Παραβαίνοντας τους κανόνες

ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ ΘΗΛΥΚΟΤΗΤΑ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΕΣΣΑΡΩΝ ΠΟΙΗΤΡΙΩΝ

Συνέντευξη με τη Βιργινία Σπυράτου*, με αφορμή την επανέκδοση του βιβλίου της «Κατερίνα Γώγου: Έρωτας Θανάτου»

f540baf9-4322-4a9c-8b77-4226321fb2a6_3

Το βιβλίο (Βιβλιοπέλαγος, 1η έκδοση 2007) είναι το μοναδικό για την ποιήτρια Κατερίνα Γώγου που εξετάζει, όπως γράφει η συγγραφέας του, Βιργινία Σπυράτου, στην εισαγωγή, τις πλευρές εκείνες που αφορούν τις απεικονίσεις του Θηλυκού και την αυτοκαταστροφή της γυναίκας. Αποτελεί μέρος της διδακτορικής διατριβής της Σπυράτου: «Θάνατος και θηλυκότητα στο έργο των Karoline von Gunderrode (1780-1806), Μαρίας Πολυδούρη (1902-1930), Inge Muller (1925-1966), Κατερίνας Γώγου (1940-1992)». Με τη δέσμευση στο μέλλον να παρουσιάσουμε και το βιβλίο, μιλάμε με τη Βιργινία για τον λόγο αυτών των τεσσάρων ποιητριών, με απόσταση δύο αιώνων η πρώτη από την τελευταία: Τι τις συνδέει, πώς αποτυπώθηκε στην ποίησή τους η προσπάθειά τους να ορίσουν οι ίδιες την ταυτότητά τους ως γυναίκες και η σύγκρουσή τους με τα στερεότυπα του πατριαρχικού κόσμου και τη φαλλοκεντρική γλώσσα; Πώς συνδέεται η θηλυκότητα με το θάνατο;

Τη συνέντευξη πήρε η Σοφία Ξυγκάκη

«Αυτό που ήθελα να εξετάσω είναι η σύνδεση ανάμεσα σε εικόνες της θηλυκότητας και σε μοτίβα του θανάτου. Όταν οι γυναίκες γράφουν, εκφράζονται μέσα σε ένα ανδροκεντρικό σύστημα με διάφορους τρόπους και ένας από αυτούς είναι η σύνδεση της θηλυκότητας με το θάνατο. Η σύνδεση αυτή δεν είναι μόνο ένα δείγμα της εσωτερικοποιημένης θυματοποίησης των γυναικών, αλλά μπορεί να αποτελεί και ένα βήμα προς την κατεύθυνση της ανακάλυψης της γυναικείας ταυτότητας. Από τη μια πλευρά, ο ανδροκρατικός λόγος ταυτίζει το θηλυκό με το θάνατο, δηλαδή με το Άλλο και έτσι ο θάνατος της γυναίκας ως λογοτεχνικό θέμα είναι σημαντικός για να διατηρηθεί η τάξη των πραγμάτων. Από την άλλη, όμως, η φαινομενική συμπόρευση των γυναικών με τα φαλλοκρατικά μοτίβα της ταύτισης του θηλυκού με το θάνατο μπορεί να δημιουργήσουν μια ποιητική όπου οι μεταφορές θανάτου, τα τραύματα, οι συγκρούσεις, η αίσθηση του κενού, της αβύσσου, της απώλειας, να παραπέμπουν σε μια σύγκρουση με τη φαντασιακή εικόνα της θηλυκότητας. Ειδικά η ποιητική γλώσσα διαθέτει μια ιδιαίτερη δυναμική λόγω των πολλών δυνατοτήτων σύνθεσης και αποδόμησης. H Karoline von Gunderrode, που γεννήθηκε το 1780 και αυτοκτόνησε το 1806, είναι ένα παράδειγμα μη-ύπαρξης γυναικών στην λογοτεχνία. Το όνομα της δεν εμφανίστηκε ποτέ στα έργα της όσο ζούσε, χρησιμοποιούσε τα ανδρικά ψευδώνυμα Tian και Jon.»
Ψάχνοντας, συνάντησα το όνομά της τα τελευταία χρόνια σε πολλές μελέτες, ενώ η αυτοκτονία της την έχει συνδέσει με τον Κλάιστ και το φαντασιακό των Ρομαντικών. Επίσης, η συγγραφέας Rahel Levin Varnhagen σε κείμενό της είχε ασκήσει δριμεία κριτική, αποκαλώντας απάνθρωπη την επικρατούσα αντίληψη ότι οι γυναίκες μπορούν να ζήσουν σύμφωνα με τις ανάγκες του άντρα και των παιδιών τους. Παρόλα αυτά, ακόμη και οι χειραφετημένες γυναίκες μάλλον δεν γίνονταν δεκτές ως δημιουργοί.
Πιστεύω γίνονταν αποδεκτές όταν περιορίζονταν σε θέματα «γυναικεία» όχι ιστορικά ή φιλοσοφικά, αλλά τέτοια που να ταιριάζουν στον τότε ορίζοντα της γυναικείας εμπειρίας.

