Περί παρελάσεων, ομορφιάς και ομοιομορφίας

Ένα χρονογράφημα του Μυριβήλη για την παρέλαση

 

Του Αριστείδη Καλάργαλη

Αρχισε νέα συζήτηση για το ποιοι μαθητές πρέπει να είναι σημαιοφόροι και παραστάτες στο δημοτικό σχολείο. Να συμμετέχουν όλοι οι μαθητές στην κλήρωση, όπως γινόταν τα τελευταία χρόνια ή η κλήρωση να γίνεται μόνο μεταξύ όσων έχουν άριστα, όπως παλαιότερα. Ατέρμονη η συζήτηση, γνώμες και γνώμες παρατίθενται. Σε πάρα πολλά σχολεία «μετρήθηκαν» τα εννιάρια (9) που είχαν κάποιοι μαθητές σε κάποιο τρίμηνο. «Ζυγίστηκαν» από γονείς, αλλά δυστυχώς και από μαθητές και βρέθηκαν κάποιοι λιγότερο άριστοι. Η συζήτηση για το πώς τιμάμε τις ιστορικές επετείους, τους ήρωες και πατριώτες μάλλον δεν ενδιαφέρει κάποιους.
Επίσης, για χρόνια γίνονται συζητήσεις για τις μαθητικές παρελάσεις, τη σημασία ή την απαξία τους, τη στρατικοποίηση ή μη των μαθητών. Έχουν γίνει διαμαρτυρίες, κοινωνικές ομάδες εκφράστηκαν εναντίον, εξετάστηκε η παιδαγωγικότητά τους. Πόσο τιμώνται με αυτές τα επετειακά γεγονότα κι οι πρωταγωνιστές τους, οι ήρωες. Όλοι συμφωνούν ότι όσο και να προετοιμαστούν οι μαθητές δεν γίνεται το πέρασμά τους, στην παρέλαση, να είναι ικανοποιητικό, όμορφο, με σωστό βηματισμό, στοίχιση, και καλούς σχηματισμούς.

Η ομοιομορφία είναι μία μουτσούνα

Πριν ενενήντα τέσσερα χρόνια, στις 14 Νοεμβρίου 1925, ο Μυριβήλης δημοσιεύει το χρονογράφημα «Το σκότωμα της ομορφιάς» στην εφημερίδα Ταχυδρόμος της Μυτιλήνης και επικρίνει κάποια παρέλαση. Γράφει για μια δασκάλα που επιχειρούσε να αποκτήσουν βηματισμό οι μαθήτριές της:
«Προσέξατε καμιά βολά τα γερά παιδιά σαν πορπατάνε; Δεν πάνε ποτές στρωτά. Προχωρούν με μικρά πηδήματα, και σαν βηματίζουν ακόμα, κάθε βηματάκι τους είναι κ’ ένα μεταμφιεσμένο πήδημα. Είναι γιατί ακόμα έχουνε τα φτερά τους αψαλίδιστα απ’ τα δόντια της σκληρής ζωής. Έτσι κάνουν και τα πουλιά τ’ ουρανού σα θέλουν να περπατήξουν στο χώμα. Δεν περπατούν, σκιρτούν. Έτσι επροχωρούσαν και τα κοριτσόπουλα. Τσίριζαν, τραγουδούσαν και σκιρτούσαν ξένοιαστα και πλημμυρισμένα απ’ την ψυχή των πεύκων και της θάλασσας».
Γράφει για την ομοιομορφία της στολής:
«Θα επιθυμούσα μονάχα να λείπει εκείνη η ομοιομορφία της γαλάζιας ρομπίτσας. Εν γένει κάθε ομοιομορφία μου χτυπάει στα νεύρα. Είναι ένα πράγμα τόσο κουτό!
Σκοτώνει τον διακοσμητικό πλούτο, και μηχανοποιεί τα πρόσωπα και τα πράγματα και το κάθε τι που θ’ αδράξει στα αντιποιητικά της δάχτυλα. Η ομοιομορφία είναι μια μουτσούνα, είναι μια πλαστογράφηση της ποικιλίας των ατομικοτήτων. Ένα κοπάδι κοριτσάκια με γαλάζιες ποδίτσες. Γιατί με γαλάζιες; Δασκάλικες κουταμάρες. Φαντασθείτε ένα κάμπο με όλα τα λουλούδια του γαλάζια σα λουλακιασμένη μπουγάδα, και σαν μπορείτε μην χασμουρηθείτε σας παρακαλώ.[…]Κάθε ομοιομορφία είναι βιομηχανισμός της ζωής, είναι αποκούτιασμα της ζωής, είναι σκοτωμός της αρμονίας. […] Γι’ αυτό ο Στρατός επιβάλλει την ομοιομορφία. Για να σκοτώσει κυρίως την ατομικότητα της ζωής».

Καρικατούρες φαντάρων

Σχολιάζει τη δασκάλα, η οποία επιχείρησε να περάσει με βηματισμό η τάξη της:
«Μια δασκάλα – ένα κορίτσι αποτελούμενον μόνο από τεθλασμένας – σταμάτησε τη δική της τάξη, και την έκανε τετράδες. Ήταν απ’ τις πιο μικρές τάξεις, κάτι κοριτσούλια τόσο δα. Όταν πήρε πια καθένα τη θέση του και ζυγήθηκε ακριβώς πίσω απ’ την πρωτοστάτισσά του, η δασκάλα με τις τεθλασμένες διέταξε:
Τώρα με το “μαρς” θα πάτε με βήμα τακτικόΝ!
Έτσι το ’πε. ΤακτικόΝ. Με ένα Ν καθαρευουσιάνικο που έφταξε ως το ύψωμα που κρατούσα για το θεωρείο μου. Ένα Ν όλο τεθλασμένες σαν και του λόγου της. Κατόπι “μαρς” και τα κοριτσούλια άρχισαν να πορπατάνε σαν αστείες καρικατούρες φαντάρων. Σήκωναν τις αδύνατες γαμπίτσες τους κ’ έμοιαζαν σα μια σειρά γαριδίτσες του γιαλού. Τα λυγερά κορμάκια τους αποξυλιάνανε, τα κεφαλάκια τους στεκούτανε όρθια σαν αχυρένια, και τα χεράκια τους κουνιότανε σα να τα κρέμασες από δυο καρφάκια χτυπημένα εκεί στους ώμους».
Μάλλον έχουμε δρόμο και χρόνο για να πορευθούμε με σκέψη.