Πέρα από τον κοινοτισμό

Η πρόκληση της  Άντας Κολάου

kolaou

Του Στίβεν Φόρτι

Την 24η Μάη 2015 σε διάφορες ισπανικές πόλεις κερδίζουν τις δημοτικές εκλογές ψηφοδέλτια πολιτών που έχουν δημιουργηθεί από τα κάτω. Στη Μαδρίτη, στη Βαρκελώνη, στη Σαραγκόσα, στο Κάδιθ, στην Παμπλόνα, στο Σαντιάγο ντε Κομποστέλα, στη Λα Κορούνια, στη Μπαδαλόνα, οι πολίτες μπαίνουν πραγματικά στους θεσμούς με προγράμματα ρήξης σε σχέση με το παρελθόν. Διαφορετικές εμπειρίες, σε διαφορετικό αστικό πλαίσιο. Μεγάλες μητροπόλεις και μικρές πρωτεύουσες νομών, αλλά με ένα κοινό σημείο: την αλλαγή της Ισπανίας και το τέλος των σαράντα χρόνων δικομματισμού Λαϊκού και Σοσιαλιστικού Κόμματος, εκκινώντας από τη συμμετοχή των πολιτών και από τη στενότατη σχέση με τα κοινωνικά κινήματα που υπάρχουν στην κάθε περιοχή. Πέρασαν σχεδόν δύο χρόνια από εκείνη την ημέρα και το νεοκοινοτικό στοίχημα, που πέτυχε σημαντικά αποτελέσματα στις πόλεις που διοικεί, βλέπει πέρα από τον κοινοτισμό.
Ο νεοκοινοτισμός είναι παιδί του κινήματος 15M, των Αγανακτισμένων, που κατέκλυσαν τις ισπανικές πλατείες τον Μάη του 2011. Η αντίδραση στη μεγάλη κρίση, που κατέστρεφε με τις αντιμεταρρυθμίσεις της κυβέρνησης Θαπατέρο και μετά της κυβέρνησης Ραχόι το εύθραυστο ισπανικό κοινωνικό κράτος, ήταν επιβλητική και επέτρεψε την πολιτικοποίηση μιας νέας γενιάς που στα χρόνια της φούσκας της αγοράς ακινήτων ζούσε περισσότερο μέσα στην πολιτική απάθεια. Η τριετία 2011-2013 ήταν η εποχή των μεγάλων διαδηλώσεων, των Mareas για την υπεράσπιση της υγείας και της δημόσιας παιδείας, του ριζώματος των Αγανακτισμένων στις συνοικίες των πόλεων, του αγώνα ενάντια στις εξώσεις που προώθησε η Plataforma de Afectados por la Hipoteca (Pah), της οποίας ήταν εκπρόσωπος η Άντα Κολάου, η σημερινή δήμαρχος της Βαρκελώνης. Η ανεργία είχε αγγίξει τα δραματικά ελληνικά ρεκόρ (27%), οι οικογένειες που είχαν χάσει το σπίτι τους ήταν πάνω από πεντακόσιες χιλιάδες, οι νέοι που μετανάστευαν περίπου εκατό χιλιάδες το χρόνο. Το ισπανικό σύστημα, που γεννήθηκε με τη μετάβαση από τη δικτατορία του Φράνκο στη δημοκρατία, ήταν σε βραχυκύκλωμα. Δεν επρόκειτο μόνο για μια οικονομική κρίση και για τις τραγικές συνέπειές της στον πληθυσμό, αλλά για μια κρίση κοινωνική, πολιτική, θεσμική, χωροκρατική και πολιτιστική.

