Περί Κάδμως

Μέλπω Αξιώτη
«Η Κάδμω»
Φιλολογική επιμ. – Επίμετρο – Σχόλια
Μαρία Κακαβούλια
Εκδ. Κέδρος, Οκτ. 2015

Στο περιοδικό «Η Συνέχεια», Απρίλιο 1973, ο Αλέξ. Αργυρίου έγραφε για το τελευταίο βιβλίο της Μέλπως Αξιώτη «Η Κάδμω»: “Καταχρηστικά μπορεί να ονομαστεί αυτοβιογραφία, γιατί απουσιάζουν οι εξωτερικές περιγραφές, και οι σχέσεις με υπαρκτά πρόσωπα είναι ασήμαντες…” Πράγματι, στα Σχόλια, πέραν των λογοτεχνικών αναφορών, τα υπαρκτά πρόσωπα είναι μόλις δυο. Η Μαίρη Μικέ, σε ομιλία της, φθινόπωρο 1991, σχολίαζε: “Η δομή και εξαιτίας της απουσίας μιας ορθολογικής οργάνωσης της πλοκής, παρουσιάζεται θρυμματισμένη έτσι και το κείμενο παρουσιάζεται διασπασμένο, συνεχές και επαναλαμβανόμενο.” Μήπως, όμως, αν γνωρίζαμε τα βιογραφικά της Αξιώτη πληρέστερα, ανιχνεύαμε τη “δομή”  αυτής της λανθάνουσας “αυτοβιογραφίας”; Ή, έστω, διαβλέπαμε τις σταθερές ενός πραγματολογικού πλαισίου;
Η αφήγηση, σε δεύτερο πρόσωπο, αποδίδει τον ενδιάθετο λόγο, που πυκνώνει. Η γραφή είναι συνειρμική, ωστόσο, στον τρόπο που ανακαλούνται οι παραστάσεις διαφαίνεται η επιθυμία, αφενός μεν, παρουσίασης συγκεκριμένου αυτοβιογραφικού υλικού και αφετέρου, ορισμένης αφηγηματικής δόμησης αυτού του υλικού. Άρα, υπάρχει τόση πλοκή, όση επιτρέπει η μνημονική περιχαράκωση. Όπως, δηλαδή, ο προφορικός λόγος σε μία ομιλία, όταν δεν μένει τελείως ελεύθερος, αλλά περιορίζεται από ένα προσχεδίασμα. Αυτό γίνεται δυσδιάκριτο, όταν πρόκειται για χαρισματικό ομιλητή ή, σωστότερα, αφηγητή,  που εξαπλώνεται σε χυμώδεις παρεκβάσεις χωρίς να χάνει το υφάδι. Ή, στην περίπτωση του μοντερνίστικου γραπτού λόγου, στον οποίο μία παράσταση συμπαρασύρει άλυσο συναφών και στη συνέχεια, παρατάσσεται δίπλα στην επόμενη, χωρίς υποψία χασμωδίας.
Κατ’ αρχήν, προς διευκόλυνση, χρειάζεται ειδολογικός προσδιορισμός, τον οποίο η συγγραφέας, εικάζουμε, αφού δεν μνημονεύεται, πως δεν είχε δώσει. Στην πρόσφατη έκδοση, αναφέρεται ως “κείμενο”, όπως στην πρώτη κριτική του Αλέξ. Κοτζιά, που δημοσιεύτηκε 8 Ιουλ. 1972, για την πρώτη, και μέχρι πρότινος μοναδική, έκδοση, που είχε κυκλοφορήσει Ιούν. 1972. Στα χρονολόγια, φέρεται ως “διήγηση”, στα “αυτάκια”  των Απάντων ως “νουβέλα”, στη Γραμματολογία Σοκόλη, ο Τάκης Καρβέλης το χαρακτηρίζει “πεζογράφημα”, η Μικέ το αναφέρει ως “αφήγημα”, ενώ ο Αργυρίου το χαρακτηρίζει ανενδοίαστα “το πέμπτο μυθιστόρημά της”. Και πράγματι, εφόσον υπάρχει η παραδοχή του μυθοπλαστικά οργανωμένου κειμένου, η επιλογή περιορίζεται σε νουβέλα ή μυθιστόρημα. Από την άλλη, κατά τη γνώμη μας, στην όποια πλοκή διακρίνεται, στα πρόσωπα που σκιαγραφούνται στο περίτεχνο της απόκρυψης ως σε μαγική εικόνα, δεν ταιριάζει ο όρος νουβέλα.
