Πέρα από την ουτοπία, οι ιστορικές επιλογές για τον 21ο αιώνα

Φεύγοντας ο Ιμάνουελ Βαλερστάιν από τη ζωή, άφησε πλούσιο έργο, ικανό να τον χαρακτηρίσει σαν ένα από τους σημαντικότερους στοχαστές του 20ού αιώνα. Οι αναλύσεις του χαρακτηρίζονται από μια οπτική που στρέφει την προσοχή της στο παγκόσμιο σύστημα, την εξέλιξή του, τις αντιθέσεις και το μέλλον του, με κεντρική ιδέα τη διάρκεια της δομικής κρίσης του καπιταλισμού, που προκαλεί χαοτικές καταστάσεις. Αντιμετωπίζοντας χωρίς μοιρολατρία αυτή την πραγματικότητα, υπογράμμιζε την αποφασιστική σημασία της ατομικής και συλλογικής δράσης, των κοινωνικών ομάδων και αντισυστημικών κινημάτων στην εξέλιξη των πραγμάτων, καθώς τίποτα δεν είναι προκαθορισμένο.
Γεννημένος στη Νέα Υόρκη το 1930, σπούδασε Κοινωνιολογία στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια και στην Οξφόρδη και από νεαρός ενδιαφέρθηκε για το αντιαποικιακό κίνημα στην Ινδία, ενώ υποστήριξε και το φοιτητικό κίνημα του 1968.
Το 1974 εκδίδει τον πρώτο τόμο του τρίτομου έργου του «The Modern World System», το οποίο και θα τον καταστήσει κύριο ανανεωτή της νεομαρξιστικής σκέψης.
Βιβλία του στα ελληνικά: «Σύγκρουση πολιτισμών;», (Θύραθεν, 2011), «Ευρωπαϊκός Οικουμενισμός» (Θύραθεν, 2010), «Για να καταλάβουμε τον κόσμο μας» (Θύραθεν, 2009), «Ουτοπιστική ή αλλιώς ιστορικές επιλογές για τον 21ο αιώνα» (Κέδρος, 2007), «Η παρακμή της αμερικανικής ισχύος» (Εξάντας, 2005), «Μετά το Φιλελευθερισμό» (Ηλέκτρα, 2004) και «Ιστορικός καπιταλισμός» (Θεμέλιο, 1987).

Του Ιμάνουελ Βαλερστάιν

Τι συμβαίνει σχετικά με τα θέματα που συζητάμε με τόση ένταση και σθένος τα τελευταία χρόνια: τις ανισότητες των φυλών, των φύλων και των εθνών; Κανένας αγώνας δεν θα άξιζε υπέρ οποιουδήποτε παγκόσμιου συστήματος, όταν αυτό δεν θα τα καταφέρει πολύ καλύτερα από το δικό μας στους συγκεκριμένους τομείς. Δεν θα υποστηρίξω ότι η απάλειψη της προτεραιότητας που δίνεται στη διαρκή συσσώρευση κεφαλαίου θα εξασφαλίσει αυτόματα την ισότητα των φυλών, των φύλων και των εθνών. Αυτό