Συμμετοχή, διαφάνεια και confluencia (σύγκλιση)

Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο γεννιέται το νεοκοινοτικό στοίχημα. Και η περίπτωση της Βαρκελώνης είναι αναμφίβολα η εμβληματικότερη. Την περίοδο που στη Μαδρίτη μια ομάδα νέων καθηγητών πανεπιστημίου παρουσιάζει το Podemos με στόχο τη συμμετοχή στις ευρωεκλογές του Μαΐου 2014, στην καταλανική πρωτεύουσα μια δωδεκάδα ακτιβιστές που προέρχονται από τους αγώνες των πρώτων χρόνων του εικοστού πρώτου αιώνα, για τους οποίους η Γένοβα, το κίνημα no global και η εμπειρία των ιταλών Ανυπάκουων υπήρξαν μόνιμες αναφορές, κατανοούν ότι η πρόκληση πρέπει να προωθηθεί σε τοπικό επίπεδο. Ο στόχος δεν είναι η ευρωβουλή, ούτε καν η ισπανική ή η καταλανική, αλλά η πόλη της Βαρκελώνης.
Τον Ιούνη του 2014 παρουσιάζεται η διακήρυξη «Guanyem Barcelona», δηλαδή «Νικάμε μαζί στη Βαρκελώνη», με την οποία καλούνται οι πολίτες να συμμετάσχουν. Δίνεται διορία λίγο μεγαλύτερη από δύο μήνες, για να συγκεντρωθούν τριάντα χιλιάδες υπογραφές. Αν δεν συγκεντρωθούν, δεν γίνεται τίποτα. Δεν υπάρχουν κόμματα, δεν υπάρχουν μυστηριώδεις ποσοστώσεις. Πρόκειται για μήνες δημόσιων συνελεύσεων σε όλες τις συνοικίες της πόλης, στις οποίες ακούγονται οι άνθρωποι, πάνω απ’ όλα εκείνοι που έχουν πληγεί περισσότερο από την κρίση και από τις πολιτικές λιτότητας. Συγκεντρώνονται πολύ περισσότερες υπογραφές και πολύ νωρίτερα από την προβλεπόμενη προθεσμία. Ξεκινά έτσι ένα σχέδιο, το οποίο σήμερα είναι μια παγιωμένη πραγματικότητα που διοικεί τη δεύτερη πόλη της Ισπανίας και που έχει μετονομαστεί σε Barcelona en Comú.
Τα υπόλοιπα ανήκουν στην ιστορία και είναι πλέον γνωστά. Πρόκειται για την προσεκτική και κοπιαστική δουλειά της οικοδόμησης μιας confluencia (σύγκλισης) με τα σχήματα της καταλανικής αριστεράς που αποφασίζουν να προστεθούν σ’ αυτό το σχέδιο: Iniciativa per Catalunya Verds (ICV), Esquerra Unida i Alternativa (EUiA), Podemos, Equo, Procés Constituent. Σε μια σύγκλιση δεν γίνεται συζήτηση για ποσοστώσεις, όπως σε έναν συνασπισμό, αλλά ακολουθείται η λογική «ένα μέλος μια ψήφος». Δεν είναι εύκολο, αλλά είναι κατορθωτό: γεννιέται ένα καθόλα πολιτικό υποκείμενο, ένας νέος χώρος όπου οι κανόνες είναι διαφορετικοί. Όμως, από την αρχή υπάρχει η επεξεργασία ενός ηθικού κώδικα, με τον οποίο περιορίζονται οι θητείες και οι μισθοί, καθώς και η επεξεργασία ενός προγράμματος που καταρτίζεται μαζί με τους πολίτες. Τέλος, και μόνο ως τελευταίο βήμα, υπάρχει η δημιουργία ενός ψηφοδελτίου με μια υποψήφια που δεν αμφισβητεί κανείς: την Άντα Κολάου. Όλα αυτά, καλό είναι να το θυμόμαστε, γίνονται με εκλογικές διαδικασίες, τόσο με φυσική παρουσία όσο και με ηλεκτρονική ψηφοφορία υπό τη διαχείριση μιας εταιρείας η οποία, σε αντίθεση με το Κίνημα 5 Αστέρων, δεν έχει διασυνδέσεις με την πολιτική ηγεσία του σχήματος.

