεργά στην πολιτική ζωή της χώρας και την ηγεσία του ΚΚΕ Εσωτερικού. Κατόπιν παραμένει κομματικά ανένταχτος, ενεργός αριστερός πολίτης με συμβολή στη δημοσιογραφία και τις αντιστασιακές οργανώσεις. Στον αριστερό ημερήσιο και περιοδικό Τύπο έχουν δημοσιευτεί άρθρα, δημόσιες ομιλίες και παρεμβάσεις του ιδιαίτερα στην εφημερίδα Αυγή και, μετά το 1988, στην εβδομαδιαία εφημερίδα Εποχή, στην ίδρυση της οποίας έλαβε μέρος.

 

 

Η ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΤΑΚΗ ΜΠΕΝΑ ΣΤΟ 4o (ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ) ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΟΥ ΚΚΕ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ

Γιατί είναι αναγκαία η ύπαρξη ανανεωτικού κομμουνιστικού κόμματος

«Ανεβαίνω στο βήμα με δέος. Αισθάνομαι μια μεγάλη ιστορική ευθύνη γιατί επωμίστηκα το χρέος να παρουσιάσω στο συνέδριο τις προτάσεις και τις σκέψεις χιλιάδων συντρόφων μας μελών του κόμματος και της νεολαίας του που εξακολουθούν να πιστεύουν ότι στις σημερινές συνθήκες της χώρας μας είναι αναγκαία η ύπαρξη του ανανεωτικού κομμμουνιστικού μας κόμματος, του επαναστατικού πολιτικού φορέα που έγινε γνωστός με τον τίτλο του ΚΚΕ Εσωτερικού, του κόμματος που έφερε στην ελληνική κοινωνία τις νέες ιδέες, το καινούργιο όραμα του σοσιαλισμού με αυτοδιαχείριση, δημοκρατία, και ελευθερία.
Δύο επισημάνσεις για τους όρους της συζήτησης που έγινε στο κόμμα:
1) Κατά πόσο ζητήματα τόσο σοβαρά, λεπτά και περίπλοκα, όπως ο τίτλος, η φυσιογνωμία και ο χαρακτήρας του κόμματος ή έστω ενός νέου κόμματος έπρεπε να συνδεθούν με καθαυτό οργανωτικές διαδικασίες, όπως είναι οι εκλογές αντιπροσώπων και οργάνων ή θα έπρεπε να μείνουν αποκλειστικά στο επίπεδο της πολιτικοϊδεολογικής αναζήτησης. Αυτό θα βοηθούσε πολύπλευρα γιατί θα αποδυνάμωνε το στοιχείο της επικράτησης και των όποιων τραυματικών εμπειριών τη συνοδεύουν και θα ανέδειχνε περισσότερο και πιο νηφάλια το πολιτικό στοιχείο του προβληματισμού.
2) Αρνητικό γεγονός που παρεμπόδιζε τον προβληματισμό, ήταν η εμπλοκή του με τα θέματα της ηγεσίας του κόμματος. Υπάρχει ευθύνη της Κ.Ε., που δεν κατανόησε έγκαιρα ότι με ανοιχτά τα θέματα ηγεσίας δεν έπρεπε να μπούμε σ’ αυτές τις διαδικασίες. Ότι με λυμένο πρώτα το θέμα της ηγεσίας, οι όροι της συζήτησης θα ήταν πολύ πιο αντικειμενικοί, πιο αποφορτισμένοι, δηλαδή αποκλειστικά πολιτικοί.