που θα υποστηρίξω είναι ότι θα εξαλειφόταν μια από τις βασικές αιτίες των ανισοτήτων. Μετά από αυτό, αρχίζει το πραγματικό έργο, ανεμπόδιστο από αυτόν το βαρύ καταναγκασμό. Ίσως με την εξάλειψη –ή έστω τη μείωση- των οικονομικών φόβων, στην ελάχιστη των περιπτώσεων, το τρομερό στοιχείο πιθανόν να εξαφανιστεί. (…)
Ένα από τα βασικά θέματα που εισέρχεται στη συζήτηση, είναι οι συνέπειες εντός του παρόντος συστήματος του τρόπου κατανομής των θέσεων και των αμοιβών, (…) το οποίο δημιουργεί βαθιές διακρίσεις σε σχέση με τη φυλή, το φύλο και το έθνος. Οι υπερασπιστές του παρόντος συστήματος ισχυρίζονται ότι αυτό προκύπτει απλά ως αποτέλεσμα του κριτηρίου της αξιοκρατίας (…) Οι επικριτές λένε ότι η αξιοκρατία κρύβει θεσμοθετημένες προκαταλήψεις στην κατανομή (…) Στην πραγματικότητα και οι δύο έχουν δίκιο. Η αξιοκρατία αντιπροσωπεύει όντως μια εκδημοκρατισμένη πίεση, αλλά αληθεύει επίσης ότι στο τωρινό μας σύστημα έχει ξεχειλίσει το ποτήρι (…) Είναι αλήθεια ότι υπάρχει πάντα μια μειοψηφία, η οποία είναι εξαιρετικά προικισμένη και μια άλλη μειοψηφία χωρίς τα απαιτούμενα προσόντα. Όσο θα λαμβάνουμε υπόψη μας αυτό, έχοντας κατά νου ότι αυτές οι δύο κατηγορίες είναι σχετικά μικρές, θα μπορούμε να κινηθούμε προς μια τυχαία κατανομή των θέσεων μεταξύ των υπολοίπων. Κάνοντας απλά και μόνο κάτι τέτοιο θα μειώναμε δραστικά τον θεσμοποιημένο ρατσισμό –σεξισμό.
Θυμηθείτε, δεν προτείνω ουτοπία. Προτείνω τρόπους για μεγαλύτερη υλική ορθολογικότητα. Η σημαντική μείωση αυτών των ανισοτήτων θα προκαλέσει μεγαλύτερη συλλογική εργασία. Επιπλέον, θα μπορούσαμε να οραματιστούμε μια κοινωνία στην οποία οι διακρίσεις θα ήταν ως επί το πλείστον ασήμαντες, αντί να συνεχίζουν να αποτελούν –πράγμα που κατά κανόνα συμβαίνει- θεμελιώδες στοιχείο στη λειτουργία του ιστορικού μας συστήματος (…) Αυτές οι ανισότητες είναι ηθικά απαράδεκτες και άλυτες μέσα στο πλαίσιο του υπάρχοντος παγκόσμιου συστήματος. Ευτυχώς, αυτό το σύστημα βρίσκεται προς αποχώρηση. Το ερώτημα είναι: ποιο σύστημα θα έρθει;

