Πέραν της διηγηματογραφίας

Η. Χ. Παπαδημητρακόπουλος
«Υποκείμενα»
Εκδ. Γαβριηλίδης
Δεκ. 2014

Ο Η. Χ. Παπαδημητρακόπουλος, ο επιλεγόμενος “ολιγογράφος”, εκτός διηγηματικών «Απάντων» και εκτός τριών τόμων με “αναφορές” σε συγκεκριμένους πεζογράφους (Νίκος Καχτίτσης, Παπαδιαμάντης, Ανδρέας Καρκαβίτσας), συμπλήρωσε τρεις επιπλέον τόμους, κατά μέσο όρο των 300 σελίδων έκαστος.    Τρεις τόμοι, χωρίς προλόγους, ούτε επιλογικά σημειώματα, μόνο με ένα σύντομο κείμενο, που τιτλοφορείται «Αντί προλόγου» και στο οποίο δίνεται προσδιορισμός, έκτασης μίας μόλις προτάσεως, των συγκεντρωμένων κειμένων: “Στο βιβλίο περιλαμβάνονται κριτικά, δοκιμιακά και άλλα, ποικίλα κείμενα, όπως δημοσιεύτηκαν κατά καιρούς σε εφημερίδες και περιοδικά.” Από αυτήν την βραχύλογη διατύπωση, επιλέγεται το υποκείμενο, δηλαδή η λέξη “κείμενα”, με την οποία συντίθενται οι τρεις τίτλοι, δια επιλογής, ως πρώτου συνθετικού, μιας πρόθεσης. Πρώτη επιλογή, η πρόθεση “παρά”, η οποία δίνει τον τίτλο, «Παρακείμενα», που, καίτοι προφανής επιλογή, ως δηλωτικός της ύπαρξης ενός αρχικού κειμένου αναφοράς, χαρακτηρίστηκε “ευρηματικός”, και δικαίως, αφού, παρά το πλήθος παρόμοιων κειμενικών συναγωγών, δεν είχε χρησιμοποιηθεί πριν το 1983, οπότε και κατοχυρώθηκε στον Παπαδημητρακόπουλο. Ως τίτλος πρωτότυπος, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και για τους επόμενους τόμους, δια της προσθήκης αύξοντος αριθμού, ως είθισται.
Εκείνος, ωστόσο, προτίμησε την αλλαγή τίτλου, επιλέγοντας για τον δεύτερο τόμο την πρόθεση “από”, που καταλήγει στην τιτλοφόρηση, «Αποκείμενα». Μάλλον ατυχής πρόκριση, δεδομένου ότι πρόκειται για νεόπλαστη λέξη, η οποία, ως πρώτη έννοια δηλώνει κείμενο μακράν ευρισκομένου εκείνου στο οποίο αναφέρεται, αλλά και δευτερευόντως, το παραγκωνισμένο κείμενο. Όπως και να έχει, με αυτές τις δυο επιλογές, εξαντλήθηκαν οι έξι κύριες προθέσεις της “κοινής νεοελληνικής”, αφού οι λοιπές τέσσερις, ως συνθετικά τίτλου, δεν απέδιδαν συναφές νόημα.  Εξ ου, για τον τρίτο τόμο, στάθηκε αναγκαία η καταφυγή στην Αρχαία Ελληνική, με τις 18 διαθέσιμες κύριες προθέσεις. Η επιλογή της πρόθεσης “υπό” οδήγησε στον τίτλο  «Υποκείμενα». Πολύσημος μεν, αλλά, κατά μία πρώτη έννοια ευσταθεί, καθώς δηλώνει το θέμα του λόγου. Ταυτόχρονα, όμως,  σημαίνει κείμενο εξαρτημένο από το αναφερόμενο και δη, σε σχέση υποτακτική. Ανεξάρτητα αν τα κείμενα του Παπαδημητρακόπουλου, το συχνότερο δεν παραμένουν υπό του σχολιαζομένου, αλλά το πολιορκούν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να αποκαλυφθούν χαρακτηριστικά μη εμφανή στον τυχόντα βιβλιοπαρουσιαστή. Άλλωστε, έτσι κι αλλιώς, απομένει μόλις μία ακόμη πρόσφορη πρόθεση, το “περί”, που, όμως, οδηγεί στον τίτλο, “περικείμενα”, ο οποίος φέρει την βαριά σκιά του συνομήλικού του συγγραφέα, γάλλου θεωρητικού Ζεράρ Ζενέτ.