Δυο χρόνια διοίκησης

Από τον Μάη του 2015 έγιναν πολλά, παρόλο που ήταν πολλά τα εμπόδια και πολλές οι δυσκολίες. Πάνω απ’ όλα γιατί δεν είναι εύκολο να διοικεί κανείς, όντας μειοψηφία. Στο ισπανικό πολιτικό σύστημα δεν υπάρχει δεύτερος γύρος και το ψηφοδέλτιο που επικρατεί δεν έχει την απόλυτη πλειοψηφία στο δημοτικό συμβούλιο. Η Barcelona en Comú έχει 11 συμβούλους στους 41· για να φθάσει τους 21, να έχει, δηλαδή, την πλειοψηφία, ο δρόμος είναι δύσβατος, λαμβάνοντας μάλιστα υπόψη τον έντονο πολιτικό κατακερματισμό, καθώς υπάρχουν πέντε σχηματισμοί με διαιρετικό άξονα όχι μόνο τη θέση στο πολιτικό σύστημα, αλλά και τη συμφωνία ή όχι με την ανεξαρτησία της Καταλονίας. Την άνοιξη του 2016, έπειτα από διαβούλευση μεταξύ των μελών της Barcelona en Comú, υπεγράφη μια συμφωνία με τους Σοσιαλιστές που μπήκαν στη διοίκηση. Η πλειοψηφία είναι ακόμη μακριά, αλλά αναμφίβολα έγινε ένα βήμα προς τα εμπρός, για το οποίο δεν έλειψαν οι αμφιβολίες και οι κριτικές. Όμως, κατά τα άλλα, οι δυσκολίες αφορούν στην πραγματική εξουσία των Δήμων στην Ισπανία έπειτα από την επανασυγκεντροποίηση που προωθείται από τις κυβερνήσεις του Λαϊκού Κόμματος τα τελευταία χρόνια με τη δικαιολογία της σπατάλης στην αυτοδιοίκηση: με το νόμο Μοντόρο, οι Δήμοι, εκτός του γεγονότος ότι έχουν συνθλιβεί από τις πολιτικές λιτότητας, δεν μπορούν ούτε να ξοδέψουν για κοινωνικούς σκοπούς το ενδεχόμενο πλεόνασμά τους. Τέλος, παραμένει το πολυσυζητημένο και μη επιλυμένο ζήτημα της σχέσης μεταξύ κινημάτων και θεσμών: ο κίνδυνος που πάντα υπάρχει είναι μια θεσμοποίηση του σχεδίου από τη στιγμή που βρίσκεται κανείς στους χώρους εξουσίας.
Οι πρώτοι μήνες διοίκησης υπήρξαν δύσκολοι και λόγω της σκληρής εκστρατείας των μεγάλων μέσων ενημέρωσης. «Δεν είναι ικανοί να κάνουν πολιτική. Δεν ξέρουν να διοικήσουν. Δεν έχουν την κατάλληλη προετοιμασία», επαναλάμβαναν συνεχώς. Μετά από δύο χρόνια γίνεται αντιληπτό ότι αυτό δεν ισχύει. Οι ισολογισμοί των δήμων, όχι μόνο του δήμου Βαρκελώνης, αλλά και των άλλων που διοικούνται από νεοκοινοτικά ψηφοδέλτια, δεν είναι πια ελλειμματικοί, όπως στο παρελθόν. Αντίθετα, μειώθηκε το χρέος που είχε δημιουργηθεί από τη δεξιά: στη Μαδρίτη, μόνο μέσα σε ενάμιση χρόνο, η Μανουέλα Καρμένα μείωσε κατά σχεδόν δύο δισεκατομμύρια ευρώ το χρέος του Δήμου, από τα 6 δισεκατομμύρια που είχε βρει όταν εκλέχτηκε. Τα ριζικά μέτρα διαφάνειας, μαζί με τον περιορισμό των μισθών, έδωσαν καρπούς, ενώ ταυτόχρονα αυξήθηκαν οι κοινωνικές πολιτικές.
