Περί επιστροφής στις ρίζες — και άλλα τινά, ατάκτως ερριμμένα…

Ðáñïõóßáóç ôïõ íÝïõ ôïõò êüììáôïò áðü ôïõò ÄçìÞôñç ÊáììÝíï êáé ÔÜêç ÌðáëôÜêï óå óõíÝíôåõîç ôýðïõ ôçí ôñßôç 2 Ïêôùâñßïõ 2018. (EUROKINISSI/ÃÉÙÑÃÏÓ ÊÏÍÔÁÑÉÍÇÓ)

Δεν ήταν η πρώτη είδηση της εβδομάδας. Η παρουσίαση του νέου κόμματος από τους ιδρυτές του,  κ.κ.  Δημήτρη Καμμένο και Τάκη Μπαλτάκο, σε συνέντευξη Τύπου σε κεντρικό ξενοδοχείο της Αθήνας την Τρίτη, δεν έγινε πρωτοσέλιδο. Αλλά, αν με ρωτάτε, προσωπικά δεν θα στοιχημάτιζα ότι η «Δύναμη Ελληνισμού», όπως είναι ο τίτλος του, δεν θα απασχολήσει τα πρωτοσέλιδα και τους πολιτικούς αναλυτές στο διάστημα μέχρι τις εκλογές.
Κατ’ αρχάς, ο χώρος. Ο χώρος τον οποίο ο πολιτικός αυτός σχηματισμός διεκδικεί: μεταξύ Νέας Δημοκρατίας και Χρυσής Αυγής. Και, κατ’ ακολουθία, ο τρόπος. Ο τρόπος που το επιχειρεί: σταχυολογώντας εκατέρωθεν τα στοιχεία με τα οποία συνθέτει ένα σκαρίφημα  ιδεολογικο-πολιτικού προφίλ εξόχως ενδιαφέρον και αποκαλυπτικό.
Ένα μίγμα αποτελούμενο από δύο συστατικά:
Μεγαλοστομίες ακροδεξιάς κοπής , με αποδέκτες όσους «δακρύζουν όταν ακούνε τον Εθνικό Ύμνο και το Μακεδονία ξακουστή», «δεν αποδέχονται τον εκφυλισμό της παιδείας και των πατροπαράδοτων αξιών», «αποστρέφονται τις επιθέσεις κατά της Εκκλησίας και της Ορθοδοξίας», και
Επιλογές από το συνταγολόγιο του νεοφιλελευθερισμού, με αποδέκτες όσους βουρκώνουν από χαρά στο άκουσμα της πρόσκλησης «να απομακρυνθεί από την εξουσία η αριστερή κυβέρνηση», η οποία «αποτελεί προφανή τροχοπέδη για την οικονομική ανάπτυξη της χώρας», εξαιτίας, εννοείται, της ιδεοληπτικής προσκόλλησής της στη υπεράσπιση των δικαιωμάτων της εργασίας.

Στα πρωτοσέλιδα…

Είναι παραπάνω από βέβαιο ότι η «Δύναμη Ελληνισμού» θα κερδίσει  σε πρωτοσέλιδα όταν, όσο πλησιάζουν οι εκλογές, οι τοποθετήσεις των κ.κ. Δ. Καμμένου και Τ. Μπαλτάκου ρίξουν περισσότερο φως στον πραγματικό στόχο της ίδρυσής της.
Στόχο διπλό: Αφενός μεν να στερήσει κάθε λόγο ύπαρξης από όποια σκέψη ή απόπειρα για ίδρυση στη Βόρεια Ελλάδα κόμματος στα δεξιά της Νέας Δημοκρατίας, αφετέρου δε να υφαρπάξει από τη Χρυσή Αυγή τις ψήφους του ακροδεξιού ακροατηρίου τις οποίες η Νέα Δημοκρατία δεν μπορεί να διεκδικήσει ανοιχτά χωρίς τον ορατό πλέον κίνδυνο να χάσει υπολογίσιμες ψήφους από την κεντροδεξιά δεξαμενή, την οποία δεξαμενή ο κ. Μητσοτάκης φαίνεται να έχει καταλάβει ότι δεν μπορεί να αγνοεί συνεχίζοντας να ερωτοτροπεί με την ακροδεξιά.
Αυτά σε πρώτη ανάγνωση.
Σε μια δεύτερη, επιβεβλημένη, ανάγνωση, η προσοχή οφείλει να εστιάσει σε μιαν άλλη παράμετρο, ουσιωδώς συμπληρωματική της μεγάλης εικόνας. Εμπλέκει την Αριστερά και έχει να κάνει με τη διαπίστωση ότι η κρίση που βιώνει η χώρα δεν είναι μόνο οικονομική. Είναι κρίση αξιών και αντιπροσώπευσης, που έχει θέσει σε δοκιμασία αυτό που λέμε κάθετη αντιστοίχιση των κομμάτων με τις κοινωνικές δυνάμεις.  Αυτό έχει γίνει, πιστεύουμε, αντιληπτό από τη ριζοσπαστική Αριστερά, που, ως κυβέρνηση, έχει σήμερα την κύρια ευθύνη για τις τύχες του τόπου. Οι χιλιάδες των ανέργων, των επισφαλώς εργαζόμενων, των χαμηλοσυνταξιούχων, των επιχειρηματιών μικρού και μεσαίου βεληνεκούς,  των νέων χωρίς επαγγελματικό μέλλον, δεν έχουν την κομματική αντιστοίχιση που το πολιτικό σύστημα προεξοφλούσε ως δεδομένη πριν από την κρίση.  Μεσούσης της κρίσης, ένα μεγάλο μέρος αυτής της πολυσχιδούς κατηγορίας, σε αναζήτηση πολιτικής έκφρασης εμπιστεύτηκε την ψήφο του στη ριζοσπαστική Αριστερά.  Η έξοδος από τα μνημόνια υποχρεώνει τώρα σε επανεξέταση των δεδομένων και των προτεραιοτήτων.