Αταξική κοινωνία και ταξική ποικιλότητα

Μήπως να είχαμε μια αταξική κοινωνία; Και γι’ αυτό αμφιβάλλω επίσης, με την έννοια ότι το τέλος της πόλωσης δεν σημαίνει το τέλος της ποικιλίας, συμπεριλαμβανομένης της ποικιλίας των ταξικών θέσεων. Αλλά όπως με τη φυλή, το φύλο και το έθνος, σημαίνει μετασχηματισμό της διάκρισης από τη βαθιά ριζωμένη και διαβρωτική, σε μια άλλη η οποία θα μπορούσε να είναι σχετικά ασήμαντη και περιορισμένη στις επιδράσεις της. Δεν υπάρχει θεμελιώδης λόγος ώστε να αδυνατούμε να υπερνικήσουμε τις τρεις σημαντικότερες συνέπειες των ταξικών διαφορών: άνιση πρόσβαση στην εκπαίδευση, στις υγειονομικές υπηρεσίες και σ’ ένα εγγυημένο δια βίου ικανοποιητικό εισόδημα (…)
Θα μπορούσαμε να εμποδίσουμε τη δημιουργία νομενκλατούρας; Εφόσον το δημόσιο δεν θα ήταν πλέον η μόνη γρήγορη εγγύηση για καλύτερη πρόσβαση στην παιδεία, την υγεία και στο ελάχιστο δια βίου εισόδημα (επειδή αυτά θα ήταν παγκόσμια) και επειδή δεν θα υπήρχαν διέξοδοι για κερδοσκοπικές οικονομικές δομές, ποιο θα ήταν το νόημα μιας νομενκλατούρας; Πιθανόν στην πραγματικότητα να επιτυγχάναμε, για πρώτη φορά, το βεμπεριανό ιδεώδες μιας ανιδιοτελούς αστικής υπηρεσίας, στην οποία θα προσέρχονταν όλα τα άτομα, επειδή θα τους πρόσφερε ικανοποίηση το επάγγελμα, κι όχι για όλους του άλλους λόγους για τους οποίους προσέρχονται σήμερα. Ασφαλώς, ένα βασικό στοιχείο για να αποφύγουμε την νομενκλατούρα θα αποτελούσε ένα πραγματικά δημοκρατικό σύνολο θεσμών (…) Αλλά τίποτα δεν θα λειτουργήσει, αν η πλειοψηφία του πληθυσμού δεν αισθανθεί πως επηρεάζει σημαντικά τη λήψη αποφάσεων (…)
Εδώ φθάνουμε στο ερώτημα: πώς κάποιος αποκτά ευρεία συμμετοχή και αίσθηση συμμετοχής, με μεθόδους που δεν ακυρώνονται, και έτσι δεν στρεβλώνονται, από τη μαζική επένδυση κεφαλαίων στα μέσα ενημέρωσης, κατά τις προεκλογικές εκστρατείες; Ξανά, ένα σύνθετο αλλά καθόλου ανυπέρβλητο ερώτημα (…)
Στην αναζήτηση μιας υλικής ορθολογικότητας για την καλή κοινωνία (ή έστω για μια καλύτερη κοινωνία), ένα πράγμα που έχουμε με το μέρος μας είναι η ανθρώπινη δημιουργικότητα. Εδώ, δεν υπάρχουν όρια δυνατοτήτων. Αυτό που γνωρίζουμε σε σχέση με τα πολύπλοκα συστήματα, είναι πως πρόκειται για αυτοτροφοδοτούμενους οργανισμούς που κάθε φορά εφευρίσκουν νέους τρόπους και νέες λύσεις στα υπάρχοντα προβλήματα. Δεν επιθυμώ, ωστόσο, να προδώσω εδώ την ιδέα της μοιραίας προόδου, διότι η επινόηση δεν είναι απαραιτήτως και πάντοτε θετική. Ό,τι λειτουργεί δεν είναι κατ’ ανάγκη και ό,τι θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε «ηθικά καλό». Και το ηθικά καλό δεν επιτυγχάνεται με το απλό κήρυγμά του. Όπως μας λένε όλες σχεδόν οι θρησκείες του κόσμου, ο Θεός μας έδωσε ελεύθερη βούληση και, επομένως, την εγγενή δυνατότητα του καλού και του κακού. Εξού κι ερχόμαστε στο πολιτικό ερώτημα, πώς φτάνουμε εκεί ή τι μπορούμε να κάνουμε στα επόμενα είκοσι πέντε με πενήντα χρόνια, που θα μας ωθήσει σ’ ένα περισσότερο υλικά ορθολογικό ιστορικό κοινωνικό σύστημα; (…) Και επιχειρηματολογούμε γύρω από το εάν θα επιθυμούμε να έχουμε απλά μια ακόμα μορφή ιστορικού συστήματος στο οποίο θα επικρατούν τα προνόμια και στο οποίο η δημοκρατία και η ισότητα θα μειώνονται στο ελάχιστο, ή εάν θα θέλαμε να μεταβούμε προς την αντίθετη κατεύθυνση, για πρώτη φορά στη γνωστή ιστορία της ανθρωπότητας.