Στη Βαρκελώνη χρηματοδοτήθηκαν σχεδόν αμέσως τα φοιτητικά εστιατόρια, επενδύθηκαν 150 εκατομμύρια ευρώ σε ένα πρόγραμμα για τις συνοικίες, κατασκευάστηκαν νέοι παιδικοί σταθμοί και ανακτήθηκαν από το δήμο οι παιδικοί σταθμοί που είχαν ιδιωτικοποιηθεί, ξεκίνησε ένα πρόγραμμα εύρεσης κατοικίας για τις οικογένειες που υπέστησαν έξωση και ένα πρόγραμμα κατασκευής λαϊκών κατοικιών. Εκτός των άλλων, υποχρεώθηκαν οι τράπεζες να θέσουν στην αγορά τα ανοίκιαστα διαμερίσματα με κοινωνικό μίσθωμα και μπήκε πρόστιμο σ’ αυτές που αρνήθηκαν. Ασκήθηκαν πιέσεις στις μεγάλες επιχειρήσεις ύδρευσης, ηλεκτροδότησης και φυσικού αερίου για να αποφευχθεί η διακοπή των υπηρεσιών κατά τη διάρκεια του χειμώνα στις οικογένειες που βρίσκονται στο όριο της φτώχειας. Ξεκίνησε η κατασκευή της πρώτης δημοτικής επιχείρησης ηλεκτρικής ενέργειας —θα είναι η μεγαλύτερη ολόκληρης της Ισπανίας— η οποία σύντομα θα μπορεί να εξυπηρετεί 20 χιλιάδες πολίτες, καθώς και η δημιουργία ενός δημοτικού γραφείου κηδειών που θα μειώσει περίπου κατά 50% το κόστος σε σχέση με τα ιδιωτικά γραφεία που υπάρχουν σήμερα.
Ενισχύθηκαν οι δημόσιες μεταφορές, τόσο το μετρό όσο και τα λεωφορεία, κατασκευάζονται 62,5 επιπλέον χιλιόμετρα ποδηλατοδρόμων σε όλη την πόλη και ξεκίνησε το πείραμα των superilles, δηλαδή χώρων στους οποίους απαγορεύεται η κυκλοφορία οχημάτων, με στόχο τη μετατροπή της Βαρκελώνης σε μια περιβαλλοντικά βιώσιμη πόλη. Έγινε μεγάλη επεξεργασία του προβλήματος του τουρισμού και του συνεπαγόμενου αστικού εξευγενισμού —η Βαρκελώνη υποδέχεται πάνω από 27 εκατομμύρια τουρίστες το χρόνο—, εγκρίνοντας το PEUAT, ένα δημοτικό πρόγραμμα που απαγορεύει την κατασκευή νέων ξενοδοχείων σε όλο το κέντρο της πόλης, και καταλογίζοντας πρόστιμο 600 χιλιάδων ευρώ στην AirBnB που διατηρεί στη δικτυακή πύλη της αγγελίες για διαμερίσματα χωρίς άδεια. Όλα αυτά γίνονται πάντα με τη συμμετοχή των πολιτών: η επεξεργασία του νέου Programa de Actuación Municipal (PAM) (ΣτΜ: Πρόγραμμα Δημοτικής Δράσης) έγινε χάρις σε 430 συνελεύσεις στις συνοικίες και στη διαδικτυακή πλατφόρμα decidim.Barcelona («αποφασίζουμε, Βαρκελώνη»), μέσα από τις οποίες συγκεντρώθηκαν πάνω από 10 χιλιάδες προτάσεις από συλλόγους που δραστηριοποιούνται στην πόλη ή από μεμονωμένους πολίτες. Τις προτάσεις ψήφισαν πάνω από 130 χιλιάδες άτομα.
Εκτός από όλα αυτά, υπήρξαν πολλές αμεσότερες πολιτικές μάχες: για το κλείσιμο των Κέντρων Ταυτοποίησης και Απέλασης, σε σύγκρουση με την ισπανική κυβέρνηση, για την ιστορική δημοκρατική μνήμη, ανακτώντας την ιστορία των ηττημένων που πολύ συχνά είναι λησμονημένοι από τους θεσμούς, για την παρουσία των γυναικών στην πολιτική, που πηγαίνει πολύ πιο πέρα από τις «γυναικείες ποσοστώσεις» και αφορά σε όλο το πλαίσιο του θεσμικού και μη θεσμικού βίου. Υπήρξε και το ζήτημα των προσφύγων και της υποδοχής τους σε μια Ευρώπη που κλείνεται όλο και περισσότερο μέσα στο φρούριό της, ενώ κατατρώγεται από ξενοφοβικούς εθνολαϊκισμούς: τον Σεπτέμβρη του 2015 η Άντα Κολάου έθεσε την πρόταση των Ciudad Refugio, των πόλεων-καταφύγιο, επιτρέποντας έτσι τη δημιουργία «ατίθασων πόλεων», οι οποίες εργάζονται σε όλη την ισπανική επικράτεια με άλλες προτεραιότητες, θέτοντας από κοινού νέες εμπειρίες και νέες πρακτικές.