Μερικά σοβαρά προβλήματα

Ας ξεκαθαρίσουμε μερικά σοβαρά προβλήματα που προκύψαν:
Πριν 18 χρόνια εκδηλώθηκε η ιστορική πρωτοβουλία για την ανανέωση του κομμουνιστικού κινήματος και γενικότερα της ελληνικής αριστεράς. Υπήρχαν βαθύτατες κοινωνικές και πολιτικές αιτίες. Εγχώριες αιτίες.
Η ρήξη του 1968 ήταν αναπόφευκτη και δεν οφειλόταν μόνο στις αφορμές της. Ήταν επαναστατική και πολιτικά επιβεβλημένη. Γιατί χωρίς την ανανέωση του κομμουνιστικού κινήματος δεν θα μπορούσε να ευοδωθεί ο αγώνας για την ανανέωση της ίδιας της ελληνικής κοινωνίας. Ν’ ανοιχτεί ο δρόμος για τον σοσιαλισμό.
Το ανανεωτικό μας κίνημα συναντήθηκε με τα νέα ρεύματα του δημιουργικού μαρξισμού, με τις επεξεργασίες και τις ιδέες της επαναστατικής πρωτοπορίας του ευρωπαϊκού κομμουνιστικού κινήματος.
Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες διαμορφώνεται το ΚΚΕ Εσωτερικού που σηκώνει τη σημαία του δημοκρατικού δρόμου για το σοσιαλισμό, διακηρύσσει τη νέα στρατηγική της συγκέντρωσης των πιο πλατιών δυνάμεων του δημοκρατικού δρόμου, την αναγκαιότητα της πλουραλιστικής σύνθεσης και συμπαράταξης αυτού του δρόμου.
Το κόμμα μας εξοπλίζεται με μια πραγματικά επαναστατική και μαζική γραμμή που λύνει ορθά και πειστικά το ζήτημα της σχέσης των κομμουνιστών με την εξουσία, δηλαδή της άσκησης και της διαχείρισης της εξουσίας από τους εργαζόμενους και όχι για λογαριασμό τους, απορρίπτοντας την αντίληψη της δικτατορίας του προλεταριάτου και τα σοσιαλδημοκρατικά μοντέλα.
Αυτά τα πασίγνωστα στοιχεία της φυσιογνωμίας μας δεν αφήνουν κανένα περιθώριο για «ταυτίσεις» και «συγχύσεις» των δύο Κ.Κ.
Μας παρατηρούν ότι ο πολύς ο κόσμος δεν τα ξέρει. Λάθος. Μονάχα οι φασίστες δεν κάναν ποτέ αυτή τη διάκριση. Και πρόσφατα, όταν είχαν καταρρεύσει οι ελπίδες όσων επιθυμούσαν τη διάλυση του κόμματός μας, όταν καταγράφηκε οριστικά στην πολιτική ζωή και αναφερόταν στον Τύπο η ύπαρξη δύο Κ.Κ., όταν ηττήθηκε η γραμμή του ΚΚΕ στο θέμα της διάσπασης που είχε δέκα χρόνια ως σύνθημα ότι «ένα είναι το κόμμα», τότε εμφανίζεται για εκλογικούς λόγους σκοπιμότητας η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ με την τακτική του τσουβαλιάσματος των δύο Κ.Κ. στο σχήμα της «παραδοσιακής αριστεράς» που τη διευκολύνει για να παίξει το δικομματικό παιχνίδι της απώθησης της Αριστεράς στη γωνία, αλλά και γιατί φοβάται πολύ την ελκτική δύναμη των ανανεωτικών μας ιδεών.

Γιατί να υπερβούμε τον Κομμουνιστικό χαρακτήρα;