Μυθιστόρημα, λοιπόν. Μόνο που σήμερα, οι μυθιστοριογράφοι δομούν με φράσεις, όχι με λέξεις. Η Αξιώτη, αυτό το τελευταίο της βιβλίο, το “χτίζει” με λέξεις. Οι λέξεις, που ονοματίζουν τα πράγματα, αυτές που πρώτες μαθαίνουμε, κι αυτές που πρώτες ξεχνούμε, όταν η τροπή του βίου μάς μεταφυτεύει σε άλλο τόπο. “Πρέπει να συνηθίσεις τη λέξη μέσα στη φράση, να εφαρμόζει καλά, όπως το δέρμα”, ήταν η έγνοιά της, Άνοιξη 1972, που γράφει τις καταληκτικές σελίδες του βιβλίου. Τις στερνές για τη νεκρή αγαπημένη γυναίκα “ή για την γαζία που ξεπερνούσε τον τοίχο εκείνης της αυλής”. Ποιας γυναίκας; Ποιας αυλής; Την απάντηση την δίνουν οι λέξεις. Αλλά ποιος σήμερα, διαβάζοντας, προσέχει τη λέξη;
Μετά έρχεται ο τίτλος. Σύμφωνα με το εκτενές (μόλις δέκα σελίδες υπολειπόμενο του μυθιστορήματος) Επίμετρο της Μαρίας Κακαβούλια, το όνομα Κάδμω “προέρχεται από τον ήρωα Κάδμο, πιθανόν λόγω του αρχαίου μύθου για την ιστορία της γραφής που συνδέεται με το όνομά του, ίσως και λόγω των περιπλανήσεών του προς αναζήτηση της αδελφής του Ευρώπης”. Δεδομένου ότι η Κάδμω εμφανίζεται ως alter ego της συγγραφέως, αν δεχτούμε την πρώτη εκδοχή, αποδίδουμε έπαρση στην Αξιώτη, πως φαντασιώνεται εαυτόν ως φέρουσα τα γράμματα. Όσο για την δεύτερη, δεν αντιστοιχεί στα δεδομένα του βίου της. Εκείνη δεν αναζήτησε την Ευρώπη. Από τα πάτρια εδάφη εκδιώχθηκε, κι όμως, προς αυτά έμεινε στραμμένη. Παραδόξως, επιλέγει όνομα άρρενος ήρωα, ενώ πλείστα όσα θήλεια της μυθολογίας είναι “φωνολογικά σύμμετρα του ονόματος Μέλπω”, αν δεχτούμε πως αυτό βάρυνε στην επιλογή, κατά τον ισχυρισμό της επιμελήτριας. Να σημειώσουμε πως το θηλυκό όνομα πλάθεται από τη δοτική πτώση του αρσενικού: τω Κάδμω, που θυμίζουμε πως ετυμολογείται και ως “ο εξ Ανατολών άνθρωπος”.
Το μυθοπλαστικό πρόσωπο της Κάδμως πρωτοεμφανίζεται στο προηγούμενο βιβλίο της Αξιώτη, «Το σπίτι μου». Τουλάχιστον στην τελική του μορφή, που εκδίδεται το 1965. Γιατί η κυοφορία του είχε ξεκινήσει πολύ νωρίτερα, με την εγκατάστασή της στο Ανατολικό Βερολίνο, Φθινόπωρο 1958. Ήδη, άνοιξη 1959, η συγγραφέας είχε στείλει στην «Επιθεώρηση Τέχνης» το δεύτερο κεφάλαιο, ως ένα δεύτερο μυκονιάτικο διήγημα, μετά το πρώτο που είχε δημοσιευθεί, Χειμώνα 1957. Με τον τίτλο, «Καινή Διαθήκη», ως αδημοσίευτο ημιτελές μυθιστόρημα, το αναφέρει ο Ρίτσος στις επιστολές του,  την περίοδο της αλληλογραφίας τους, Δεκ 1962 – Ιούλ. 1964. Την παρακινούσε συνεχώς να το συνεχίσει. Στην τελευταία επιστολή, μάλιστα, εύχεται να το τελειώσει με την προσδοκώμενη τότε ως επικείμενη επιστροφή της στην Ελλάδα.