Πέρα από το δήμο

Ο Δήμος, όμως, δεν είναι ο μοναδικός στόχος ενός πολιτικού σχεδίου που βλέπει πέρα από τα όρια των πόλεων. Αυτή είναι και η μεγάλη δύναμη του νεοκοινοτισμού της Barcelona en Comú. Ο Δήμος είναι το πρώτο βήμα, ένα επίπεδο στο οποίο η απόσταση μεταξύ διοικούμενων και διοικητών είναι μικρότερη, όπου η επαφή με τους πολίτες και με τον ιστό των συλλόγων είναι πάντα παρούσα, όπου οι μάχες που προωθούνται έχουν άμεσες συνέπειες. Όμως, πρέπει να προχωρήσουμε ακόμη περισσότερο. Αρχικά, στην περίπτωση της Βαρκελώνης, της καταλανικής πραγματικότητας, αλλά και στην Ισπανία και στην Ευρώπη, μετά. Σε όλα αυτά τα πεδία έχουν γίνει ήδη σημαντικά βήματα προς τα εμπρός.
Έπειτα από ένα χρόνο συνελεύσεων και δημόσιων συναντήσεων σε όλη την περιοχή της Καταλονίας, γεννήθηκε την 8η του Απρίλη το νέο καταλανικό πολιτικό υποκείμενο που ακολουθεί το μοντέλο της Barcelona en Comú. Το όνομά του δεν έχει ακόμη οριστεί, πιθανά θα είναι Catalunya en Comú ή En Comú Podem, που είναι το όνομα του συνασπισμού που κέρδισε τις βουλευτικές εκλογές στην Καταλονία, τόσο τον Δεκέμβρη του 2015 όσο και τον Ιούνη του 2016, στέλνοντας στη Βουλή της Βαρκελώνης 12 βουλευτές υπό την ηγεσία του ιστορικού και ακτιβιστή Χαβιέ Ντομενέχ. Πρόκειται για μια σύγκλιση που συνενώνει, παρά τις αμφιβολίες και τις τριβές με ένα τμήμα του καταλανικού Podemos, τα ίδια σχήματα που έδωσαν ζωή στη Barcelona en Comú, και δημιουργήθηκε με μια συμμετοχική διαδικασία υπό τον τίτλο «Un País en Comú» («Μια Χώρα από Κοινού»): ένα πρόγραμμα και ένας ηθικός κώδικας που διαμορφώθηκε μαζί με τους πολίτες μέσα σε ένα εξαιρετικά πολύπλοκο πλαίσιο σαν το καταλανικό, με το ζήτημα της ανεξαρτησίας, την οποία υποστηρίζει η τρέχουσα περιφερειακή κυβέρνηση, πάντα στις πρώτες σελίδες όλων των εφημερίδων. Η ρήξη του πλαισίου της συμφωνίας ή μη στην ανεξαρτησία με ένα πρόγραμμα επικεντρωμένο στις κοινωνικές πολιτικές, στα κοινά αγαθά και στην υπεράσπιση ενός δημοψηφίσματος δεν θα είναι εύκολη για το νέο πολιτικό υποκείμενο που προωθείται από την Άντα Κολάου. Θα δούμε τα πρώτα αποτελέσματα το φθινόπωρο, όταν πολύ πιθανά θα πραγματοποιηθούν οι πρόωρες περιφερειακές εκλογές.