Πόση ελευθερία επέτρεπε η τότε γυναικεία εμπειρία;
Ελάχιστη. Στην περίπτωση της Gunderrode, η αυτολογοκρισία παίζει σημαντικό ρόλο, αφού χρησιμοποιεί ανδρικά ψευδώνυμα και την ανδρική οπτική, π.χ. την ερωτικοποίηση του θανάτου ή τη θυματοποίηση της γυναίκας. Υπάρχουν παρ’ όλα αυτά κάποιες στιγμές στην ποίηση της, όπου διακρίνεται η προσπάθεια μιας ρήξης με την ανδροκρατική οπτική, όταν για παράδειγμα η αυτοκαταστροφή της γυναίκας εμφανίζεται ως στιγμή του απόλυτου ελέγχου.

Έχω την εντύπωση ότι η αυτοκαταστροφικότητα ως επιλογή ύστατης ελευθερίας χαρακτήρισε τελικά τη Μαρία Πολυδούρη και είναι η αντισυμβατική συμπεριφορά της που θεωρήθηκε ανατρεπτική, όχι η ποίησή της.
Ναι, σε αντίθεση με τις προοδευτικές ιδέες της σχετικά με το γυναικείο ζήτημα, η ποίηση της εμφανίζει σύμπνοια με τις φαντασιώσεις του Θηλυκού της εποχής της. Και ο λόγος της εναρμονίζεται με τους ισχύοντες κανόνες, κάτι που συμβαίνει συχνά στην προσπάθεια των γυναικών να αναγνωριστούν σε ένα ανδροκρατικό πεδίο.
Στα ποιήματα της, παρόλα αυτά, «Γλέντι» και «Ένα βράδυ στο Ζάππειο» τα κλισέ χρησιμοποιούνται με ειρωνική και κριτική διάθεση.

Εστιάζοντας στην Γώγου και την Inge Muller, θα λέγαμε ότι πολιτικό και προσωπικό ταυτίζονται. Η Muller είναι ελάχιστα μεταφρασμένη στην Ελλάδα αλλά βρήκα ποιήματά της μεταφρασμένα σε άλλες γλώσσες. Είναι συνδεδεμένη απολύτως με την ακραία τραυματική εμπειρία της στη διάρκεια των βομβαρδισμών των γερμανικών πόλεων από τους Συμμάχους, αλλά και με τον Χάινερ Μύλερ.
Τα ποιήματα της είναι σταματημένα στο 1945, όλα είναι επανάληψη του ίδιου τραύματος που συνέβη το 1945, όταν βρέθηκε θαμμένη επί τρεις μέρες κάτω από τα ερείπια ενός σπιτιού μετά τους βομβαρδισμούς στο Βερολίνο. Υπάρχει μια σαφής και παθιασμένη αντιπαράθεση με τα μοτίβα της πατριαρχίας. Στα ποιήματά της αναφέρεται στις γυναίκες που υπήρξαν θύματα του πολέμου των ανδρών, υπάρχει ένα συγκλονιστικό ποίημα, στο οποίο γράφει ότι η παλιά ιεραρχία συντηρήθηκε και στους θαλάμους αερίων: κάτω ήταν τα παιδιά, μετά οι γυναίκες και πάνω – πάνω οι δυνατοί άντρες.