Εικάζουμε πως το «Καινή Διαθήκη», που φέρνει μαζί της, είναι τα τρία πρώτα κεφάλαια, και πιθανώς, μερικά ακόμη από τα υπόλοιπα 12, χωρίς, όμως, τα εισαγωγικά τους, πλαγιογράμματα τμήματα, στα οποία εμφανίζεται ως κεντρικό πρόσωπο η Κάδμω. Δηλαδή, ένα μικρότερο ή μεγαλύτερο κομμάτι από τις μυκονιάτικες διηγήσεις. Στην εκδοχή του βιβλίου, η συγγραφέας αυτών των διηγήσεων βρίσκεται στην υπερορία, αλλάζοντας τόπους κατοικίας, Παρίσι – Βερολίνο – Βαρσοβία. Στο τελικό, 16ο κεφάλαιο, υπάρχει μόνο αυτή, με τον ένδον λόγο σε τρίτο πρόσωπο και πλαγιογράμματη γραφή. Δεκ. 1964: “Η Κάδμω πετά… Ανάμεσα γης και ουρανού… Τώρα μοιράζονται στο αεροπλάνο τα χαρτιά της εξόδου: όνομα του επιβάτη, κατοικία, πατρίδα. Αυτό το τελευταίο συλλογίζεται η Κάδμω… Βασιλική υπογραφή της το είχε αφαιρέσει… Η ώρα τώρα είναι 7.20΄βραδυνή…τα πρώτα φώτα της πόλης…”
Το προηγούμενο βιβλίο, «Το σπίτι μου», εκτυλίσσεται σε δυο χρονικές περιόδους, καθώς οι μνήμες από τη γενέτειρα ανακαλούνται στα χρόνια της απουσίας. Επίσης, το βιβλίο της Κάδμως μοιράζεται σε δυο χρόνους, με καταληκτικό σημείο τον χρόνο του “γυρισμού”, όπως και τιτλοφορείται το τελευταίο, 13ο κεφάλαιο. Σε αυτό, το “τότε” τοποθετείται, σταθερά ως επωδός, ο χρονικός προσδιορισμός, “πριν τριάντα χρόνια”, το “τώρα”, όμως, μετακινείται μεταξύ του χρόνου του “γυρισμού” και εκείνου της γραφής, ενώ ο αλλοτινός τόπος, είναι η Αθήνα. Οι μνήμες από ένα τμήμα της αθηναϊκής περιόδου, όταν κατοικεί σε πανσιόν, αφού έχει εγκαταλείψει τα οικογενειακά σπίτια της ξαναπαντρεμένης μητέρας της και της χήρας μητριάς της, αποτελούν το θέμα του τέταρτου και τελευταίου κεφαλαίου στο πρώτο μυθιστόρημά της «Δύσκολες νύχτες». Εκεί, παρουσιάζονται ως παροντικός χρόνος. Στο βιβλίο της Κάδμως, η συνέχεια ξεδιπλώνεται σε παρελθοντικό χρόνο. Αφορά την αθηναϊκή περίοδο, που ξεκινάει από τότε που κατοίκησε για πρώτη φορά μόνη της στην πρωτεύουσα μέχρι το 1947, που αναχώρησε για Παρίσι.
Αν και όταν αναφέρει στα τελευταία κεφάλαια “την περιοχή της Λαγκόρς”, “το λιμάνι της Albissola” ή και τη Γένοβα, με τις παλαιότερες μνήμες ανακατώνονται εντυπώσεις από το τελευταίο της ταξίδι, καλοκαίρι 1966. Από τα τουριστικά μέρη, συγκρατεί τα ερείπια ενός χωριού, το “κουφάρι” από το σπίτι της Γαλλίδας, το πολεμικό καράβι από σίδερο που το νίκησε το κύμα, την Ακρόπολη που την εξευτέλιζαν χρησιμοποιώντας το όνομα ως τίτλο “τρατορίας”. Δεν πρόκειται για ετερόκλητες μνήμες. Το θέμα της είναι οι θάνατοι, όλοι οι θάνατοι, πραγμάτων και ανθρώπων. Ένας από αυτούς και ο χωρισμός από την πατρίδα. Σε αυτούς λανθάνει, κι ας μνημονεύεται κατ’ επανάληψη, ο θάνατος ενός αγαπημένου προσώπου, το οποίο αποκρύπτεται, όπως και τα αισθήματα της  Κάδμως απέναντί του.

Επειδή ο χώρος της σελίδας περιορισμένος, συνέχεια και τέλος Περί Κάδμως την επόμενη Κυριακή.

Μ. Θεοδοσοπούλου