Η αντίδραση των προνομιούχων

Το πρώτο πράγμα που πρέπει να δούμε, είναι πώς θα αντιδράσουν πραγματικά αυτοί που συνήθως έχουν και το προνόμιο να αντιδρούν. Δεν μπορούμε να προσδοκούμε ότι οι περισσότεροι από αυτούς που κατέχουν σήμερα τα προνόμια, θα τα εγκαταλείψουν έτσι απλά στη βάση μιας έγκλησης στα ηθικά τους καθήκοντα ή ακόμα στη βάση του ιστορικού τους οράματος, χωρίς να παλέψουν. (…) Το ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι απλά το τι θα κάνουν, αλλά το πότε θα το κάνουν. Θα επιδιώξουν απλά μια βραχυπρόθεσμη υπεροχή τώρα, έως ότου το ρήγμα στο σύστημα να γίνει πιο ορατό; Ή θα μετρήσουν αμέσως τώρα τις απώλειές τους, υπό την παραδοχή ότι με το να χάνεται κάθε φορά ένας στο τέλος δεν θα σωθεί κανένας; Το ερώτημα αυτό γίνεται δυσκολότερο αν αναρωτηθούμε για ποιους μιλάμε, για τους πανίσχυρους ή απλά για τους τυπικούς προνομιούχους. Για τους πρώτους, σε σχέση με τους δεύτερους, πιο πιθανή είναι η ανάληψη βραχυπρόθεσμων απωλειών, με σκοπό να διασφαλίσουν τα μακροπρόθεσμα προνόμιά τους.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα για τους προνομιούχους εμφανίζεται κατά τη στιγμή που αποκτούν πλήρη επίγνωση της συστημικής κρίσης –αν εντέλει την αποκτήσουν και ενσωματώσουν πλήρως την προσδοκία της στις λειτουργικές τους μεθόδους. Στο σημείο αυτό το πιθανότερο είναι ότι θα επιζητούσαν να εφαρμόσουν την αρχή Ντι Λαμπεντούζα –να αλλάξουν τα πάντα (ή να φαίνεται πως αυτό κάνουν), προκειμένου να μην αλλάξουν τίποτα (μολονότι θα φαίνεται πως το κάνουν). Αυτό είναι φοβερά σύνθετο. Το πρώτο πρόβλημα είναι να επινοήσουν την αλλαγή (λιγότερο εύκολο και λιγότερο προφανές απ’ ό,τι θα υπέθετε κάποιος). Το δεύτερο είναι να εξαπατήσουν ένα μεγάλο μέρος του δικού τους στρατοπέδου. Το τρίτο είναι να εξαπατήσουν τους αντιπάλους.
Τι είδους εναλλακτική λύση θα μπορούσαν να επινοήσουν; (…) Σίγουρα δεν πρόκειται να προσπαθήσω να επινοήσω εγώ κάτι για τους προνομιούχους. Θα είκαζα, ωστόσο, ότι η πιθανότερη επιτυχής μέθοδος θα ήταν αυτή η οποία θα ενσωμάτωνε αρκετή από τη φρασεολογία των δυσαρεστημένων. (…)

Από τη σκοπιά των καταπιεσμένων

Πώς θα δράσουν, όμως, αυτοί που είναι οι καταπιεσμένοι στο υπάρχον σύστημα; Έχουν, τουλάχιστον, τα ίδια προβλήματα με εκείνα των προνομιούχων. Αν οι τελευταίοι είναι ένα ετερογενές, άμορφο σύνολο, οι καταπιεσμένοι είναι ακόμη περισσότερο. Αν το στρατόπεδο των προνομιούχων περιλαμβάνει εντός του ένα ευρύ φάσμα άμεσων αλλά και μακροπρόθεσμων συμφερόντων, το ίδιο ισχύει και για το στρατόπεδο των αντιπάλων τους. Και ασφαλώς, σε σύγκριση με τους προνομιούχους, οι καταπιεσμένοι έχουν μικρότερη τρέχουσα ισχύ, λιγότερη τρέχουσα οργάνωση και κατέχουν μικρότερο τρέχοντα πλούτο ώστε να επιδιώξουν οποιαδήποτε παγκόσμια πολιτική μάχη. Ειδικότερα, θα πρόσθετε κάποιος, μια μάχη η οποία θα δινόταν με εξαιρετική πολυμορφία –με ανοιχτή βία, με οιονεί εκλογικές και νομοθετικές μάχες, με θεωρητικές διαμάχες εντός των δομών της γνώσης και με λαϊκές προσφυγές σε άγνωστη και συχνά βουβή ρητορική.
Δεν μπορώ να πω πραγματικά περισσότερα επ’ αυτού, πέραν του ότι η ιδέα ενός Συνασπισμού Ουράνιου Τόξου1 ίσως να είναι η πιο εφαρμόσιμη, αλλά και τρομερά δύσκολη στην πραγματοποίησή της (…) Αυτό που θα’ πρεπε να διευκρινιστεί είναι ότι δεν έχω προτείνει ένα πρόγραμμα αλλά απλά ορισμένα στοιχεία που θα όφειλαν να μπουν στη συζήτηση για ένα πρόγραμμα –για το πώς θα μπορούσε κάποιος να θεσμοθετήσει ένα πιο υλικά ορθολογικό ιστορικό σύστημα, και για το πώς θα διάνυε κάποιος την περίοδο της μετάβασης με σκοπό να καταλήξει εκεί. Αυτές οι προτάσεις χρειάζεται να συζητηθούν, να συμπληρωθούν ή και να αντικατασταθούν από άλλες καλύτερες. Και η συζήτηση θα πρέπει να είναι παγκόσμια.