Πέραν της νοηματοδοτήσεως των κειμένων μέσω της τιτλοφόρησης των τόμων, ο μόνος περαιτέρω σχολιασμός, που υπάρχει σε αυτά τα “αντί προλόγου” σημειώματα, είναι το χρονολογικό άνοιγμα των τριών συναγωγών: “1962-1983”, “1984-2000”, “από το 2000 μέχρι και το 2013”. Από το οποίο, ο συγγραφέας τους εξάγει το συμπέρασμα: “Και, επομένως, η συνολική συγκομιδή και των τριών βιβλίων περιλαμβάνει έργα 51 ετών.” Καίτοι δυο οι επιμελητές του βιβλίου, το lapsus calami διέφυγε. Κατ’ αρχήν, ο δεύτερος τόμος καλύπτει την περίοδο 1984-1999. Και το κυριότερο, το άθροισμα των ετών είναι, προφανώς, 52. Το πρώτο έτος είναι το 1962, κατά το οποίο έγινε η πρώτη εμφάνιση του συγγραφέα, στο δεύτερο τεύχος του περιοδικού «Αργώ» της Καβάλας, με το κείμενο, «Για τον ελληνικό κινηματογράφο». Στο ίδιο τεύχος, δημοσιεύεται και κριτική θεατρικής παράστασης, που ο συγγραφέας δεν έκρινε άξια αναδημοσίευσης. Όπως εξαιρεί και μία βιβλιοπαρουσίαση, δημοσιευμένη στο τριπλό και τελευταίο τεύχος αυτού του μηνιαίου περιοδικού, στο οποίο, παρότι υπήρξε ολιγόζωο, διάρκειας μόλις έξι μηνών, ο Παπαδημητρακόπουλος πρόλαβε να κάνει και την πρώτη του εμφάνιση ως διηγηματογράφος. Αυτήν, ψευδωνύμως. Σε αντίθεση με άλλους συγγραφείς, αυτός έχει χρησιμοποιήσει ένα και μοναδικό ψευδώνυμο, το Χιλιώτης, με δυο παραλλαγές μικρού ονόματος, Θανάσης και Ηλίας, στα δυο περιοδικά της Καβάλας και το «Αντί». Και αυτά, κατά την πρώτη περίοδο, μάλλον εξ ανάγκης.
Εδώ, ας αναφέρουμε τις χρονολογίες έκδοσης των τόμων. Ο πρώτος κυκλοφόρησε προς τα τέλη του 1983, πάντως, μετά τις 2 Ιουλίου, ημέρα της παραίτησής του από το στράτευμα, όπου υπηρέτησε ως μόνιμος στρατιωτικός γιατρός. Ο δεύτερος, το 2000. Ο τρίτος, Δεκ. 2014. Η καταμέτρησή τους αποφέρει: πρώτος τόμος, 37 κείμενα, δεύτερος τόμος, 59 (όπου συμπεριλαμβάνονται ένα δημοσιευμένο το 1966, ένα αδημοσίευτο και ομιλίες), τρίτος, 79 (καθώς συγκεντρώνονται και παλαιότερα κείμενα, που δεν είχαν συμπεριληφθεί στους δυο πρώτους τόμους, επίσης, να σημειώσουμε, πως, σε ένα κείμενο, «Μποστ: μία επιστολή», έχει παραληφθεί η παραπομπή δημοσίευσης, που είναι στο Λεύκωμα Μποστ, 1996).
