Πίσω από τον ακροδεξιό ακτιβισμό

Δεν ήταν απλά μια «συνηθισμένη» ακροδεξιά διαδήλωση. Η προσπάθεια μερικών δεδηλωμένων νεοναζί να εισβάλουν στο γερμανικό κοινοβούλιο είναι η συνέχεια μιας επιλογής της να εμφανιστεί ως ένα κίνημα ανυπακοής, που δεν ντρέπεται να φωνάζει ανοιχτά τις ιδέες του και φιλοδοξεί να «πλημμυρίσει» τους δρόμους. Είναι αμφίβολο αν η νεοφιλελεύθερη «ελίτ» έχει ιδέα για το πώς να αντιμετωπίσει αυτή την τάση.

Του Δημήτρη Σμυρναίου

Συνέβησαν πολλά στην Γερμανία τις τελευταίες εβδομάδες, που θα μπορούσαν να γεμίσουν σελίδες της «Εποχής». Υπήρξε όμως ένα γεγονός, που ξεφεύγει από το στενό πλαίσιο της «είδησης» και αλλάζει τα δεδομένα του πολιτικού διαλόγου. Μιλάμε για την προσπάθεια μερικών εκατοντάδων ακροδεξιών με λάβαρο τη σημαία του αυτοκρατορικού Ράιχ, αγαπημένο «αξεσουάρ» των νεοναζί, να εισβάλουν το περασμένο Σάββατο στο γερμανικό κοινοβούλιο, στο τέλος μιας συγκέντρωσης δεκάδων χιλιάδων ενάντια στα περιοριστικά μέτρα κατά της πανδημίας.
Το ετερογενές αυτό πλήθος πίσω τους λειτουργούσε απλώς ως αμέτοχο μεν, μέρος δε του σεναρίου και της σκηνογραφίας, που ήθελε να προβάλει τη μαζικότητα και την αποφασιστικότητα εκείνων, που φωνάζουν ότι είναι ο «λαός». Ανάμεσά τους δεν ήταν φυσικά μόνο ακροδεξιοί. Ούτε μπόρεσαν οι ακροδεξιοί να «δώσουν τον τόνο» στη συγκέντρωση. Όπως έγραψε η εφημερίδα «ντερ Φράιταγκ» μετά από μια συζήτηση με ένα διαδηλωτή, ήταν σαν να έχεις ανακατέψει καμιά ντουζίνα άρθρα από τη Βικιπαίδεια, να έχεις πάρει μετά σκόρπια κομμάτια τους, να τα έχεις βάλει στη σειρά και να έχεις φτιάξει ένα ακατανόητο μανιφέστο.

Κάθε καρυδιάς καρύδι

Ήταν πράγματι πολλοί (και διάφοροι) εκεί. Πολέμιοι των εμβολίων και του 5G, αρνητές του ιού αλλά και της τεχνολογίας, οπαδοί ανατολίτικων θεωριών και «ειρηνιστές», νεαροί χωρίς πολιτικό πρόσημο, που το είδαν λίγο σαν event. Αλλά σίγουρα ήταν εκεί και ακροδεξιοί, εκπρόσωποι της AfD, ταυτοτικοί, αλλά και κλασσικοί εκπρόσωποι της εξωκοινοβουλευτικής ακροδεξιάς, αυτοί που μέχρι τώρα συνήθιζαν να κρύβονται πίσω από κουκούλες και τώρα καταριούνται τις μάσκες που κρύβουν τα πρόσωπά τους.
Το καινούριο λοιπόν της ιστορίας είναι ότι η ακροδεξιά προσπαθεί να μετατρέψει σε κανονικότητα την κάθοδό της στους δρόμους, την «κατάληψη» δρόμων και πλατειών. Δεν περιορίζεται πια στο να επιβάλλει την ατζέντα της στο δημόσιο διάλογο, κάτι που κατάφερε σε μεγάλο βαθμό με το προσφυγικό, αλλά να δείξει και τη δύναμή της στην πράξη. Αλλά πόσο καινούριο είναι αυτό; Η εμφάνιση μαζικά της ακροδεξιάς στους δρόμους ξεκίνησε εδώ και μερικά χρόνια. Άλλοτε ήταν η οργάνωση Pegida, άλλοτε κάποιοι που προσπάθησαν με μικρή επιτυχία να μεταφέρουν μια διαμαρτυρία κίτρινων γιλέκων στη Γερμανία, άλλοτε απλές συγκεντρώσεις της Εναλλακτικής για τη Γερμανία κατά των μεταναστών.
Προφανώς και η απόπειρα εισβολής στο ιστορικό κτίριο του Ράιχσταγκ δεν αποτέλεσε κάποια σοβαρή απειλή κατά του κράτους, κάποια απόπειρα κατάληψης της εξουσίας. Ήταν μια πράξη συμβολικού χαρακτήρα, μια προσπάθεια επίδειξης ισχύος, μια προειδοποίηση ότι «είναι εδώ και είναι έτοιμοι για όλα».

