Πέρα από την εκλογολογία

 

Παρακολουθώντας τις συζητήσεις περί πρόωρων εκλογών αναρωτιέται κανείς πόση σημασία έχουν. Για δύο βασικούς λόγους. Πρώτον, γιατί πρόωρες εκλογές μπορεί να αποφασίσει μόνο η κυβερνώσα πλειοψηφία. Και δεύτερον, γιατί το ζήτημα αυτό γεννήθηκε και απασχολεί για εντελώς τακτικίστικους λόγους αυτήν ακριβώς την παράταξη, και από την έκβαση της εσωτερικής της διαμάχης θα εξαρτηθεί τι θα γίνει. Οι δυνατότητες που έχει η αντιπολίτευση να επηρεάσει την όποια απόφαση, είναι περιορισμένες πρακτικά.
Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να έχει άποψη και να την προβάλλει. Και καλώς καταγγέλλει μια τέτοια επιλογή ως τυχοδιωκτική και μικροκομματική. Εκείνο, όμως, που χρειάζεται κυρίως να την απασχολεί, είναι κάτι πολύ σημαντικότερο: τι θα προκύψει από τις εκλογές από την άποψη των συσχετισμών και των συμμαχιών κυρίως, όποτε κι αν γίνουν, και ποιο θα είναι το πολιτικό έδαφος πάνω στο οποίο θα γίνει η βασική αντιπαράθεση. Σ’ αυτό το πεδίο η αντιπολίτευση, πρώτιστα η αξιωματική, έχει λόγο που μπορεί να αποδειχτεί αποφασιστικός.

Σκίτσο του Χ. Πικριδά

Υπάρχει έδαφος για συνεργασίες;

Ως προς το πρώτο ερώτημα, δεν μπορεί, βέβαια, να προφητέψει κανείς τα αποτελέσματα χωρίς να πάρει υπόψη του τη «στιγμή» των εκλογών. Ωστόσο, όπως όλα δείχνουν, είναι μάλλον αδύνατο το αποτέλεσμα να αναδείξει αυτοδύναμη μονοκομματική κυβέρνηση. Συνεπώς, έχει πολύ μεγάλη σημασία να καλλιεργηθεί κατάλληλα το πολιτικό και κοινωνικό έδαφος, ώστε να υπάρξουν δυνατότητες για κυβέρνηση συνεργασίας με προοδευτικό πρόσημο. Κι αυτό δεν μπορεί να γίνει την τελευταία στιγμή και όπως-όπως.
Υπάρχουν σήμερα σημάδια που να κάνουν πιθανή μια τέτοια προοπτική; Δεν είναι πολλά, δεν είναι, όμως, και ανύπαρκτα. Ας αρχίσουμε από το Κίνημα Αλλαγής και τον κοινωνικο-πολιτικό χώρο που επιδιώκει να εκπροσωπεί. Είναι ορατή το τελευταίο διάστημα μια τάση αποστασιοποίησης από τη ΝΔ, την οποία δεν πρέπει να αποδώσουμε μόνο σ’ ένα πολιτικό ένστικτο αυτοσυντήρησης, καθώς είναι ορατός πια ο κίνδυνος καταλήστευσης δυνάμει ψηφοφόρων από τη ΝΔ, όσο οι διαχωριστικές γραμμές ατονούν. Εχει σχέση και με διεργασίες που γίνονται σε παραδοσιακά κεντρώους και μη φιλικούς προς τη δεξιά χώρους μέσα στην κοινωνία, όπως είναι τμήματα των μεσοστρωμάτων. Το δεκάμηνο κυβέρνησης από τη ΝΔ, ιδιαίτερα το διάστημα της πανδημίας, έχει γεμίσει αμφιβολίες τον κόσμο αυτό για την καλή διάθεση της ΝΔ απέναντί του, και έχει ενισχύσει τους φόβους του ότι οι προτεραιότητες μιας νεοφιλελεύθερης κυβέρνησης έρχονται σε σύγκρουση με τις δικές τους ανάγκες.

Από την άλλη μεριά, τα πράγματα ίσως είναι πιο δύσκολα. Το ΚΚΕ δεν θα μπορούσε κανείς να φανταστεί πώς θα ήταν δυνατόν να αλλάξει τη στάση του απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ, που τον θεωρεί σαν ένα κόμμα όπως όλα τα άλλα αστικά κόμματα. Δεν είναι, ωστόσο, ασήμαντη η πίεση που μπορεί να δεχτεί, όταν το ερώτημα θα είναι «ποιος θα σχηματίσει κυβέρνηση;» Το ΜΕΡΑ25, επίσης, παρά το γεγονός ότι έχει σαφή ανάγκη να διαφοροποιείται από τον ΣΥΡΙΖΑ, με μια πιο προσεκτική αντιμετώπιση και με μια διάθεση προσέγγισης, το έδαφος για στήριξη ή ψήφο ανοχής σε μια κυβέρνηση συνεργασίας μπορεί να καλλιεργηθεί. Παρόμοιο κλίμα μπορεί με τις κατάλληλες πρωτοβουλίες και αναφορές να καλλιεργηθεί έγκαιρα και σε σχηματισμούς στα αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ. Στο πεδίο των κοινωνικών αγώνων, πάντως, διαμορφώνονται ήδη τα σημάδια μιας τέτοιας προοπτικής. Το έδαφος μπορεί να διαμορφωθεί, αν υπάρχει διάθεση αναστοχασμού και διαλόγου.