Τελικά ποιος είναι ο κύριος λόγος όπου πρέπει να υπερβούμε τον κομμουνιστικό χαρακτήρα του κόμματός μας; Η διάσπαση; Ή ότι οι μάζες δεν έρχονται επειδή έχουμε το κομμουνιστικό στον τίτλο μας;
Η διάσπαση του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος είναι γεγονός χωρίς επιστροφή. Γιατί έγινε ακριβώς πάνω στη βάση του δρόμου και του περιεχομένου του σοσιαλισμού. Του δημοκρατικού δρόμου και του σοσιαλισμού με ελευθερία.
Τι σχέση και τι ταύτιση μπορούν να έχουν αυτές οι ιδέες με το ΚΚΕ του Φλωράκη; Καμία απολύτως. Τι σχέση μπορούν να έχουν αυτές οι ιδέες μας με τον νεοδογματισμό, τον συντηρητισμό, τον τριτοδιεθνισμό και άλλους παρόμοιους χαρακτηρισμούς; Καμία βεβαίως. Δεν δικαιούμαστε να υποτιμήσουμε τον ολοφάνερο κίνδυνο να μονοπωλήσει την εκπροσώπηση των κομμουνιστικών ιδεών το κόμμα του Φλωράκη.
Το δεύτερο μεγάλο πρόβλημα που έχει τεθεί είναι, εάν, το ΚΚΕ Εσωτερικού μπορεί ή όχι να έχει προοπτική. Μπορεί ή όχι ν’ ανταποκριθεί στις κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις, να επωφεληθεί απ’ αυτές, να αναπτύξει την επιρροή του, να πράξει τελικά τον ρόλο του.
Το κύριο επιχείρημα των απόψεων αυτών είναι ότι η νέα δυναμική που διαγράφεται μέσα από την αποδέσμευση αριστερών και λαϊκών δυνάμεων εξαιτίας της δεξιότερης μετατόπισης του ΠΑΣΟΚ και των αδιεξόδων της πολιτικής του, επιβάλλει τη διαμόρφωση ενός νέου αριστερού κόμματος.
Αλλά γιατί άραγε, σ’ αυτή την κινητικότητα αποκλείεται εξ ορισμού ότι το κόμμα μας δεν μπορεί να παρέμβει και να πείσει ότι η δική του πολιτική εκπροσωπεί τη διέξοδο στην κρίση, δεν μπορεί να εκφράζει τις αγωνίες και τις διαθέσεις αυτών των μαζών; Οι απαντήσεις που παίρναμε είναι συνήθως δύο: Ή επειδή έχει το κομμουνιστικό στον τίτλο του και άρα δεν ελκύει, ή επειδή έχει μικρό μέγεθος, άρα δεν μπορεί να πείσει.

Με την πολιτική σου πείθεις

Και τα δύο είναι λαθεμένα. Πιστεύουμε ότι το πρωταρχικό στοιχείο με το οποίο πείθεις είναι η πολιτική σου με την εμβέλειά της σε μια δοσμένη διάταξη των δυνάμεων, και όσο αυτή δεν ανατρέπεται ριζικά. Γιατί οριακές μεταβολές πάντα μπορούν να γίνονται. Ήταν πραγματικά ορθότατη η βαρυσήμαντη πολιτική διαπίστωση που έκανε η Κ.Ε. μας, μετά τις εκλογές, σύμφωνα με την οποία η νέα αυτοδυναμία του ΠΑΣΟΚ δεν οφειλόταν μόνο στον εκλογικό νόμο, στην πόλωση και στα τεχνητά διλήμματα, αλλά κυρίως γιατί υπήρξε συνειδητή ψήφος από ευρύτερα κοινωνικά στρώματα. Ψήφος που εξηγείται από την κοινωνική ψυχολογία, που διαμορφώνεται μέσα στην κερματισμένη κοινωνία μας, αλλά και με βάση το γεγονός ότι μεγάλες λαϊκές μάζες δεν έχουν πειστεί για την αναγκαιότητα ή για το ρίσκο των βαθύτερων κοινωνικών μεταβολών που επαγγελλόμαστε.
Εάν η όξυνση της κρίσης που υπάρχει στη χώρα, αποδεσμεύει ευρείες λαϊκές δυνάμεις από την κηδεμονία του ΠΑΣΟΚ, και αυτό είναι κάτι που δεν πρέπει απλά να το περιμένουμε αλλά να εργαστούμε αποτελεσματικά για να συμβεί, τότε, είναι η δική μας σωστή πολιτική που θα πρέπει να την καταστήσουμε πιο πειστική και πιο σαφή, που θα συναντηθεί μ’ αυτές τις μάζες και θα τις εκφράσει σ’ ένα βαθμό και εκλογικά.
Το κόμμα μας αναμφίβολα δεν κατόρθωσε να καταγραφεί σε μεγαλύτερη κλίμακα. Πολλοί λόγοι, συνέτειναν σ’ αυτό.
Στο 3ο Συνέδριο έγινε μια συνολική εκτίμησή τους και όλοι είπαμε να κλείσει αυτή η συζήτηση, αυτή η «λαθολογία» του παρελθόντος. Το θέμα το άνοιξε ξανά η επιχειρηματολογία της «μετεξέλιξης» που ανατρέποντας ριζικά αυτές τις διαπιστώσεις του 3ου Συνεδρίου που όλοι ψηφίσαμε ότι «αυτή η πορεία του ΚΚΕ Εσωτερικού δεν ήταν αναπόφευκτη», επιχείρησε να εξηγήσει το μικρό μας μέγεθος, κυρίαρχα από τον κομμουνιστικό τίτλο και χαρακτήρα, με όλα τα δημοσιευμένα επιχειρήματα περί του «μειοψηφικού τμήματος της κομμουνιστικής διάσπασης».