Μου μεταφράζεις μερικούς στίχους;
Είναι ένα απόσπασμα από το ποίημα «Ευρώπη»:
Στους θαλάμους αερίων
Επινοημένων από άντρες
Η παλιά ιεραρχία
Στο έδαφος παιδιά
Οι γυναίκες από πάνω
Και πάνω από αυτές
Οι δυνατοί άντρες
Ελευθερία και δημοκρατία.
Μια ματιά από τη μία εξουσία στην άλλη εξουσία.
Από τη μια νύχτα στην άλλη νύχτα
Και στη μέση: vide! (βλέπω) […]
Οι ηρωίδες της είναι γυναίκες που εξαιτίας του ρόλου που τους ανατέθηκε από την πατριαρχία, σύζυγοι στρατιωτών, βοηθητικό προσωπικό, παράπλευρες απώλειες, χάνουν την ταυτότητα τους, χάνουν το πρόσωπο τους, εξαφανίζονται.

Στο Λευκοί Υάκινθοι παρουσιάζεται ακριβώς το πορτρέτο μιας γυναίκας που στήριξε τα μέλη της οικογένειας της που είχαν επιζήσει από τον πόλεμο αλλά στο τέλος αυτή έμεινε μόνη. Στα ποιήματά της που διάβασα, υπάρχει πολύ η αίσθηση του μη ανήκειν. Στο μεταπολεμικό τοπίο η ίδια μοιάζει αποξενωμένη, ενώ φαίνεται να μην υπάρχει θέση για τις γυναίκες στην κοινωνία, στη δουλειά, στο ζευγάρι, στην οικογένεια.
Ναι, όμως σε άλλα ποιήματα είναι εμφανής η ελπίδα για μια νέα ζωή μετά τον πόλεμο, που θα ξεκινήσει μέσα από τα ερείπια. Και απαραίτητο γι’ αυτό το ξεκίνημα είναι το ξεσκέπασμα της φασιστικής προπαγάνδας και ρητορικής, καθώς και ένας προσωπικός και κοινωνικός αγώνας ενάντια στην τυφλότητα.

Φαντάζομαι και ενάντια στην προπαγάνδα και στην απαγόρευση της απαισιοδοξίας από τη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας (ΛΔΓ).
Ακριβώς, την ίδια ιεραρχία και απώλεια ταυτότητας βίωνε και στην ΛΔΓ. Παρόλο που οι μελετητές θεωρούν ότι η παράδοση της γυναικείας ποίησης στην ΛΔΓ ξεκινάει με την Inge Muller.
Εργάστηκε ως θεατρική συγγραφέας, συχνά με τον σύζυγο της Χάινερ Μύλερ. Επιτίθεται με σφοδρότητα στο θάνατο που επιβάλλεται στις γυναίκες σε πραγματικό και πολιτιστικό επίπεδο, με στίχους καθαρούς, γυμνούς και λείους, που οδηγούν βήμα – βήμα στο στόχο της: να καταδείξει, να ξεσκεπάσει, να αποσαφηνίσει το πραγματικό πρόσωπο του θανάτου για τις γυναίκες. Τα θέματα της απώλειας, του θανάτου, της απόγνωσης, όσο και η ποιητική της γλώσσα με τον ψυχρό, μηχανιστικό τόνο και το βαρύ και βιαστικό ρυθμό, το στιλ στακάτο, δεν γίνονταν αποδεκτά από το καθεστώς.
Ύστερα από μάχη με τον αλκοολισμό, ψυχικά τραύματα, προβλήματα στην προσωπική της ζωή, κοινωνική και επαγγελματική απομόνωση, έδωσε τέρμα στη ζωή της το 1966. Οπότε και η εθελούσια έξοδος την έφερε σε αντιπαράθεση με την ΛΔΓ, καθώς η αυτοκτονία ενός δημιουργού λάμβανε τη διάσταση διαμαρτυρίας ενάντια στο status quo. Έτσι ο θάνατος της αποσιωπήθηκε και σε μια αναφορά της Στάζι γίνεται λόγος για το ότι η Inge Muller δεν μπόρεσε να ανταπεξέλθει στην εξέλιξη του σοσιαλισμού.