Προσπάθεια αφύπνισης…

Οι αυστηρά ταξικές προδιαγραφές της ώθησαν, σε πρώτη φάση, τη Νέα Δημοκρατία να παραιτηθεί από τη φιλελεύθερη-συντηρητική της ταυτότητα, να απεμπολήσει τα χαρακτηριστικά της «λαϊκής δεξιάς», με την ελπίδα ότι η κρίση θα έκαμπτε το λαϊκό φρόνημα, εξασφαλίζοντας στην ίδια την συνέχιση της πρωτοκαθεδρίας.  Διαψεύστηκε παταγωδώς όταν, στη συνέχεια, εναπέθεσε τις ελπίδες της στον πολιτικό αυτοματισμό που η ίδια αποκάλεσε αυτάρεσκα «αριστερή παρένθεση».
Εκτιμά τώρα το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης ως επείγουσα την ανάγκη να αφυπνίσει τα βαθύτερα ιδεολογικο-πολιτικά  —επιτρέψτε τη λέξη—  «ένστικτα» όσων θεωρεί ότι συστοιχίζονται μαζί της στον αγώνα για την αποκαθήλωση της ριζοσπαστική Αριστεράς; Το πιθανότερο. Αλλά επειδή η Νέα Δημοκρατία του κ. Μητσοτάκη αντιλαμβάνεται ότι είναι πλέον αδύνατο να το πράξει η ίδια, να επιστρέψει, δηλαδή, στην «λαϊκή δεξιά» την οποία έχει προ πολλού αφήσει πίσω της,  εμπιστεύεται τους  κ.κ. Δ. Καμμένο και Τ. Μπαλτάκο και τη «Δύναμη Ελληνισμού» να προωθήσουν αυτοί μια καρικατούρα επιστροφής στις ρίζες.  «Back to basics», που θα έλεγαν οι αγγλοσάξωνες.  Άλλως, «επιστροφή στη δεξιά κανονικότητα» — όπως θα το έλεγαν ίσως οι ίδιοι, με όρους ελληνικού πολιτικού λεξιλογίου, παραφράζοντας την προτροπή «επιστροφή στην αριστερή κανονικότητα», που ακούγεται εσχάτως μεταξύ ημών των αριστερών.
Στο σημείο αυτό, ο υπογράφων δράττεται της ευκαιρίας να δηλώσει ότι, μετά την παρέλευση ετών και εμπειριών, αντιμετωπίζει προ πολλού και με πολλή επιφύλαξη –μαζί με αναρίθμητους άλλους συνοδοιπόρους του στην ίδια διαδρομή— την άποψη η οποία αντιλαμβάνεται την «αριστερή κανονικότητα» ως το ασφαλές κριτήριο στο οποίο, σε τελική ανάλυση, παραπέμπεται προς συνετισμό κάθε άποψη διαφορετική από τη δική μου. Ότι συμμερίζεται, αντιθέτως, όσους αρκούνται στην παρηγορία της αέναης επιστροφής σε αυτό που οι ίδιοι ονομάζουν «αριστερή βεβαιότητα».  Τη βεβαιότητα ότι η σχέση της Αριστεράς —δηλαδή του αριστερού ανθρώπου— με τις προκλήσεις της ζωής σε όλες της τις εκφάνσεις είναι σχέση δυναμική, «υπάρχει μόνο μέσα στο συγκεκριμένο, δεν κατοικεί ακίνητη στον πλατωνικό κόσμο των καθαρών ιδεών». Σημαίνει ετοιμότητα απέναντι στις προκλήσεις της πραγματικής ζωής,  ικανότητα να ενορχηστρώνεις σχεδιασμούς, οριοθετήσεις, ανοίγματα, συμβιβασμούς, συμμαχίες. «Είναι αυτό που η τέχνη του εφικτού, δηλαδή η πολιτική, δηλαδή η γνώση των συσχετισμών δύναμης, υπολογίζει ότι μπορεί να επιτύχει στη συγκυρία και το τολμά».
Αν συμφωνούμε ότι αυτό και όχι κάτι άλλο είναι η «αριστερή κανονικότητα» τότε ίσως δεν χρειάζεται να αποτελέσει το θέμα αντικείμενο  αναζήτησης και δημόσιου διαλόγου με πρωτοβουλία των διανοουμένων μας.   Αν διαφωνούμε, ιδού η Ρόδος.

Κωστής Γιούργος