Νέα πορεία του ΚΚΕ Εσωτερικού

Μην μεταθέτουμε λοιπόν τις ερμηνείες μιας βασανιστικής και μακρόχρονης κομματικής πορείας με ότι «έφταιξε τάχα ο κομμουνιστικός τίτλος του κόμματος» γιατί τότε, μοιραία ξανανοίγουμε τη συζήτηση για το τι πραγματικά έφταιξε.
Εμείς βλέπουμε την ανάγκη για μια νέα πορεία του ΚΚΕ Εσωτερικού. Ποτέ δεν αρνηθήκαμε ότι η πορεία μας δεν υπήρξε ούτε ευθύγραμμη ούτε ιδιαίτερα επιτυχημένη. Και αν κάτι μπορεί να εννοεί η λέξη «αναβάθμιση» είναι ακριβώς η ανάγκη να παρθούν όλα τα μέτρα για την υπέρβαση των αρνητικών μας πλευρών. Αυτό θα ’πρεπε, άλλωστε, να ήταν το κυρίαρχο ζήτημα των συζητήσεων στο Συνέδριό μας, αν δεν είχε προκύψει η πρόταση για τον νέο φορέα της Αριστεράς. Υπάρχει κανείς που να διαφωνεί ότι ο κύριος σκοπός ενός συνεδρίου είναι να εξετάσει πώς θα κάνει πιο αποτελεσματικό το κόμμα;
Πιστεύουμε ειλικρινά στις δυνατότητες του κόμματός μας για μια νέα καλύτερη πορεία του μέσα στις διαγραφόμενες νέες πολιτικές συνθήκες. Έχουμε όλες τις προϋποθέσεις: Σωστή γενικά πολιτική, συσσωρευμένη πείρα και μέσα από τα λάθη μας, κόμμα που όταν έδωσε εμπνευσμένο και ενωμένο τις κοινωνικές και πολιτικές μάχες, είχε αποτελέσματα. Και ακόμα το συνέδριό μας πρόκειται να ξεκαθαρίσει πολλά από τα εκκρεμή και ξεπερασμένα στοιχεία της φυσιογνωμίας μας.