Τα κείμενα συγκεντρώνονται σε ενότητες, διαιρούμενες σε κεφάλαια, όπου οι τίτλοι τους διαφοροποιούνται στους τρεις τόμους, αντικατοπτρίζοντας τα θεματικά ενδιαφέροντα της κάθε περιόδου. Εκτός από τον χώρο της λογοτεχνίας, στους δυο πρώτους τόμους, υπάρχει η ενότητα “κινηματογράφος”, επίσης, στον πρώτο, “τα ληστρικά” και “γλώσσα”, ενώ, στον δεύτερο, “τυπογραφία” και “στρατιωτικός βίος”. Πάντως, ήδη από τον δεύτερο τόμο, παρατηρείται μεγαλύτερη μέριμνα για τις ομαδοποιήσεις, όπως δείχνει και η κάποια εκζήτηση στην τιτλοφόρησή τους. Η πρώτη ενότητα, η λογοτεχνική, τιτλοφορείται σταθερά “συγγραφείς και κείμενα”, πιθανώς επηρεαζόμενος ο συγγραφέας από τον γενικό τίτλο της μεταθανάτιας έκδοσης των τόμων με κριτικές του Βάσου Βαρίκα, όπου ο πρώτος τόμος κυκλοφόρησε το 1975, τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατό του. Εδώ, τα επιμέρους κεφάλαια παραλλάσσουν: “πεζογράφοι”, “ποιητές”, που ουσιαστικά σημαίνει τους δυο συμπολίτες, επιστήθιους φίλους του, Τάκη Σινόπουλο – Γιώργη Παυλόπουλο, και “σύντομες αναφορές”. Ενώ, για ορισμένους προσφιλείς του συγγραφείς, προβλέπονται ιδιαίτερες ενότητες. Στον δεύτερο τόμο: “Πεντζίκης και Σκαρίμπας”, “ο άλλος Αλέξανδρος”. Στον τρίτο, κάτω από τον τίτλο, «Οδοδείκτες»: Παπαδιαμάντης, Καρκαβίτσας, Σκαρίμπας, Πεντζίκης. Η δεύτερη ενότητα φέρει βυζαντινό τίτλο, δάνειο από το «Μέγα Ετυμολογικόν», “υποφυλλίδες”, αντί του κοινότοπου “επιφυλλίδες”. Ενώ, στον τρίτο τόμο, η καταληκτική ενότητα, με τα σύντομα δημοσιεύματα, τιτλοφορείται με τον τεχνικό όρο, “παρέκταμα”. Κατά τα άλλα, σε κάθε επιμέρους κεφάλαιο, η παράταξη των κειμένων ακολουθεί τη χρονολογική τάξη της δημοσίευσής τους.
Μπορεί ο σχολιασμός των τίτλων, που επιχειρούμε, να δημιουργεί εντύπωση φιλολογισμού, ωστόσο, στόχος μας είναι να φανεί η ιδιαίτερη φροντίδα του συγγραφέα για τα εκτός διηγηματογραφίας κείμενά του. Αν και με σημερινούς όρους, απαξάπαντα, από κριτικές μέχρι επιστολές προς εφημερίδες και σημειώματα, συνιστούν αφηγήσεις. Λ.χ., την επιστολή, με τίτλο «Δαιμονικά», ένας νεότερος συγγραφέας, αν ποτέ πετύχαινε στην αφήγησή του παρόμοιο λεκτικό και υφολογικό τέμπο, θα την αποκαλούσε “μπονσάι” διήγημα. Αυτές τις αφηγήσεις, ο Παπαδημητρακόπουλος τις διαφοροποιεί υφολογικά, ανάλογα με το τι θέλει να αποδώσει.
Με την πάροδο του χρόνου, πάντως, το διήγημά του γίνεται πιο αφηγηματικό, αφήνοντας μεγαλύτερα περιθώρια σε μία πλέον συγκινησιακή εκφραστική. Ενώ, ο κριτικής φύσεως σχολιασμός παραμένει μεν περιεκτικός, καθίσταται, όμως, πιο γενναιόδωρος ως προς το κοσμητικό επίθετο. Και στα δυο είδη λόγου, ο συγγραφέας δείχνει –ίσως ακριβέστερα, επιτρέπει εις εαυτόν να εμφανίζεται– πιο εξομολογητικός. Για παράδειγμα, στις “σύντομες αναφορές” του τρίτου τόμου, το «Δημοτικό και αλφαβήτα», αποτελεί ένα κεφάλαιο αυτοβιογραφίας, η οποία, αν ποτέ γραφόταν, παραμένοντας πιστή στο ιδιόμορφο αρμολόγημα μνήμης και πραγματολογικών στοιχείων, που κατορθώνει, από μιας αρχής, ο συγγραφέας, θα συνιστούσε ένα μυθιστόρημα, που θα μπορούσε να ικανοποιήσει το γούστο του λογοτεχνικά ευαίσθητου, αλλά και να συναρπάσει τον έχοντα περιορισμένη αισθητική εμπειρία.
