Πεπτωκότες και ηττημένοι

Ντένις Τζόνσον «Η γενναιοδωρία της γοργόνας»
(μτφ. Κώστας Σπαθαράκης, εκδ. Αντίποδες, 2019)

Στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, ο Ντένις Τζόνσον δεν είναι άγνωστος. Στα τέλη της δεκαετίας του 1980 κυκλοφόρησαν τρία βιβλία του από τις εκδόσεις Ζαχαρόπουλος, ενώ το 2011 κυκλοφόρησε το εξαιρετικό Δέντρο από καπνό (μτφ. Γιώργος Ίκαρος Μπαμπασάκης, εκδ. Πατάκη), το οποίο το 2007 είχε τιμηθεί με το National Book Award: ένα πολύ δυνατό και σκληρό βιβλίο που παίζοντας με τα όρια μεταξύ πραγματικότητας και παραίσθησης αποτυπώνει τα βαθιά σημάδια που έχει αφήσει ο εφιάλτης του Βιετνάμ στην κοινωνία των ΗΠΑ.
Η Γενναιοδωρία της γοργόνας είναι μια συλλογή από πέντε πολυσέλιδα διηγήματα, μια συλλογή που κυκλοφόρησε μεταθανάτια, το 2018, και την οποία ο συγγραφέας είχε ολοκληρώσει λίγο πριν από τον θάνατό του. Είναι σίγουρο, λοιπόν, ότι δεν έχει θέση εδώ η συνήθης καχυποψία που συνοδεύει, συχνά δίκαια, τις μεταθανάτιες εκδόσεις, και αυτό γίνεται ακόμα πιο προφανές όταν κανείς έχει τελειώσει την ανάγνωση του βιβλίου.
Στο πρώτο διήγημα, που δίνει τον τίτλο του και στη συλλογή, ένας διαφημιστής παρατηρεί –σαν έκπληκτος σχεδόν, κάποιες στιγμές– τον εαυτό του και τον κόσμο γύρω του και αφηγείται ιστορίες και στιγμές από τη ζωή των ανθρώπων που τον περιβάλλουν, καθώς τέμνονται με τη δική του ζωή ή με αναμνήσεις από το δικό του παρελθόν: η οδυνηρή αμηχανία μπροστά στο κομμένο πόδι («το πιο σιωπηλό πράγμα που είχε ακούσει ποτέ ήταν η νάρκη που του έκοψε το δεξί πόδι έξω από την Καμπούλ, στο Αφγανιστάν»), οι σιωπές και οι συνένοχοι, η τραγική τηλεφωνική ανακοίνωση κάποιας ότι βρίσκεται στα τελευταία της, σε μια τηλεφωνική συνδιάλεξη όπου στη μέση της ο ακροατής συνειδητοποιεί ότι δεν έχει ακούσει καλά το όνομα της συνομιλήτριάς του ενώ από την τσακισμένη φωνή της δεν μπορεί να καταλάβει καλά ποια του μιλάει και τον αποχαιρετάει, τα ψέματα που παρηγορούν τον μελλοθάνατο φυλακισμένο, το μνημόσυνο όπου οι παρευρισκόμενοι συνειδητοποιούν πως καλά – καλά δεν ξέρουν «ποιος στο διάολο ήταν αυτός ο τύπος»… Καθώς ο αφηγητής κυριεύεται από θλίψη για «την ταχύτητα της ζωής», συνειδητοποιεί την απλή πραγματικότητα: «Πρέπει να πω εδώ ότι έχω ζήσει πλέον πιο πολύ στο παρελθόν απ’ ό,τι μπορώ να ελπίζω πως θα ζήσω στο μέλλον. Έχω πολύ περισσότερα να θυμάμαι απ’ ό,τι να προσδοκώ».
