Περί ΔΕΗ… ΝΔ και ΚΙΝΑΛ (ΠΑΣΟΚ)

Του Στάθη Λουκά

Η ΝΔ και το KINAΛ (ΠΑΣΟΚ) διαμαρτύρονται, κατά κάποιον τρόπο, με τη δημιουργία fake news για την κατάσταση στη ΔΕΗ. Η υποκρισία δεν έχει όρια. Το 1987 δημοσιεύτηκε η Έκθεση Brudtland (πρωθυπουργός της Νορβηγίας) της Παγκόσμιας Επιτροπής για το Περιβάλλον και την Ανάπτυξη και το 1992 έγινε η Συνδιάσκεψη του Ριο ντε Τζανέιρο για το Περιβάλλον και την Κοινωνική και Οικονομική Ανάπτυξη την οποία ακολούθησαν και άλλες διεθνείς συναντήσεις για το ίδιο θέμα. Από το 1996 που ισχύει η Οδηγία 96/92/ΕΚ για την αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, την οποία ακολούθησαν και άλλες σχετικά με το θέμα και την εισροή των ΑΠΕ (Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας), μέχρι το 2015 που έγινε κυβέρνηση ο ΣΥΡΙΖΑ, είναι σχεδόν μια εικοσαετία. Ενώ από το 2006 που ίσχυε το Πρωτόκολλο του Κιότο, οπότε ημιεπίσημα αμφισβητείται το κρατούν ενεργειακό πρότυπο, είναι μια δεκαετία. Το να κατασκευάζεις, λοιπόν, λιγνιτικές μονάδες στις αρχές του 21ού, παραμονές του Πρωτοκόλλου του Κιότο, αποτελεί ενεργειακή απερισκεψία, όπως και το να θέλεις να τις πουλήσεις σε καλή τιμή μετά την COP21 του Παρισιού.
Μια τριακονταετία με διεθνείς εκθέσεις, συνδιασκέψεις και συναντήσεις που έπρεπε κατά κάποιον τρόπο να βάλουν «ψύλλους στα αυτιά» πολιτικών δυνάμεων που κυβέρνησαν τη χώρα από το 1974. Το αντίθετο, συνέχισαν με την ίδια λογική και από τη μεριά της προσφοράς (λιγνιτικοί σταθμοί τέλος 20oύ αιώνα και αρχές του 2000) και από τη μεριά της ζήτησης (Ολυμπιακοί και Μετρό χωρίς παραγωγικότητα και εξοικονόμηση ενέργειας). Δεν είναι τυχαίο ότι οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα από ενέργεια, ανά μονάδα πρωτογενούς ενέργειας (μη ΑΠΕ) παραμένει στα ίδια επίπεδα από το 1990 μέχρι το 2010. Την ίδια στιγμή που στην Ευρωπαϊκή Ένωση των 28 παρατηρείται μείωση 11,5%. Για την ίδια περίοδο οι εκπομπές για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας αυξάνονται κατά 19,4%, ενώ στην ΕΕ μειώνονται κατά 8.7%. Λαμβάνεται για τη σύγκριση η συγκεκριμένη περίοδος, γιατί μετά το δέκα έχουμε σημαντική μείωση λόγω μείωσης του ΑΕΠ.

Το πρώτο δείγμα οπισθοδρόμησης

Οι κυβερνήσεις της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ (ΚΙΝΑΛ), ενώ τα μηνύματα από ενεργειακή και περιβαλλοντική σκοπιά ήταν πρόδηλα, δεν έκαμαν τίποτε το ουσιαστικό για να ανοίξουν το δρόμο και να μεταρρυθμίσουν τη ΔΕΗ, ώστε να μπει ηγεμονικά στην υπό διαμόρφωση νέα ενεργειακή πραγματικότητα.
Ακριβώς τίποτε, ενώ είναι γνωστό ότι, σε επίπεδο ΕΕ, στις επιμέρους χώρες και ενεργειακές ηλεκτρικές επιχειρήσεις είχαν αρχίσει οι μεταρρυθμιστικές διαδικασίες και οι ανιχνεύσεις του νέου ενεργειακού προτύπου, εδώ και αρκετά χρόνια. Τη στιγμή που οι μεγάλες αυτές επιχειρήσεις παρουσιάζουν, εκ των πραγμάτων, μεγάλη ροπή αδρανείας στη διαδικασία αλλαγής του ενεργειακού προτύπου. Ενώ στην ελληνική πραγματικότητα η ροπή αυτή ήταν και είναι πιο έντονη λόγω του κοινωνικού μπλοκ συντεχνιακοπολιτικής συναλλαγής, που χαρακτηρίζει το συνδικαλισμό του ενεργειακού – και όχι μόνο – τομέα. Αντίθετα προσπάθησαν να ιδιωτικοποιήσουν το εργοστάσιο παραγωγής, που – στο καινούργιο ενεργειακό πρότυπο – είναι το σύστημα μεταφοράς και διανομής, το μόνο ικανό να διαχειρισθεί τη διάχυτη παραγωγή. Που είναι αναγκαία αν θέλουμε η συμμετοχή των ΑΠΕ στην τελική κατανάλωση να ξεπερνάει το 32%, που σημαίνει ότι η παραγωγή πράσινης ηλεκτρικής ενέργειας πρέπει να υπερβαίνει το 60%.

