Περιμένοντας το «θαύμα» των ευρωεκλογών

Πολλοί πιστεύουν ότι τελικά στις 20 Μαρτίου το FIDESZ δεν θα αποκλειστεί από το ΕΛΚ, αλλά θα υπάρξει κάποιου είδους μεταμέλειά του και προειδοποίηση από την ηγεσία των Ευρωπαίων κεντροδεξιών «να μην το ξανακάνει».

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Οι ευρωεκλογές στην Γερμανία αποκτούν για τα κόμματα μια διάσταση δοκιμασίας για τη μέχρι τώρα πολιτική τους, αλλά και πυξίδα για τις αποφάσεις τους από τον ερχόμενο Σεπτέμβριο, όταν και θα συμπληρωθούν δύο χρόνια από τις τελευταίες εθνικές εκλογές. Οι Χριστιανοδημοκράτες μοιάζουν εγκλωβισμένοι στα διλήμματα, που τους θέτει εσωτερικά η δημαγωγία της «Εναλλακτικής για τη Γερμανία» και η προσπάθεια του Μάνφρεντ Βέμπερ να μην εγκαταλείψει τον ούγγρο εθνολαϊκιστή Βίκτορ Όρμπαν. Οι σοσιαλδημοκράτες επιδίδονται σε έναν αλλοπρόσαλλο χορό, κάνοντας βήματα άλλοτε προς την κατεύθυνση μιας πιο κοινωνικής ατζέντας και άλλοτε αναγκαστικής επιστροφής στον «ρεαλισμό» του μεγάλου συνασπισμού.

 

Του Δημήτρη Σμυρναίου

«Μεταξύ των πολιτών της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, διευρύνεται σταθερά η φοβία, ότι όλοι αυτοί που περνούν βδομάδα τη βδομάδα κατά χιλιάδες τα σύνορα, χωρίς κανένα κόπο, θα μπορούσαν να τινάξουν στον αέρα το δυτικογερμανικό κοινωνικό σύστημα της χώρας και να οδηγήσουν σε κατάρρευση την αγορά εργασίας αλλά και κατοικίας». Το κείμενο αυτό προέρχεται από το περιοδικό der Spiegel, αλλά δεν είναι καθόλου καινούριο. Είχε γραφτεί το 1990, λίγο πριν το άνοιγμα του τείχους, τότε που οι Αντολικογερμανοί μέσω Ουγγαρίας και Αυστρίας εγκατέλειπαν το κράτος τους για να «μεταναστεύσουν» στο δυτικογερμανικό. Το κείμενο συνέχιζε, λέγοντας πως στην πλειονότητά τους οι νεοεισερχόμενοι ήταν «άντρες μόνοι», οι οποίοι έμεναν σε καταλύματα ανάγκης και επιδίδονταν σε μεθύσια, τσακωμούς, αλλά και σεξουαλικές παρενοχλήσεις, ενώ λόγω της προέλευσής τους δεν διέθεταν την ανάλογη εργασιακή ηθική, όταν κατάφερναν να βρουν κάπου δουλειά. «Κάθε άνεργος μετανάστης μας κοστίζει 13.000 μάρκα ετησίως, ένα ποσό που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί πολύ καλύτερα για την επιστροφή στην αγορά εργασίας των δυτικογερμανών μακροχρόνια ανέργων» συμπλήρωνε το κείμενο μεταφέροντας τις απόψεις κάποιων «ειδικών» της ομοσπονδιακής υπηρεσίας για την Εργασία.
Η ομοιότητα του συγκεκριμένου ρεπορτάζ με αντίστοιχα της εποχής μας είναι συγκλονιστική. Μόνο που τώρα στην θέση των Ανατολικογερμανών τεμπέληδων έχουν μπει οι μετανάστες από την Συρία και το Αφγανιστάν, που «έρχονται για να εκμεταλλευτούν το γενναιόδωρο γερμανικό κράτος», σύμφωνα με την ρητορική της άκρας δεξιάς. Ακριβώς επειδή τα κλισέ παραμένουν ίδια, το κείμενο αυτό διαβάζεται στο πλαίσιο μιας θεατρικής παράστασης στην πόλη της Δρέσδης. Ο τίτλος της «Το Γαλάζιο Θαύμα» και θέμα της το ενδεχόμενο η ακροδεξιά «Εναλλακτική για τη Γερμανία» (AfD) να γίνει κυβέρνηση. Η παράσταση απασχόλησε αυτές τις μέρες εκτεταμένα τις καλλιτεχνικές σελίδες των γερμανικών εφημερίδων.

