Παράθυρα φαντασίας και ονείρου στην έρημο

Ερνάν Ριβέρα Λετελιέρ
Η αφηγήτρια ταινιών»
(μτφ. Λένα Φραγκοπούλου,
εκδ. Αντίποδες, 2019)

Η «αφόρητη» έρημος Ατακάμα, στη Χιλή –εκεί όπου «οι γυναίκες μετατρέπονται σε στήλη άλατος», σύμφωνα με μία από τις πρωταγωνίστριες του βιβλίου– καταλαμβάνει μεγάλο μέρος της βόρειας Χιλής. Περιοχή άγρια και άνυδρη, έχει έκταση όσο περίπου η Ελλάδα και θεωρείται το ξηρότερο μέρος του πλανήτη. Ο μέσος όρος της βροχής δεν φτάνει το 1 χιλιοστό τον χρόνο – μάλιστα, έχουν καταγραφεί μέχρι και 400 χρόνια χωρίς να βρέξει καθόλου. Η περιοχή, ωστόσο, είναι απίστευτα πλούσια σε ορυκτά, κυρίως σε χαλκό και νιτρικά άλατα.
Σε ένα από τα νιτροχώρια αυτού του σκληρού, απάνθρωπου τόπου, στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, εξελίσσεται η πλοκή του σύντομου βιβλίου του Ερνάν Ριβέρα Λετελιέρ Η αφηγήτρια ταινιών. Ένα χωριό που ζει μέσα στη φτώχια (υπάρχουν τριών ειδών σπίτια, αντίστοιχα με τις τρεις κοινωνικές τάξεις που ζούσαν εκεί: «τα σπίτια από λαμαρίνες ήταν των εργατών, τα πλίθινα ήταν των υπαλλήλων και οι πολυτελείς βίλες των Γιάνκηδων» της Εταιρείας, στην οποία και ανήκουν τα σπίτια, πρακτικά όλο το χωριό), ενώ βεβαίως δεν υπάρχει τίποτα που να μοιάζει με ψυχαγωγία: «ο κόσμος δεν είχε τίποτα να δει ή να κάνει τα αργόσυρτα απογεύματα της πάμπας», ούτε διασκεδάσεις, ούτε μουσικές, δεν είχαν καν την «ημέρα του τραίνου, που στους άλλους οικισμούς, που διέθεταν σιδηροδρομικό σταθμό, ήταν φιέστα με τα όλα της». Μοναδική, αποκλειστική διέξοδος ψυχαγωγίας σε αυτή τη ζωή, ο κινηματογράφος του χωριού, στον οποίο πήγαινε όποιος κατάφερνε να μαζέψει τα χρήματα για το εισιτήριο – μάλιστα κάποιοι δανείζονταν από τον τοκογλύφο του χωριού για να πάρουν ένα εισιτήριο.
Σε μια παρόμοια κατάσταση ζει και η σχεδόν εντεκάχρονη πρωταγωνίστρια του βιβλίου, η Μαρία Μαργαρίτα: «στο σπίτι μας μάζευαν τα κέρματα ένα ένα, όσα ακριβώς χρειάζονταν για ένα εισιτήριο, και έστελναν εμένα να τη δω. Και μετά, μόλις γυρνούσα από το σινεμά, έπρεπε να αφηγηθώ την ταινία στην οικογένεια που είχε συγκεντρωθεί και περίμενε σύσσωμη στο σαλονάκι μας». Όσο για την οικογένεια, ο πατέρας «είχε πάθει εργατικό ατύχημα και είχε μείνει παράλυτος από τη μέση και κάτω. Έπαιρνε μια αναπηρική σύνταξη που μας έφτανε τσίμα τσίμα για να μην πεθάνουμε της πείνας». Η μητέρα, «ύστερα από το ατύχημα, εγκατέλειψε τον πατέρα», κι αυτόν και τα πέντε τους παιδιά, τέσσερα αγόρια και ένα κορίτσι, την αφηγήτρια.