Η υπαρκτή καχυποψία

Η ακροδεξιά για μια ακόμα φορά δείχνει έτοιμη να κερδοσκοπήσει από τη λαϊκή δυσαρέσκεια, όπως το κάνει στο επίπεδο των αυξανόμενων κοινωνικών ανισοτήτων, όπως το προσπαθεί παίζοντας το χαρτί του πατριωτισμού ως απάντηση σε όλα τα κοινωνικά προβλήματα, για τα οποία φταίνε κάποιοι αλλόφυλοι και οι προστάτες τους.
Αυτή τη φορά αφορμή αποτελούν, από τη μια, ο φόβος για τις οικονομικές συνέπειες των περιοριστικών μέτρων και, από την άλλη, πολιτικές αποφάσεις, που στηρίχτηκαν συχνά σε εικασίες των επιστημόνων και όχι σε αποδεδειγμένα στοιχεία.
Υπάρχει ένα σημαντικό κομμάτι της κοινωνίας, μειοψηφικό φυσικά, αλλά αυξανόμενο και όχι αμελητέο που αισθάνεται έντονη καχυποψία απέναντι στην πολιτική τάξη και στον τρόπο που αυτή λαμβάνει τις αποφάσεις της. Δεν είναι μόνο η ψυχολογική ασφάλεια που μπορεί να σου προσφέρει σε ατομικό επίπεδο η «σιγουριά» ότι δεν υπάρχει ο ιός. Εδώ πλέον η συνωμοσιολογία απειλεί να υπερβεί τα όρια της γραφικότητας και να γίνει πολιτική άποψη με την απαίτηση να την πάρουμε σοβαρά στο πλαίσιο του δημόσιου διαλόγου. Δεν είναι τυχαίο που η Ανγκέλα Μέρκελ προειδοποιούσε μερικές μέρες νωρίτερα για τον κίνδυνο να διχαστεί η κοινωνία σε δύο στρατόπεδα. Κι ας ακουμπά με ασφάλεια πάνω σε δημοσκοπήσεις, που δείχνουν πάνω από 75% της κοινωνίας να αποδέχεται τους περιορισμούς. Όμως, ο φόβος των πρώτων μηνών για την αρρώστια πρέπει τώρα να μετρηθεί και με το φόβο ενός μεγάλου μέρους της κοινωνίας για τη διογκούμενη επισφάλεια. Είναι άλλο να ζεις δύο τρεις μήνες με «μισή δουλειά» και άλλο να πρέπει να αποδεχτείς αυτή την κατάσταση ως… ημιμόνιμη.
Και προφανώς η καγκελάριος γνωρίζει από τα μέσα τις αδυναμίες του συστήματος. Τόσο στο πολιτικό όσο και στο κοινωνικό πεδίο. Και ανησυχεί.
Δεν πρέπει να λησμονεί κανείς ότι μιλάμε για την Γερμανία. Όπου φυσικά η κυβέρνηση υπήρξε εξαιρετικά γενναιόδωρη απέναντι στις μεγάλες επιχειρήσεις, αλλά σε κάθε περίπτωση προσπάθησε να στηρίξει και τους εργαζόμενους, αποφάσισε να διαθέσει έξτρα μερικά ακόμα δισ. για την ενίσχυση των νοσοκομείων. Αν αντιδρούν έτσι οι Γερμανοί, όπου το κοινωνικό κράτος ακόμα τηρεί στοιχειώδεις υποχρεώσεις του, τι θα μπορούσαμε να περιμένουμε σε χώρες, όπως η δική μας, όπου αυτό αποψιλώνεται σταθερά πριν και ακόμα πιο εντατικά εν μέσω πανδημίας;
Υπάρχει όμως και ένα άλλο ζήτημα, όπου το αφήγημα του νεοφιλελευθερισμού εξαντλεί τα όρια του ή καλύτερα αποδεικνύει την ευχέρεια να βάζει τρικλοποδιά στον εαυτό του. Αυτό που διατυμπανίζουν πολλοί από τους διοργανωτές των διαδηλώσεων, κυρίως εκείνοι που αυτοπροσδιορίζονται ως εναλλακτικοί και όχι ακροδεξιοί είναι ότι διεκδικούν το δικαίωμα στην απόλυτη «ατομική ευθύνη». Θέλουν να είναι ιδιώτες, που δεν παραχωρούν στην κρατική εξουσία το δικαίωμα να αποφασίζει για αυτούς. «Ο καθένας μόνος του μπορεί να αλλάξει τον κόσμο» έγραφαν κάποια πλακάτ. Δεν είναι και πολύ μακριά από την κεντρική εξιστόρηση του νεοφιλελευθερισμού ότι ο καθένας μπορεί να γίνει δισεκατομμυριούχος (έστω άριστος). Υπό αυτή την έννοια, θα μπορούσε να πει κανείς ότι η άρνηση της «συλλογικότητας» παρέχει τουλάχιστον την ανακούφιση ότι όλες αυτές οι «μονάδες» των αρνητών δεν θα αποκτήσουν ποτέ τη δυναμική ενός ανατρεπτικού κινήματος. Και σίγουρα δεν θα είναι κανένα μαζικό κίνημα αμφισβήτησης του καπιταλισμού, όπως μπορεί να ονειρεύτηκαν κάποιοι εξ’ αποστάσεως παρατηρητές.