Ποιος μοιράζει την τράπουλα

Ανεξάρτητα από τις «βαθμολογήσεις» των κριτικών θεάτρου το θέμα είναι εξαιρετικά επίκαιρο. Η AfD βρίσκεται πια και στο Ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο στο Βερολίνο, αλλά και στα 16 τοπικά κοινοβούλια της χώρας. Και αν το ενδεχόμενο να φτάσει να κυβερνήσει τη Γερμανία φαντάζει σήμερα ακραίο, η πραγματικότητα λέει ότι έχει καταφέρει σε μεγάλο βαθμό να καθορίσει την πολιτική ατζέντα ενόψει (και) των ευρωεκλογών. Μοιάζει να είναι αυτή που μοιράζει την τράπουλα στο πολιτικό τραπέζι.
Από τη μια, «το φάντασμα» του μεταναστευτικού και, από την άλλη, η απειλή να μετατραπεί η Γερμανία σε πληρωτή των χρεωμένων μέσα στην Ευρωζώνη θα συνεχίζουν να αποτελούν την αιχμή του δόρατος του ακροδεξιού κόμματος, μαζί με την προσπάθεια του να εκμεταλλευτεί την οργή μεγάλου μέρους των Γερμανών για την επιλογή της κυβέρνησης να μεταφέρει στις πλάτες των πολιτών το κόστος του σκανδάλου Dieselgate. Η προγραμματισμένη απαγόρευση εισόδου πετρελαιοκίνητων οχημάτων παλιάς γενιάς σε πολλές γερμανικές πόλεις, αλλά και τα μάλλον αστεία ποσά επιδότησης για όσους ανταλλάξουν τα παλιά τους ρυπογόνα οχήματα ενισχύουν την οργή χαμηλότερων κοινωνικών στρωμάτων κατά «της πολιτικής ελίτ» και των αποφάσεων της. Και η προσπάθεια των ακροδεξιών να εισχωρήσουν σε σχετικές εκδηλώσεις διαμαρτυρίας είναι φανερή, για όποιον παρακολουθήσει έστω και μια από αυτές. Προσπάθεια που μεταξύ άλλων εστιάζεται και στη στοχοποίηση των Πρασίνων, οι οποίοι δείχνουν εδώ και μήνες να μετατρέπονται σε δεξαμενή διοχέτευσης της ροής των ψήφων από απογοητευμένους και απειλούν να σταματήσουν την εκτόξευση των εκλογικών ποσοστών της Εναλλακτικής.

Πολύχρονο το ειδύλλιο

Η γερμανική Χριστιανοδημοκρατία μοιάζει λοιπόν να αγκομαχά πίσω από τις εξελίξεις, προσπαθώντας να προφτάσει την ακροδεξιά. Σε εθνικό επίπεδο η νέα πρόεδρος του κόμματος δείχνει να επιμένει στην γραμμή αποστασιοποίησης από την πολιτική Μέρκελ σε σχέση με το μεταναστευτικό, προβάλλοντας συνθήματα περί καλύτερης φύλαξης των συνόρων και απομάκρυνσης από τη χώρα όσων δεν σέβονται το γερμανικό τρόπο ζωής. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο οι πονοκέφαλοι έχουν να κάνουν με το πολύχρονο ειδύλλιο του Βαυαρού Μάνφρεντ Βέμπερ με τον ούγγρο πρωθυπουργό Βίκτορ Όρμπαν. Ο Βέμπερ, ο οποίος ελπίζει ότι θα μπορέσει να συγκεντρώσει τις απαραίτητες ψήφους για να εκλεγεί πρόεδρος της Κομισιόν, μπορεί φραστικά να πήρε κάποιες αποστάσεις από τις ακρότητες του Μαγυάρου πολιτικού, αλλά όλοι γνωρίζουν ότι στόχος του είναι να τον κρατήσει αυτόν, το κόμμα του και τις ψήφους μέσα στο Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, τη «συντηρητική Διεθνή» τουλάχιστον μέχρι το καλοκαίρι.
Δεν είναι τυχαίο ότι οι Γερμανοί Χριστιανοδημοκράτες και οι Βαυαροί Χριστιανοκοινωνιστές δεν ήταν ανάμεσα στα κόμματα, τα οποία ζήτησαν την αποπομπή του ουγγρικού FIDESZ από το ΕΛΚ. Μάλιστα υπήρξαν ρεπορτάζ, που αναφέρονταν σε επαφές δύο υψηλόβαθμων στελεχών της ουγγρικής κυβέρνησης και στενών συνεργατών του Όρμπαν με εκπροσώπους των Χριστιανοδημοκρατών στο Βερολίνο σε μια προσπάθεια να «ηρεμήσει» ο Όρμπαν και να απομακρυνθεί το θέμα από τα πρωτοσέλιδα του διεθνούς Τύπου. Πολλοί πιστεύουν ότι τελικά στις 20 Μαρτίου το FIDESZ δεν θα αποκλειστεί από το ΕΛΚ, αλλά θα υπάρξει κάποιου είδους μεταμέλειά του και προειδοποίηση από την ηγεσία των Ευρωπαίων κεντροδεξιών «να μην το ξανακάνει». Πέραν της καλής σχέσης του Βέμπερ με τον Όρμπαν, αλλά και των ουγγρικών ψήφων στο επόμενο ευρωκοινοβούλιο υπάρχει και μια άλλη σημαντική παράμετρος της υπόθεσης. Ο Όρμπαν θα μπορούσε να φέρει ψήφους στήριξης στον βαυαρό εκπρόσωπο της σκληρής δεξιάς και από κόμματα εκτός ΕΛΚ, όπως για παράδειγμα η ιταλική Λέγκα του Σαλβίνι ή οι Πολωνοί ακροδεξιοί του κόμματος του Νόμου και της Δικαιοσύνης. Δεν είναι λίγοι αυτοί που προβλέπουν ότι μετά τις ευρωεκλογές «τα μάτια μας θα έχουν να δουν πολλά» σε σχέση με τη συνεργασία Κεντροδεξιάς και Ακροδεξιάς, στα πρότυπα της Αυστρίας ή της Ανδαλουσίας.