Ανάμεσα σε όνειρο και πραγματικότητα

Η Μαρία Μαργαρίτα έχει κατακτήσει τη θέση της αφηγήτριας χάρη στον συναρπαστικό τρόπο με τον οποίο αφηγείται τις ταινίες. Μάλιστα, όπως όλοι στην πάμπα, παίρνει και το πιο ταιριαστό παρατσούκλι: Σινεράιδα, σινεμά συν νεράιδα, σε μια ευρηματική απόδοση του πρωτότυπου Hada Del cine, Νεράιδα του σινεμά (Η Σινε-παρμένη είναι ο τίτλος της θεατρικής παράστασης που βασίστηκε στη νουβέλα).
Σύντομα, η φήμη της αφηγήτριας εξαπλώνεται σε όλο το χωριό και το σαλονάκι της οικογένειας «μεταβλήθηκε σε μια μικρή αίθουσα προφορικού σινεμά». Μετά την προβολή, όλοι οι γείτονες μαζεύονται εκεί να ακούσουν την αφήγηση, που κάποιοι θεωρούν καλύτερη ακόμα και από την ταινία, ενώ οι πιο εύποροι κάτοικοι αρχίζουν να την καλούν στο σπίτι τους για κατ’ ιδίαν αφήγηση. Η ίδια η αφηγήτρια ζει σε έναν κόσμο όπου μπερδεύει τι είναι πραγματικότητα και τι σινεμά: «Δεν μου ήταν εύκολο να θυμηθώ αν ένα πράγμα το είχα ζήσει ή το είχα δει στη μεγάλη οθόνη. Ή αν το είχα ονειρευτεί. Ακόμα και τα ίδια μου τα όνειρα τα μπέρδευα με σκηνές από το σινεμά».
Όταν για διάφορους λόγους οι άρρενες της οικογένειας δεν δουλεύουν πια στην Εταιρεία και είναι ορατός πλέον ο κίνδυνος αυτή να τους πετάξει στον δρόμο, η δεκατετράχρονη πρωταγωνίστρια αναγκάζεται να γίνει ερωμένη του «κυρίου διευθυντή». Ο κόσμος όμως αλλάζει, σε τελική ανάλυση ταχύτατα – τόσο ο μακρινός κόσμος της υπόλοιπης Χιλής, όσο και ο μικρός κόσμος του χωριού. Ενώ κάπου μακριά, στην πρωτεύουσα της χώρας, ανεβαίνει στην κυβέρνηση ο Σαλβαδόρ Αλιέντε και μετά γίνεται το πραξικόπημα του Πινοτσέτ, στο χαμένο στην πάμπα νιτροχώρι συμβαίνει κάτι που θα αλλάξει όλη τη ζωή εκεί: εμφανίζεται η πρώτη τηλεόραση. Αυτή η εισβολή («κατέκτησε τον οικισμό σαν κάποια άγνωστη και άκρως μεταδοτική επιδημία» για την οποία δεν υπήρχε «γνωστό αντίδοτο») θα αλλάξει ριζικά την κοινωνία και τον τρόπο ζωής του χωριού: ο κόσμος αρχίζει ακόμα και να χρεώνεται για να αγοράσει τη μαγική συσκευή, για πρώτη φορά «σειρές ολόκληρες καθισμάτων άρχισαν να μένουν άδειες στο σινεμά», ενώ «ο κόσμος σταμάτησε να κάθεται στην πλατεία». Την ώρα των σίριαλ οι δρόμοι του χωριού ερημώνουν.
Θα έρθει όμως, τελικά, η στιγμή που θα αλλάξει τα πάντα εκ βάθρων στο νιτροχώρι: η στιγμή που η Εταιρεία θα κλείσει και το χωριό θα μετατραπεί σε χωριό-φάντασμα, όπου η αφηγήτρια, ζωντανή μνήμη του χωριού, θα παλέψει να βρει την καινούργια της θέση μέσα στην ερημιά.

Ζωή φτιαγμένη από τα υλικά των ταινιών

Στο επίμετρο του βιβλίου υπάρχει ένα απόσπασμα από την αυτοβιογραφία του Πάμπλο Νερούδα. Εκεί, ο ποιητής θυμάται ότι υπήρξε γερουσιαστής (τον Ιούλιο του 1945, λίγους μήνες μετά την εκλογή του, θα γίνει μέλος στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Χιλής), έχοντας πάρει χιλιάδες ψήφους από «την πιο τραχιά περιοχή της Χιλής, την περιοχή των μεγάλων ορυχείων του χαλκού και του νίτρου», έναν τόπο όπου «κάνει μισό αιώνα να βρέξει».
Αυτόν τον τόπο και αυτή τη ζωή την «ταυτόχρονα τόσο σκληρή και τόσο απογυμνωμένη από κάθε κίνητρο να τη ζήσεις», καταφέρνει να αποτυπώσει, με μια πρόζα οικονομημένη που αποφεύγει τις εξάρσεις και τις συναισθηματικές ευκολίες, ο συγγραφέας σε αυτή την ολιγοσέλιδη νουβέλα με την πρωτοπρόσωπη αφήγηση της αφηγήτριας που ζει συνεπαρμένη κάθε ταινία που βλέπει, που βιώνει το σινεμά σαν παράθυρο που βλέπει έξω από την έρημο, που πιστεύει πως «η ζωή μπορεί κάλλιστα να είναι φτιαγμένη από τα υλικά των ταινιών».
Ο Ερνάν Ριβέρα Λετελιέρ θεωρείται από τους σημαντικότερους σύγχρονους συγγραφείς της Χιλής, αν και έχει δεχτεί κατά καιρούς επιθέσεις από κριτικούς της χώρας του, την οποία ο ίδιος αποδίδει στην προκατάληψη εναντίον του, επειδή, αν και πολυβραβευμένος, δεν έχει πανεπιστημιακούς τίτλους, επειδή δεν είναι «λόγιος», επειδή έχει ζήσει δουλεύοντας σε διάφορες δουλειές, από εφημεριδοπώλης μέχρι εργάτης στα ορυχεία, έχοντας μια προσωπική ιστορία που συχνά αποτυπώνεται στον ρεαλισμό των βιβλίων του.

Κώστας Αθανασίου