Οι σχέσεις μας με την ανανεωτική αριστερά

Απαιτείται όμως να λύσουμε με ορθό τρόπο τις σχέσεις μας με τις δυνάμεις της ευρύτερης ανανεωτικής αριστεράς που δεν θέλουν ν΄ ανήκουν σ’ ένα ανανεωτικό κομμουνιστικό κόμμα. Να λύσουμε αυτό το θέμα όχι με μονόπλευρο τρόπο, αλλά στη βάση ότι όλοι μας οφείλουμε να αναζητήσουμε από κοινού τους τρόπους όπου θα οικοδομήσουμε την ισότιμη και στενή συνεργασία μας, όπου θα συνδιαμορφώσουμε μια ισχυρότερη ανανεωτική Αριστερά στον τόπο μας. Και η απάντηση σ’ αυτό το αίτημα δεν εξαντλείται με τον μονόδρομο ενός ενιαίου κόμματος. Πολύ περισσότερο όταν αυτός ο μονόδρομος αμφισβητείται από ισχυρότατες δυνάμεις του ΚΚΕ Εσωτερικού και της νεολαίας του.
Η εμμονή μόνο σ’ αυτή την απάντηση θα πρόδιδε μια πολιτική φτώχεια στο ευρύ πεδίο των αναζητήσεων που έχει ήδη ανοιχτεί για πρώτη φορά. Θέλουμε η ενότητα των δυνάμεων της Ανανεωτικής Αριστεράς να γίνεται καθαρά, με όλες τις ιδεολογικές και πολιτικές συνιστώσες της, με σχέσεις αμοιβαίου σεβασμού. Έχουμε δημοσιεύσει συγκεκριμένες προτάσεις. Και είμαστε ανοιχτοί να εξετάσουμε οποιεσδήποτε νέες εποικοδομητικές κατατεθούν. Σεβόμαστε ειλικρινά την άποψη όσων συντρόφων δεν επιθυμούν να ενταχθούν σε ένα ανανεωτικό κομμουνιστικό κόμμα. Τους καλούμε όμως να σεβαστούν και αυτοί τη δική μας επιθυμία να θέλουμε να είμαστε κομμουνιστές μέσα σ’ ένα ανανεωμένο και ανανεωτικό κομμουνιστικό κόμμα.

Ενωτική διέξοδος όχι οριακές πλειοψηφίες

Συντρόφισσες και σύντροφοι
Αυτές είναι οι θέσεις μας. Τι θα κάνουμε τώρα που καμιά από τις προτάσεις που τέθηκαν δεν συγκέντρωσε την επιδοκιμασία της πλειοψηφίας του κόμματος. Προκύπτει το πρόβλημα της αναζήτησης μιας διεξόδου. Μιας κοινά αποδεκτής λύσης. Σε τέτοια σοβαρότατα θέματα την αναγκαία ευρεία συναίνεση δεν μπορεί να αντικαταστήσει μια οριακή πλειοψηφία, έστω κι αν υπήρχε.
Καταθέσαμε ορισμένες σκέψεις ως αναζήτηση μιας ενωτικής λύσης που θα τροποποιούσε τον τίτλο του κόμματος προς μια πιο πλουραλιστική διατύπωση αναφέροντας και την ανανεωτική αριστερή και την κομμουνιστική συνιστώσα του νέου κόμματος. Απερρίφθη όμως και βεβαίως θα την αποσύρουμε εφόσον δεν συναντά την ευρύτατη συναίνεση.
Γιατί είμαστε ενάντια στις επιμέρους συνθέσεις όταν αφήνουν το μισό κόμμα απ’ έξω. Θέλουμε μια λύση όπου να συναινεί όλο το κόμμα. Ξέρουμε ότι είναι δύσκολο. Αλλλα ξέρουμε ότι η ενότητα του κόμματος δεν διαφυλάσσεται με την επιβολή απόψεων που απορρίπτονται από τους μισούς.

Ν’ αποσυρθούν όλες οι προτάσεις

Δεν συμφωνούμε σε αριθμητική λύση. Θέλουμε μια πολιτική λύση. Και στην περίπτωση που το αδιέξοδο συνεχιστεί θα ήταν ίσως προτιμότερο να αποσυρθούν όλες οι προτάσεις από την ψηφοφορία. Να συγκεντρώσουμε ως συνέδριο και να κρατήσουμε τα πολιτικά συμπεράσματα που καταγράφηκαν και να τα θέσουμε σε δοκιμασία και σε επαλήθευση μέσα στην πολιτική μας δράση και πολιτική κατά την επόμενη περίοδο.
Είναι τελικά η ίδια η ζωή που διαψεύδει και επαληθεύει τις πολιτικές επιλογές. Θα παραμείνουμε ανοιχτοί έως το τέλος στον διάλογο για την αναζήτηση των ενωτικών διεξόδων για το κόμμα μας, παραμένοντας ήρεμοι, με τη σιγουριά ότι υπερασπιζόμαστε μια δίκαιη υπόθεση.