Σε ρόλο παρατηρητή

Οι σοσιαλδημοκράτες, από τη μεριά τους, ασκούν κριτική στον Όρμπαν και στη διγλωσσία του Βέμπερ, αλλά αυτό από μόνο του δεν θα αρκέσει για να τους μετατρέψει σε εκλογικά ελκυστικούς. Η προσπάθειά τους να φέρουν στην ατζέντα θέματα κοινωνικής πολιτικής μοιάζει ημιτελής και καθόλου θαρραλέα. Δεν είναι μόνο οι ενοχές γιατί το δικό τους κόμμα συνέβαλε τα μέγιστα στην αποδόμηση του κοινωνικού κράτους. Είναι και το δεδομένο ότι αυτοί κρατούν δια χειρός Όλαφ Σολτς το υπουργείο Οικονομικών, το οποίο κανείς δε μπορεί να ισχυριστεί ότι έχει «ξεστρατίσει» από τη γραμμή Σόιμπλε. Σε αντίθεση με το 2014 όταν επικεφαλής των Ευρωπαίων Σοσιαλδημοκρατών ήταν ένας Γερμανός, ο Μάρτιν Σουλτς, φέτος η μάλλον άχρωμη υποψηφιότητα του Ολλανδού Τίμερμανς μοιάζει να δυσκολεύει ακόμα περισσότερο την προσπάθεια να «εμπνευστούν» τα μέλη του SPD και να μεταδώσουν αυτή τη σπίθα και στην κοινωνία.
H επικεφαλής του ψηφοδελτίου Καταρίνα Μπάρλεϋ, υπουργός Δικαιοσύνης σήμερα στην κυβέρνηση Μέρκελ, είναι μεν συμπαθής αλλά όχι και ιδιαίτερα γνωστή στο ευρύ εκλογικό κοινό. Κάτι ανάλογο θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς και για τον δεύτερο τη τάξει Ούντο Μπούλμαν. Με βάση αυτά τα δεδομένα το SPD ελπίζει περισσότερο να περιορίσει τις ζημιές. Στις τελευταίες ευρωεκλογές είχε λάβει 27% και αν πιστέψει κανείς τις δημοσκοπήσεις, η ηγεσία του θα πρέπει να είναι ευτυχής αν μπορέσει να κρατηθεί πάνω από το 20% και φυσικά να μην πέσει στην τρίτη θέση πίσω από τους Πράσινους. Κάτι τέτοιο μοιάζει με θαύμα. Όπως θαύμα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί οποιοδήποτε αποτέλεσμα θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως επιβράβευση του (μικρο)μεγάλου συνασπισμού και αφετηρία για ένα νέο του ξεκίνημα…