Η αναγκαιότητα του μετασχηματισμού

Ήρθε η ώρα να επιστρέψουμε στις αρχικές μας θέσεις σχετικά με τη δομή των συστημάτων. Ας θυμηθούμε τη σειρά. Τα συστήματα γεννιούνται· έχουν μακρά διάρκεια ζωής σύμφωνα με ορισμένους κανόνες· και σε κάποιο σημείο φτάνουν σε κρίση, διχάζονται και, τέλος, μετασχηματίζονται σε κάτι άλλο. Η τελευταία περίοδος, η περίοδος της μετάβασης, είναι ιδιαίτερα απρόβλεπτη, αλλά, συν τοις άλλοις, και εξαιρετικά δεκτική σε ατομικές και ομαδικές ενέργειες –σε αυτό, δηλαδή, που έχω περιγράψει ως αύξηση του παράγοντα «ελεύθερη βούληση». Αν θελήσουμε να αρπάξουμε την ευκαιρία που μας δίνεται, την οποία θεωρώ ηθική και πολιτική μας υποχρέωση, θα πρέπει πρώτα να αναγνωρίσουμε την ευκαιρία για αυτό που είναι, και γι’ αυτό που εμπεριέχει. Κάτι τέτοιο απαιτεί ανασύνταξη του πλαισίου γνώσης, έτσι ώστε να μπορούμε να κατανοήσουμε τη φύση της διαρθρωτικής μας κρίσης και, κατά συνέπεια, των ιστορικών μας επιλογών για τον 21ο αιώνα.
Από τη στιγμή που θα δούμε τις επιλογές μας, θα πρέπει να έχουμε την ετοιμότητα εμπλοκής σε έναν αγώνα, χωρίς καμία εγγύηση πως θα τον κερδίσουμε. Αυτό είναι βασικό, στο βαθμό που οι ψευδαισθήσεις γεννούν μόνον απογοητεύσεις και ευθύς αμέσως την αποπολιτικοποίηση. Τέλος, η τακτική μας δράση –οι πνευματικές, ηθικές και πολιτικές μας αντιλήψεις- θα πρέπει να συγκλίνουν σε μία, που ταυτόχρονα θα πρέπει να είναι ευθεία και ξεκάθαρη, επεξεργασμένη το δίχως άλλο και μεσοπρόθεσμη. Θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε με επιφύλαξη τον δόλιο αντίπαλο και να εμπιστευτούμε, στη βάση της καλής πίστης, συμμάχους οι οποίοι δεν μοιράζονται ολόκληρη την προϊστορία μας ή τις ανάγκες ή τις προδιαθέσεις ή, πράγματι, τα συμφέροντά μας. Κάτι τέτοιο μοιάζει με συνταγή για υπερανθρώπους. Πιστεύω μάλλον ότι πρόκειται για συνταγή για όλους όσοι ελπίζουν να αποκτήσουν έναν υλικά ορθολογικότερο, καλύτερο κόσμο απ’ ό,τι αυτός στον οποίο ζούμε.