Ο Παπαδημητρακόπουλος, ωστόσο, μάλλον δεν θα γράψει αυτοβιογραφία, καθώς δεν έχει εκδηλώσει την πρόθεση να περισυλλέξει, τουλάχιστον κατά συστηματικό τρόπο, αναμνήσεις. Ούτε καν για έκδοση κάποιων τμημάτων από την πολυπρόσωπη αλληλογραφία του φαίνεται διατεθειμένος να φροντίσει. Όχι λόγω ελλείψεως χρόνου, αλλά γιατί γίνεται μάλλον  προφανές, ακόμη και από αυτήν την τόσο προσεγμένη συναγωγή κειμένων, πως του λείπει η διάθεση. Το 2000, στον δεύτερο τόμο, το «Αντί προλόγου», έκλεινε με τον χαρακτηριστικό χαιρετισμό των επιστολικών του κειμένων, το ελαφρώς ειρωνικό, “έρρωσθε”. “Έρρωσθε και ευδαιμονείτε”, “έρρωσθε και γρηγορείτε”, γενικώς, “έρρωσθε”. Στον τρίτο, μένουν ως υπογραφή, τα αρχικά του. Και στην δεξιά σελίδα, που προηγείται, όπου αναγράφονται, στους άλλους τόμους, οι αφιερώσεις (στον πρώτο “Στη μνήμη του πατέρα μου, Χαράλαμπου Παπαδημητρακόπουλου – του Λαμπάκη”, στον δεύτερο, “Μνήμη Βαρβάρας και Λαμπάκη Παπαδημητρακόπουλου”), παρατίθεται μία σελίδα, με 109 μικρά ονόματα, που εκκινεί με τα Χαράλαμπος, Βαρβάρα και καταλήγει στο Ναυσικά. Συγκρατεί το μάτι, τα Δαίδαλος, Επαμεινώντας, Δανιήλ, Ράλλης. Ο τίτλος της σελίδας είναι «Νεκράνθεμα στη μνήμη τους».
Διαβάζοντας την κριτικογραφία για τον Παπαδημητρακόπουλο, παρατηρούμε ότι επανέρχονται δυο χαρακτηρισμοί. Για τον ίδιο, το “μάστορας”, για τα κείμενά του, ανεξαρτήτου είδους, η επαίνεση, “κομψοτέχνημα”. Κατά μία άποψη, δεν είναι άστοχοι. Ωστόσο, στον πρώτο υφέρπει η έννοια μιας επαγγελματικής δεξιότητας, ενώ, στον δεύτερο, υπερισχύει η λεπτοτεχνία ως διακοσμητικό χαρακτηριστικό. Σε αμφοτέρους, ένα, κατ’ εμάς, κυρίαρχο χαρακτηριστικό του ανθρώπου και κατ’ επέκταση, του συγγραφέα Παπαδημητρακόπουλου  απομειούται. Είναι αυτό, που δηλώνεται από τις εν θερμώ αντιδράσεις του σε κοινωνικά και κυρίως λογοτεχνικά ερεθίσματα. Ίδιον μεσογειακού ταμπεραμέντου, μάλλον τροχισμένου παρά τιθασευμένου κατά την στρατιωτική θητεία. Ένας τρόπος αντιμετώπισης, που μορφοποιείται σε δημιουργική ορμή.