Ένα μικρό βήμα μπροστά

O ΣΥΡΙΖΑ γίνεται κυβέρνηση τον Ιανουάριο του 2015. Χρονιά στην οποία (Δεκέμβρη) γίνεται η Συμφωνία των Παρισίων COP 21, και επισημοποιείται η αναγκαιότητα αλλαγής του ενεργειακού προτύπου, καθώς και «οδικός χάρτης» για την επιτυχία του σκοπού. H αστοχία του είναι ότι, στην πρώτη κυβερνητική διαχείριση, οι επικεφαλής των ενεργειακών οργανισμών – που τοποθετήθηκαν – ήταν διαποτισμένοι από την υπό εγκατάλειψη, έστω και με αντιφάσεις, ενεργειακή αντίληψη και θεώρηση. Αυτός ο παράγοντας, σε συνδυασμό με την έντονη ροπή αδρανείας του ανθρώπινου δυναμικού, κάνει δύσκολη τη μεταρρυθμιστική διαδικασία. Η δυσκολία επιτείνεται από το γεγονός ότι, από τη μεριά της πολιτικής ηγεσίας, ακολουθείται σε ορισμένους βασικούς τομείς η ενεργειακή προσέγγιση του κου Μανιάτη.
Ο ΣΥΡΙΖΑ, κάτω από την πίεση των ενεργειακών Οδηγιών της ΕΕ, έχει κάμει ένα βήμα μπροστά, ψάχνεται μεταξύ γεωτρήσεων υδρογονανθράκων, λιγνίτη, «Hub» φυσικού αερίου και αδυναμίας μεταρρύθμισης της ΔΕΗ. Η στροφή του προς τις πράσινες σημαίες της οικολογίας, για να γίνει πιστευτή και παραγωγικά αποδοτική, πρέπει να τείνει βασικά και κύρια προς τις πράσινες σημαίες της Greta Thunberg.

Η Αριστερά μπορεί και πρέπει να είναι οικολογική

Tο κίνημα της Greta, που πολλοί επιφανείς μελετητές το αποκαλούν το «νέο 1968», με διαφορετικούς βέβαια στόχους, δείχνει ότι ο κόσμος είναι δυνατόν «να ανανεωθεί» – βέβαια ακόμα δεν «ανανεώθηκε» – όμως η καθαρή ενέργεια (ΑΠΕ) μπορεί να αλλάξει «την οικονομία, την πολιτική και την κοινωνία».
Μια πορεία την οποία είναι, εκ των πραγμάτων, αδύνατον να διαγράψει η ΝΔ και οι συνεργάτες της, για δύο συγκεκριμένους λόγους: Πρώτον, κινείται στην ιδιωτικοποίηση του νέου ενεργειακού προτύπου και όχι στην κοινωνικοποίησή του και αυτό απέδειξε η διαχείριση της ΔΕΗ. Δεύτερον, αδυνατεί, με τη θέση της στο μεταναστευτικό, να κατανοήσει ότι αυτό είναι άρρηκτα δεμένο με την ενέργεια και τις κλιματικές αλλαγές και θα επιταθεί πολύ στο άμεσο μέλλον, αν η οικονομική ανάπτυξη δεν συμβαδίσει με την οικολογική συμβατότητα.
Εκείνο που είναι διαφορετικό, και στις δύο περιπτώσεις, είναι ότι η Αριστερά σε ευρωπαϊκό επίπεδο και οι προοδευτικές δυνάμεις κινούνται, έστω μέσα από αντιφάσεις, πίσω από τις πράσινες σημαίες της Greta. Δηλαδή στην κατεύθυνση της διαμόρφωσης ενός στρατηγικού σχεδίου για τον πράσινο μετασχηματισμό της οικονομίας (green economy, low carbon) που να συμβαδίζει με ένα παγκοσμιοποιημένο σχέδιο με κοινωνική δικαιοσύνη και εργασία (green society). Η σύγχρονη αριστερά δεν μπορεί παρά να είναι οικολογική, και όχι ολίγον τι.