Πλαίσιο αστάθειας και κενά επικοινωνίας

Του Νικόλαου Κουλούρη*

Την Τρίτη 22 Ιανουαρίου 2019 ανακοινώθηκε από το υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ότι πραγματοποιήθηκε ευρεία σύσκεψη υπό τον υπουργό με τη συμμετοχή του Γενικού Γραμματέα Αντεγκληματικής Πολιτικής, ανώτατων στελεχών του υπουργείου και των διευθυντών των τριάντα τεσσάρων φυλακών της χώρας.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση στη σύσκεψη συζητήθηκαν θέματα εύρυθμης λειτουργίας και ασφάλειας (εσωτερικής και εξωτερικής) των καταστημάτων κράτησης, ιδίως για την προστασία της ζωής και της υγείας των υπαλλήλων και των κρατουμένων και την αποτροπή αποδράσεων. Η θεματολογία της σύσκεψης αποκαλύπτει με σαφήνεια τους λόγους οι οποίοι κατέστησαν αναγκαία την πραγματοποίηση της σύσκεψης: πρόσφατα γεγονότα που απασχόλησαν τη δημοσιότητα (απόδραση δύο κρατουμένων από το Κατάστημα Κράτησης Κορυδαλλού Ι, επαναλαμβανόμενα βίαια γεγονότα σε διάφορες φυλακές, διαφοροποιούμενα ως προς τη φαινομενολογία και τα αποτελέσματά τους, κάποτε αυτοκαταστροφικά, άλλοτε θανατηφόρα, με θύματα κρατουμένους και υπαλλήλους).