Δεν είναι, όμως, αρκετό μόνο το καταλανικό πεδίο για να δώσει πνοή στους «ατίθασους δήμους», πιέζοντας την περιφερειακή και την εθνική κυβέρνηση να τροποποιήσει περιοριστικούς νόμους και περιοριστικές πολιτικές. Η νεοκοινοτική πρόκληση βλέπει πολύ μακρύτερα από τα Πυρηναία. Υπάρχει η Ευρώπη, πρώτα απ’ όλα, αλλά στην πραγματικότητα υπάρχει όλος ο κόσμος. Αυτό γίνεται με σεμνότητα και χωρίς βιασύνη, ακολουθώντας το ρητό «πάω αργά, για να φθάσω μακριά». Μέσα στη Barcelona en Comú, που είναι ένα «βαρύ» κόμμα και όχι «ελαφρύ» σαν το Podemos, υπάρχει όντως μια διεθνής επιτροπή που επεξεργάζεται πάνω από ένα χρόνο μια χαρτογράφηση των νεοκοινοτικών σχεδίων που υπάρχουν σε όλη την υφήλιο: από ψηφοδέλτια πολιτών που γεννήθηκαν από τα κάτω, τα οποία διοικούν κάποιες πόλεις, μεγάλες όπως η Νάπολη ή η χιλιανή Βαλπαραΐζο, ή μικρές όπως η αγγλική Φρομ, μέχρι σχέδια που έκαναν το άλμα στην πολιτική και βρίσκονται τώρα στην αντιπολίτευση στο Δήμο, όπως ο Συνασπισμός Πολιτών στη Μπολόνια, το «Καλημέρα Λιβόρνο» ή η Ciudad Futura στο Ροζάριο της Αργεντινής, μέχρι τα κινήματα με κοινοτική ατζέντα που δεν έχουν ακόμη αποφασίσει αν θα παρουσιαστούν στις εκλογές στην Ιταλία, στη Γαλλία, στην Πολωνία, στις Ηνωμένες Πολιτείες, στη Γερμανία, στη Δανία και σε άπειρες άλλες πόλεις. Ο στόχος είναι η δημιουργία ενός διεθνούς κοινοτικού δικτύου.
Γι’ αυτό στις 9-11 Ιουνίου θα πραγματοποιηθεί στη Βαρκελώνη μια διεθνής συνάντηση με την ονομασία «Fearless Cities» («Ατρόμητες Πόλεις»), στην οποία θα συμμετάσχουν εκατοντάδες νεοκοινοτικά σχέδια από όλο τον κόσμο, για να θέσουν κοινές πρακτικές και να εξυφάνουν σχέσεις εν όψει του νέου βήματος αυτού του στοιχήματος: να ξαναφέρουν την πολιτική ανάμεσα στους ανθρώπους, να την κάνουν συμμετοχική, να προωθήσουν πολιτικές υποδοχής, να σπάσουν τα κλουβιά των υποδουλωμένων στη λιτότητα προϋπολογισμών. Δεν είναι καθόλου λίγο. Είναι πάρα πολύ, κυρίως σε τέτοιους καιρούς.

Μετάφραση: Τόνια Τσίτσοβιτς