Τα προνόμια δεν παραδίδονται

Υπάρχει ένα τελευταίο ερώτημα που πρέπει να θέσω. Οι κατέχοντες την εξουσία θα παραχωρήσουν έτσι απλά τα προνόμιά τους; Ασφαλώς όχι· ποτέ δεν θα το πράξουν. Μερικές φορές θα παραχωρήσουν τμήματα προνομίων, αλλά μόνο με τη μορφή τακτικής, ώστε να διατηρήσουν το μεγαλύτερο μέρος τους. Οι άνθρωποι της δύναμης ποτέ άλλοτε δεν υπήρξαν τόσο ισχυροί ή τόσο πλούσιοι όσο είναι στο σύγχρονο κόσμο. Και οι άνθρωποι χωρίς δύναμη (ή τουλάχιστον αρκετοί από αυτούς) ουδέποτε βρέθηκαν σε τόσο απελπιστική κατάσταση –μιλώντας σχετικά πάντα, αλλά και σε σημαντικό βαθμό απόλυτα. Έτσι, η πόλωση θα είναι η μεγαλύτερη που υπήρξε ποτέ, πράγμα που σημαίνει ότι η μεγαλοπρεπής αποκήρυξη των προνομίων θα είναι η λιγότερο πιθανή έκβαση.
Οι απόψεις αυτές, είναι άσχετες με τη θέση μου. Έχω ισχυριστεί ότι υπάρχουν ενσωματωμένοι διαρθρωτικοί περιορισμοί στη διαδικασία διαρκούς συσσώρευσης κεφαλαίου που κυβερνά τον κόσμο μας και ότι αυτοί οι περιορισμοί έρχονται στο προσκήνιο σήμερα ως τροχοπέδη στη λειτουργία του συστήματος. Έχω ισχυριστεί ότι αυτοί οι διαρθρωτικοί περιορισμοί –αυτό που αποκαλώ ασύμπτωτες των ενεργών μηχανισμών- δημιουργούν μια διαρθρωτική χαοτική κατάσταση η οποία δεν είναι μόνο δυσάρεστη καθώς τη βιώνουμε, αλλά και τελείως απρόβλεπτη στην τροχιά της. Τέλος, έχω υποστηρίξει ότι μια νέα τάξη θα ξεπροβάλει από αυτό το χάος2 μέσα στην περίοδο των επόμενων πενήντα χρόνων και ότι αυτή η νέα τάξη θα διαμορφωθεί ως αποτέλεσμα των όσων έχει πετύχει ο καθένας στο μεσοδιάστημα –αυτοί που έχουν την εξουσία στο υπάρχον σύστημα, και αυτοί που δεν την έχουν. Αυτή η ανάλυση δεν είναι ούτε αισιόδοξη ούτε απαισιόδοξη, με την έννοια ότι δεν προβλέπω αλλά ούτε και μπορώ να προβλέψω εάν το αποτέλεσμα θα είναι καλύτερο ή χειρότερο. Είναι, ωστόσο, ρεαλιστική στην προσπάθειά της να προκαλέσει συζητήσεις σχετικά με τα είδη της δομής, η οποία ενδεχομένως στην πράξη θα μας εξυπηρετούσε όλους καλύτερα και τα είδη των στρατηγικών, τα οποία πιθανώς θα μας ωθούσαν προς αυτές τις κατευθύνσεις.
Επομένως, όπως λένε και στην Ανατολική Αφρική: harambee! 3

*Το κείμενο που δημοσιεύουμε είναι απόσπασμα από το βιβλίο του Βάλερστάιν «Ουτοπιστική ή ιστορικές επιλογές για τον 21ο αιώνα» (εκδόσεις «Κέρδος», 2007, σε μετάφραση Θάλειας Παύλου).

Σημειώσεις:

1 Στη δεκαετία του ’80, είχε αρχίσει στις ΗΠΑ ένας διάλογος για τη δημιουργία ενός «Συνασπισμού Ουράνιου Τόξου» που θα περιελάμβανε ένα ευρύ φάσμα μικρών κομμάτων και κινημάτων, κληρονόμων της επανάστασης του 1968: πράσινους, φεμινιστικά κινήματα, κινήματα καταπιεσμένων εθνικών και φυλετικών «μειονοτήτων», ομοφυλοφιλικά και λεσβιακά κινήματα και ό,τι άλλο θα μπορούσε να αποκληθεί κοινωνικό κίνημα.
2 Ο όρος χάος χρησιμοποιείται για να περιγράψει την απρόβλεπτη και φαινομενικά τυχαία συμπεριφορά δυναμικών συστημάτων. Σύμφωνα με τον Ιλιά Πριγκόγκιν, υποστηρικτή της θεωρίας του χάους, η έννοια αυτή μας αναγκάζει να ξανασκεφτούμε την έννοια του φυσικού νόμου και να τη διευρύνουμε, πέρα από την κλασική αιτοκρατία, με την παράλληλη εισαγωγή της πιθανότητας. Η τάξη πάντα αναδύεται μέσα από το χάος χωρίς όμως να γνωρίζουμε την κατεύθυνσή της.
3 Κατά κυριολεξία στη διάλεκτο σουαχίλι σημαίνει «όλοι μαζί». Στις αρχές, όμως, του ’60 ο περίφημος Γιόμο Κενυάτα (1891-1978), ο ηγέτης του αντιαποικιακού αγώνα για την ανεξαρτησία της Κένυας υιοθέτησε το harambee ως κεντρικό σύνθημα ενός ολόκληρου κοινωνικου κινήματος συνένωσης των φυλών, των ομάδων και των κοινοτήτων στην πορεία του χτισίματος ενός νέου αφρικανικού έθνους. Γενικότερα η λέξη harambee δηλώνει την κενυάτικη παράδοση της αυτοβοήθειας των κοινοτήτων και εν γένει δραστηριότητες ενδογενούς ανάπτυξης.