Απαραίτητες είναι, όχι χρήσιμες

Συχνά τέτοιες σκέψεις γύρω από την πολιτική συμμαχιών ταυτίζονται στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ με την ανάγκη επιστροφής με κάθε τρόπο στην κυβέρνηση, καθώς δεν έχει καλλιεργηθεί η ιδέα και τα επιχειρήματα για μια πολιτική συμμαχιών ενταγμένη στη στρατηγική του δημοκρατικού δρόμου για το σοσιαλισμό. Οπου οι κοινωνικές και πολιτικές συμμαχίες δεν θεωρούνται απλώς χρήσιμες, αλλά απαραίτητες για τη συγκρότηση ενός ισχυρού συνασπισμού πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων, που είναι αναγκαίος για τη στερέωση των κατακτήσεων στη διάρκεια αυτής της ενιαίας διαδικασίας «ανατροπής του υπάρχοντος». Και η έκτασή τους δεν περιορίζεται στο πλαίσιο εκείνων των δυνάμεων που ομοφωνούν για τον τελικό στόχο, αλλά και όσων αμφιβάλλουν, διστάζουν ή δεν συμφωνούν σε όλα. Εχει αποφασιστική σημασία κάθε φορά από ποια μεριά βρίσκονται οι περισσότεροι. Ακόμα κι αν αυτό περιορίζει προσωρινά το εύρος και το βάθος της επιθυμητής πολιτικής στοχοθεσίας.
Το έδαφος πάνω στο οποίο θα αναζητηθεί η πραγματοποίηση αυτής της στρατηγικής στόχευσης εννοείται ότι είναι το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ. Το πρόγραμμα ενός κόμματος της αριστεράς δεν μπορεί να ταυτίζεται με το κυβερνητικό του σχέδιο, πολύ λιγότερο με την κάθε φορά πρότασή του για την αντιμετώπιση των προβλημάτων μιας συγκεκριμένης φάσης. Χρειάζεται να εκτείνεται από τον προσδιορισμό των ιδεολογικών χαρακτηριστικών και των στρατηγικών επιδιώξεών του μέχρι τις θέσεις του για την αντιμετώπιση των προβλημάτων της συγκυρίας, περνώντας από την κατάθεση του σχεδίου του για την επίτευξη των στόχων της συγκεκριμένης κάθε φορά ιστορικής περιόδου. Τώρα που ο ΣΥΡΙΖΑ επικαιροποιεί την πρότασή του «Μένουμε όρθιοι», αλλά και το σχέδιο προγράμματος που θα υποβαλλόταν στην κρίση του συνεδρίου του, είναι η κατάλληλη στιγμή για μια ορθή σύνθεσή όλων αυτών των κειμένων, καθώς και η συγκυρία μας επιτρέπει, αν δεν μας επιβάλλει, να μη μιλήσουμε μόνο για τα τρέχοντα ή για τα βραχυ-μεσοπρόθεσμα, αλλά και για τα αξιακά και οραματικά.

Αυτό δεν σημαίνει ότι επιδιώκοντας συμμαχίες, ανάλογα με τις ανάγκες και τις δυνατότητες κάθε φορά, στόχος είναι η επιβολή των επιδιώξεων του ισχυροτέρου. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει τόσο βραχεία μνήμη, ώστε να μην ξέρει τι θα πει ηγεμονισμός και αλαζονεία, από τη δική του πικρή πείρα. Στη διαδικασία αναζήτησης των συμμάχων, όμως, τόσο οι πολιτικές όσο και οι κοινωνικές δυνάμεις που καλούνται σε συστράτευση, χρειάζεται να ξέρουν με ποιον συμμαχούν και ποια θα είναι το επόμενο διάστημα και στις επόμενες εκλογές η βασική πολιτική αντιπαράθεση. Αυτό που χρειάζεται αποσαφήνιση και συμφωνία, είναι ο χαρακτήρας και το περιεχόμενό της.
Πολύ περισσότερο πρέπει να το γνωρίζουν και να το συνεκτιμήσουν όσοι καλούνται να τα στηρίξουν με την ψήφο τους, οι οποίοι με τη στάση τους και τις επιλογές τους θα προσδιορίσουν και το βαθμό ωρίμανσης των στόχων που θέτει η αριστερά. Μπορεί συνήθως να τοποθετούνται με βάση τα τρέχοντα διακυβεύματα, αλλά ποτέ δεν είναι αδιάφοροι για τα μακροπρόθεσμα, ακόμα και τα οραματικά. Εχει αποδειχτεί ότι όλους μας συνεπαίρνουν.

Χ.Γεωργούλας