Στο δεύτερο διήγημα, ο 32χρονος αφηγητής είναι σαφής εξαρχής («τα τελευταία χρόνια ήταν πραγματικά χάλια για μένα») καθώς αρχίζει να διηγείται και να σχολιάζει την εμπειρία του στο κέντρο αποτοξίνωσης «Αστροφεγγιά» στη λεωφόρο Αϊντάχο, γράφοντας γράμματα (τα γράφει άραγε; – «δεν είμαι σίγουρος ότι όντως τα γράφω τα περισσότερα») σε όποιον ξέρει και δεν ξέρει, μέχρι και στον πάπα, μέχρι και στον σατανά, να αφηγείται γεγονότα και παραισθήσεις από τα φάρμακα που του δίνουν, να μιλάει είτε για τον διάβολο είτε για την οικογένειά του («η οικογένειά μας δεν είναι και για να χτυπήσεις το οικόσημό της τατουάζ στο στήθος»), πασχίζοντας να πει την ιστορία του, τη δική του αλήθεια: «η ιστορία μου είναι η απερίγραπτη αλήθεια».
Στην τρίτη ιστορία, («Μπομπ ο Στραγγαλιστής») μεταφερόμαστε σε μια φυλακή και περιφερόμαστε ανάμεσα στις θρυμματισμένες ζωές των τροφίμων, κάποιοι από τους οποίους «μπορεί να μην ήταν άνθρωποι, αλλά παραστρατημένοι άγγελοι», ενώ ταυτόχρονα βλέπουμε και την κατακρήμνιση του ίδιου του αφηγητή στον κόσμο της εξάρτησης, μέχρι το απελπισμένο και κυνικό συνάμα τέλος του διηγήματος.
Τα δύο επόμενα και τελευταία διηγήματα της συλλογής («Θρίαμβος επί του τάφου» και «Doppelgänger, Poltergeist») είναι πιο εκτενή, πιο σύνθετα και πολυεπίπεδα, με ιστορίες που διαδέχονται η μία την άλλη, κάνουν κύκλους, αλληλοεπικαλύπτονται. Οι συγγραφείς που κυκλοφορούν σε αυτά, από τον αφηγητή που άλλοτε παρατηρεί στωικά και άλλοτε απελπίζεται και εξοργίζεται με τις «μετριότητες εκ γενετής» που νομίζουν πως θα γίνουν ποιητές, μέχρι τον φίλο του, Ντάρσυ, που, χαμένος στον κόσμο της αρρώστιας του, συγκατοικεί με τα φαντάσματά του, και μέχρι τον νοσηρά εμμονικό με τον Έλβις Πρίσλεϊ ποιητή και μαθητή του, δίνει τη δυνατότητα στον συγγραφέα να περιπλανηθεί στον κόσμο της μνήμης και της μοναξιάς, στον γεμάτο απογοητεύσεις και διαψεύσεις κόσμο της γραφής («Το γράψιμο. Είναι εύκολη δουλειά. Δεν χρειάζεται ακριβό εξοπλισμό και μπορείς να την κάνεις οπουδήποτε», θα πει κάποια στιγμή, με κατεδαφιστικό αυτοσαρκασμό), στον κόσμο, τελικά, της ματαιότητας.
Με πρόζα καλοδουλεμένη και λιτή, με βλέμμα σκληρό, με χιούμορ άλλοτε σαρκαστικό και άλλοτε τρυφερό, ο Τζόνσον κοιτάζει κάτω από την επιφάνεια για να μιλήσει για ανθρώπους χαμένους, τσακισμένους, άλλοτε μόνους και άλλοτε μοναχικούς, που πηγαίνοντας από ήττα σε ήττα διασχίζουν το «αμερικανικό όνειρο» οδεύοντας προς ένα τέλος που άλλοτε το φοβούνται άλλοτε το εύχονται αλλά συνήθως με τον τρόπο τους το περιφρονούν και το χλευάζουν.
Σε όλα του τα βιβλία, ο Τζόνσον έγραψε «για τους αποτυχημένους και τους απελπισμένους», «για τους πεπτωκότες», όπως γράφτηκε όταν πέθανε. Έτσι και σε αυτή τη συλλογή των διηγημάτων, ο Τζόνσον μάς μιλάει για δύσκολες ζωές που διανύουν τη σκοτεινή τροχιά τους προς το αναπόφευκτο τέλος. Έτσι κι αλλιώς, «δεν έχει σημασία. Ο κόσμος συνεχίζει να γυρνάει. Καταλαβαίνετε προφανώς ότι, την ώρα που τα γράφω αυτά, δεν έχω πεθάνει. Μπορεί όμως να έχω μέχρι να τα διαβάσετε».

Κώστας Αθανασίου