Είναι λύση η καταστολή;

Η αναστάτωση που προκάλεσε σε πολλούς συντηρητικούς πολιτικούς το «συμβάν» του περασμένου Σαββάτου δεν έχει λοιπόν να κάνει τόσο με κάποιο φόβο για άμεση ανατροπή του συστήματος. Απλώς σταδιακά αποκαλύπτονται και στην Γερμανία οι αδυναμίες του, η ανικανότητά του να αντέξει αυτή την κρίση, χωρίς να αναγκαστεί να προσφύγει σε ακραίες μεθόδους. Η εύκολη απάντηση που δίνουν μερικοί είναι η αυστηροποίηση των κανόνων για τις διαδηλώσεις και η εντονότερη αστυνομική προστασία κτιρίων υψηλού συμβολισμού, όπως το Κοινοβούλιο.
Θα απαντήσει λοιπόν η «πολιτική ελίτ» μόνο με περιορισμούς και καταστολή; Εδώ ο φόβος είναι υπαρκτός, όπως και η πρόβλεψη ότι έτσι το μόνο που θα καταφέρει θα είναι να δημιουργήσει «μάρτυρες» και να δώσει περισσότερα επιχειρήματα σε αυτούς, που ενώ έχουν σαν πρότυπό τους ένα κράτος με το βούρδουλα τώρα ψάλουν ύμνους στην ελευθερία και στην ανυπακοή. Που αφορίζουν την «δικτατορία της κορόνας».

Είναι τελικά «αριστερή η μάσκα»;

Η αλήθεια είναι ότι μεγάλο κομμάτι της Αριστεράς παρακολούθησε με μια σχετική αμηχανία τις εξελίξεις. Αλλά σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να αφήσει τους νεοναζί να σπεκουλάρουν ανενόχλητοι σε δρόμους και πλατείες. Μετά το πρώτο σοκ η άποψη που κυριάρχησε ήταν ότι η αριστερή πολιτική πρέπει να έχει στο επίκεντρό της τη συνοχή της κοινωνίας, να αναζητά την συγκολλητική ουσία μεταξύ των ατόμων και όχι να τυφλώνεται από κάποιες ατομικές, σπασμωδικές αντιδράσεις. Πρέπει να προτείνει λύσεις κοινωνικής συνοχής και ενόψει ενός πιθανού δεύτερου κύματος πανδημίας. Ήδη οργανώνεται μια νέα διαδήλωση στις 9 Σεπτεμβρίου, ξανά στο Βερολίνο. Η πρόσκληση αναφέρει: «Δεν διαμαρτυρόμαστε για τα μέτρα που έλαβε η κυβέρνηση για τον περιορισμό της μόλυνσης. Διαμαρτυρόμαστε για να υπάρξει πραγματική βοήθεια για τους ανθρώπους του τομέα διοργάνωσης εκδηλώσεων». Όσο για το ερώτημα, που έθεσαν μερικοί, περισσότερο ρητορικά, για το αν «είναι αριστερή η μάσκα», όποιος σκέφτεται συλλογικά μάλλον έχει εύκολη την απάντηση.