Το 1978, κυκλοφόρησε το «Τρία κλικ αριστερά», η πρώτη ποιητική συλλογή της Κατερίνας Γώγου. Με στίχους όπως:
Οι αστυνόμοι παγιδευμένοι απ’ το περίστροφο
οι γυναίκες απ’ το φύλο τους
ή δικαιοσύνη απ’ τούς νόμους
οι οργανώσεις απ’ τις φράξιες
οι γιατροί απ’ τα ηλεκτροσόκ
αποδομεί όλο το σύστημα, τις πολιτικές οργανώσεις σε ανύποπτο χρόνο και την ανδρική θεώρηση της γυναίκας.
Ναι, και το 1982 κυκλοφόρησε από τη Νέα Εστία η «Μικρή ανθολογία ποίησης Ελληνίδων», στον πρόλογο της οποίας αναφέρεται ότι προτιμήθηκαν τα ποιήματα που «εκφράζουν αμεσότερα, βιολογικώς και κοινωνικώς, τη νεοελληνική θηλυκή συνείδηση». Μάντεψε ποιας τα ποιήματα δεν εκφράζουν αυτή τη συνείδηση. Και καλά κοινωνικώς, αλλά βιολογικώς πώς μπορεί κανείς να εξηγήσει ότι ένα ποίημα εκφράζει βιολογικώς μια οποιαδήποτε συνείδηση;
Κι είναι η χρονιά που κυκλοφόρησε το «Ξύλινο παλτό». Ολόκληρη η αιτιολόγηση είναι ακατανόητη. Εμένα και η διατύπωση «νεοελληνική θηλυκή συνείδηση» μου δημιουργεί σύγχυση, δεν καταλαβαίνω τι μπορεί να σημαίνει. Στο βιβλίο σου γράφεις ότι η Γώγου αρνήθηκε να αποδεχτεί την κοινωνία «που δεν προβλέπει χώρο για τη γυναικεία ύπαρξη, αν δεν ανταποκρίνεται σε συγκεκριμένα πρότυπα θηλυκότητας» και αρνήθηκε να χρησιμοποιήσει τη γλώσσα που περιγράφει τις γυναίκες ως κατώτερες – η δική της μεταφέρει οργή, όμως, όχι μόνο.
Η φωνή της Κατερίνας Γώγου είναι πιο θυμωμένη, πιο βίαιη και πιο άμεση, λόγω της χρήσης του ελεύθερου στίχου. Έτσι απαντά στη βία και την αποξένωση που υφίστανται οι γυναίκες και προσπαθεί να αποκαλύψει την υποκρισία της κοινωνίας. Το εξαιρετικό στην ποίηση της -που μπορεί να χρησιμοποιεί μοτίβα θανάτου, αλλά στοχεύει μέσω αυτών σαφώς στη χειραφέτηση των γυναικών- είναι κατά τη γνώμη μου ότι, μαζί με το θυμό και με την ένταση της αλήθειας των στίχων, σε αγγίζει και μια ευαισθησία τόσο ιδιαίτερη, τόσο απαλή, που σε κάνει να ταράζεσαι. Σκέφτομαι για παράδειγμα το ποίημα «Οι λυπημένες μητέρες στα σούπερ μάρκετ». Όλες οι πατριαρχικές φαντασιώσεις του θηλυκού απορρίπτονται και αντίθετα τονίζεται η αυτόνομη γυναικεία ύπαρξη. Ούτε αυτή έγινε αποδεκτή από την κανονιστική ποίηση, τα έργα της δεν συμπεριλαμβάνονταν, στο παρελθόν τουλάχιστον, σε συλλογές των ποιητών της δεκαετίας του ’70 και του ’80, καθώς δεν ταίριαζε στο στερεότυπο της ποιήτριας. Η τραχύτητα της γλώσσας της και η πολιτικοποιημένη τέχνη της την είχαν αποκλείσει από την επίσημη κουλτούρα της εποχής της, όχι ότι την ίδια την ένοιαζε και ιδιαίτερα. Έγραφε «Εκείνο που φοβάμαι πιο πολύ / είναι μη γίνω “ποιητής”. / […] Μη με αποδεχτεί η ράτσα που μας έλειωσε / για να με χρησιμοποιήσει. / […]».

* H Αγάπη Βιργινία Σπυράτου γεννήθηκε το 1973 στην Αθήνα. Σπούδασε Γερμανική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών με ειδίκευση στη λογοτεχνία και εργάζεται ως καθηγήτρια Μέσης Εκπαίδευσης. Είναι διδάκτωρ του τμήματος Γερμανικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών στον κλάδο της φεμινιστικής θεωρίας της λογοτεχνίας.