Για να περιοριστούμε στον σχολιογράφο, ο Παπαδημητρακόπουλος επιλέγει συγγραφείς και κείμενα, γιατί τον ενθουσιάζουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά τους. Αυτό αποκαλύπτει η εκλεκτικότητα της θεματικής του. Παθιάζεται, λ.χ., με τη μακριά πολιτιστική παράδοση του τόπου. Δεν μπορείς, ωστόσο, να του προσάψεις τοπικισμό, αφού δεν πρόκειται περί ενός τόπου. Αλλά, περί του τόπου ως οντότητα και φορέα λαϊκού πολιτισμού. Στις βιβλιοπαρουσιάσεις, προεξάρχει η μνημόνευση του τόπου, φτάνοντας να επισκιάζει τη θεματική. Σε σύνολο 22 κειμένων,  σε επτά γίνεται αναφορά σε τόπους της Μακεδονίας, σε τρία της Ηπείρου, σε πέντε της Πελοποννήσου και ακόμη, ειδικότερα, σε Άρτα και Κέρκυρα. Επίσης, γίνεται λόγος για “ταξίδια σε όλα τα πλάτη και τα μήκη της γης”, με αφορμή βιβλίο του συνομήλικού του, Νίκου Παπανάστου, από το Μουζάκι της ημιορεινής Ηλείας, που ήταν για χρόνια μαρκόνης σε ποντοπόρα πλοία. Τέλος, υπάρχει το κείμενο, «Σπουδή Θανάτου», για τους ελληνικούς ορθόδοξους τάφους, όπως τους κατέγραψε ο Ηλίας Πετρόπουλος στο “Βιβλίο των 2.400 φωτογραφιών”, «Ελλάδος Κομητήρια».
Όταν το αγροτικό τοπίο πνέει τα λοίσθια, εκείνος εξυμνεί τον μυθικό χώρο αυτού, που, στην βορειοδυτική Πελοπόννησο, άλλοτε ποτέ αποκαλούσαν “χτήμα”. Και μάλιστα, κατ’ επανάληψη, φέρνοντας δάκρυα στα μάτια ευαίσθητων ψυχών, όταν αφηγείται για “εκείνα τα μικρά, ευώδη χαμαικέρασα, που ο πατέρας του καλλιεργούσε σε χρόνους προπολεμικούς στο χτήμα τους”. Και όλα αυτά, σε μία κρίσιμη φάση γενικότερης απώλειας. Από μία άποψη, εκείνο, που ακριβώς επιδιώκει να περιγράψει ο Παπαδημητρακόπουλος, είναι όλα όσα εξαφανίζονται μέσω μιας νοσηρής μετάλλαξης, πολύ πιο επώδυνης από το οριστικό τέλος. Όπως, λ.χ., το διήγημα, που “ευδοκιμεί σε κλειστό χώρο και λειτουργεί υπό συνθήκες ακραίας λιτότητας και μεγίστης συμπύκνωσης”, για το οποίο το κείμενό του, «Διηγημάτων βάσανος». Τον συγγραφέα με “το πάθος της λογοτεχνίας”, που αισθητοποιεί μέσω της τόσο αγαπητής σε αυτόν περίπτωσης του  Αλέξανδρου Κοτζιά. Ή, ακόμη, τον διηγηματογράφο, με το “ένα τομίδιο των 122 λέξεων”, που υπήρξε ο Κώστας Καρκαβίτσας, όπου “μεγαλειώδεις οι περιγραφές του κάμπου…και στο βάθος μακριά, η θάλασσα να συνδέει τον κάμπο και τους ανθρώπους του με τον παράξενο κόσμο…” Αλλά και πέραν της λογοτεχνίας, το είδος, που, μια φορά και έναν καιρό, αποκαλούσαν εφημερίδα,  σε κείμενο περί “την δευτέρα αρχαιοτέρα”, τουτέστιν  “την καθημερινή εφημερίδα «Πατρίς» Πύργου (1902)”. Επίσης, την αδιανόητη για τον εσμό των εποχούμενων, πεζοπορία, όπως την αντιλαμβανόταν ο πατρινός ιατροφιλόσοφος Χρίστος Πολυβίου Κορύλλος, ο οποίος υπήρξε “ένας φανατικός οδοιπόρος” και εξέδωσε τρία βιβλία: «Πεζοπορία από Πατρών εις Σπάρτην», «Πεζοπορία από Πατρών εις Τρίπολιν», «Πεζοπορία από Πατρών εις Καλάμας».
Τι κρίμα, παρόμοια βιβλία να μην φτάνουν “στον αναγνώστη, τον παραπαίοντα στο εκδοτικό μας πέλαγος”.

Μ. Θεοδοσοπούλου