Η κοινωνία των φυλακών

Αναμφίβολα δεν ανακαλύπτουμε για πρώτη φορά ούτε την τάση των κρατουμένων να ανακτούν την ελευθερία τους σχεδιάζοντας αποδράσεις, ούτε το σκληρό πρόσωπο της μικροκοινωνίας των φυλακών στο οποίο εκφράζονται τα αδιέξοδα του ποινικού καταναγκασμού με τη στέρηση της ελευθερίας, οι ανταγωνισμοί μεταξύ πολλών διαφορετικών κόσμων που συνυπάρχουν ακούσια και εκούσια στους χώρους εγκλεισμού και διεκδικούν κυριαρχία, επιρροή, έλεγχο, προνόμια, διευκολύνσεις, με κάθε είδους ανταλλάγματα, πιέσεις, συναλλαγές, συμβιβασμούς και διευθετήσεις. Η κοινωνία των φυλακών, είτε τη θεωρήσουμε ιδιαίτερη λόγω της συνθήκης του εγκλεισμού, είτε δεχτούμε ότι είναι πιστό αντίγραφο των αντιθέσεων και αντιφάσεων που αναπτύσσονται στην ευρύτερη κοινωνία και ενισχύονται από τον εγκλεισμό, δεν είναι πλέον προϊόν της συνύπαρξης αλληλέγγυων ανθρώπων και σχετικά ομοιογενών κοινωνικών ομάδων, ούτε χαρακτηρίζεται από την απόλυτη, κάθετη διάκριση μεταξύ αφενός των κρατικών οργάνων που λαμβάνουν αποφάσεις, χαράσσουν πολιτικές και τις εφαρμόζουν εργαζόμενοι σ’ αυτές και αφετέρου των κρατουμένων. Οι ρόλοι συγχέονται, τα όρια θολώνουν, οι θεσμικές κατηγοριοποιήσεις υποχωρούν, οι εξουσίες διεκδικούνται και διαχέονται, οι ρυθμίσεις χάνονται στην ασάφεια και τη ρευστότητα των σχέσεων.
Το κρίσιμο ερώτημα και το ζητούμενο γύρω από το οποίο αναπτύσσονται οι αλληλεπιδράσεις που αναδιαμορφώνουν το κατά κανόνα αδιαφανές και κάποτε (επιλεκτικά) εκτιθέμενο σε δημόσια θέα τοπίο των καταστημάτων κράτησης είναι ποιοι κινούν τα νήματα και πώς επιτυγχάνουν να επηρεάζουν καταστάσεις σύμφωνα με τις δικές τους επιθυμίες και ανάγκες και να προσαρμόζουν τις εκάστοτε διαμορφούμενες συνθήκες στα μέτρα τους. Ο πάλαι ποτέ προβληματισμός για την προσαρμογή των κρατουμένων στο περιβάλλον της φυλακής έχει αντικατασταθεί, σε μεγάλο βαθμό, από τον γρίφο της προσαρμογής του περιβάλλοντος της φυλακής στα συμφέροντα ορισμένων ισχυρών ομάδων. Η έξαρση των φαινομένων βίας και εκμετάλλευσης, είτε πραγματική είτε πλασματική, εντάσσεται σε ένα πλαίσιο αστάθειας και σε κενά επικοινωνίας, που οφείλονται στην έντονη διεκδίκηση από διαφορετικές πλευρές της θέσης του πρωταγωνιστή και του ρυθμιστή. Έτσι:
• Η κορυφή της ιεραρχίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων προβάλλει τον θεσμικά κεντρικό και συντονιστικό ρόλο και λόγο της, ανακοινώνοντας ανθρωπιστικές και επανεντακτικές πρωτοβουλίες, αναδεικνύοντας παρεμβάσεις βελτιωτικές των συνθηκών, αναγνωρίζοντας δυσχέρειες, προβλήματα και ελλείψεις (χαρακτηριστική η αναφορά στην προαναφερθείσα ανακοίνωση σε ενέργειες που βρίσκονται σε εξέλιξη για την στελέχωση των φυλακών με νέο προσωπικό και την ενίσχυση των υποδομών ασφαλείας, στην επίταση της προσοχής κατά την άσκηση των καθηκόντων του προσωπικού, σε οδηγίες για τη λειτουργία των Τμημάτων φύλαξης και εξωτερικής φρούρησης, για στενότερη συνεργασία των καταστημάτων κράτησης με την Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου, για την κάλυψη αναγκών της εύρυθμης λειτουργίας των καταστημάτων κράτησης με την επιστροφή της χώρας στη δημοσιονομική κανονικότητα, για την συχνή παρουσία του ιδίου, του Γενικού Γραμματέα Αντεγκληματικής Πολιτικής και άλλων στελεχών του Υπουργείου στις φυλακές).
• Οι εργαζόμενοι στις φυλακές τονίζουν την υποστελέχωση των υπηρεσιών τους, τις εξουθενωτικές συνθήκες εργασίας τους, την έκθεσή τους σε σοβαρούς κινδύνους εντός και εκτός των φυλακών. Συχνά αντιπαρατίθενται συνδικαλιστικά με την πολιτική ηγεσία και την κεντρική διοίκηση, υποστηρίζοντας ότι οι εφαρμοζόμενες πολιτικές είναι επιφανειακές, στερούνται ουσίας, παραγκωνίζουν τους υπαλλήλους των φυλακών και αγνοούν τις ανάγκες του χώρου, τον οποίο έχουν εγκαταλείψει στην τύχη του, με διαδοχικά πλήγματα που υποβαθμίζουν τη ζωή και απαξιώνουν το έργο των υπαλλήλων.
• Από την πλευρά των κρατουμένων επιχειρείται η διαμόρφωση όρων που τους καθιστούν συνομιλητές των θεσμικών οργάνων και συνδιαμορφωτές των πολιτικών, καθώς και ομάδα πίεσης για τη λήψη αποφάσεων που εκφράζουν τις δικές τους αντιλήψεις, χωρίς πάντως να είναι αποδεκτό από όλες τις πλευρές εάν και πώς προκύπτει η νομιμοποίηση εκείνων των ομάδων που προβάλλουν τον διεκδικητικό ρόλο τους επικαλούμενες ότι εκφράζουν το σύνολο ή την πλειονότητα των κρατουμένων. Παράλληλα, οι κρατούμενοι ακολουθούν πρακτικές με τις οποίες διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στους όρους της καθημερινής λειτουργίας ορισμένων φυλακών. Άλλοι εκδηλώνουν συμπεριφορές επίδειξης της ισχύος και της επιρροής τους μεταξύ των συγκρατουμένων τους καθώς και ευρύτερα και προβάλλουν την ικανότητά τους να συντονίζουν τις ενέργειές τους προς συγκεκριμένες κατευθύνσεις.

Εύθραυστες ισορροπίες

Οι ισορροπίες που κρατούν τον χώρο των φυλακών σε μια φαινομενική ή πραγματική λειτουργικότητα είναι ιδιαίτερα ευαίσθητες και εύθραυστες. Όταν ανατρέπονται, όπως δείχνουν αρκετά γεγονότα που βλέπουν το φως της δημοσιότητας άλλοτε με μεγαλύτερη και άλλοτε με μικρότερη συχνότητα, αρχίζει η αναζήτηση νικητών και ηττημένων και οι προσπάθειες δημιουργίας νέων ισορροπιών. Το μεγάλο πρόβλημα είναι ότι σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, ηττημένοι εξακολουθούν να είναι οι αδύναμοι… Αυτών τη θέση οφείλουμε να κατανοήσουμε και να ενισχύσουμε.

* Ο Ν. Κουλούρης είναι επίκουρος καθηγητής του τμήματος Κοινωνικής Διοίκησης και Πολιτικής Επιστήμης με αντικείμενο την «Κοινωνική Πολιτική και Ιδρυματική και Εξωιδρυματική Μεταχείριση Εγκληματιών»