Πλούσιο υλικό προβληματισμού, ενόψει του συνεδρίου

Από την παρουσίαση του βιβλίου του Πέτρου Λινάρδου-Ρυλμόν, «Η Αριστερά τώρα! Ή, ο δρόμος προς την ανασυγκρότηση»

Το βιβλίο του Πέτρου είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα συνεισφορά, που ανοίγει ζητήματα που είναι απαραίτητο να συζητηθούν. Η περίοδος που ακολουθεί, θα κρίνει πολλά σε σχέση με αυτούς τους προβληματισμούς.

Της Έλενας Παπαδοπούλου

Θα ξεκινήσω με το τρόπο που τελειώνει ο Θόδωρος Παρασκευόπουλος την σύντομη εισαγωγή του: «Αξίζει να μελετήσουμε αυτό το βιβλίο με το μολύβι στο χέρι». Έτσι διάβασα το βιβλίο του Πέτρου, όπως και ορισμένα ακόμα βιβλία και πολλά κείμενα που έχουν έχουν γραφτεί τον τελευταίο καιρό με θέμα την αποτίμηση της διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, γενικά ή ειδικά, και τον ίδιο τον ΣΥΡΙΖΑ ως το πολιτικό υποκείμενο αυτής της διακυβέρνησης.
Η ιδιαίτερα πλούσια παραγωγή σκέψεων, κριτικής, προτάσεων, της τελευταίας περιόδου, δεν είναι καθόλου τυχαία αν σκεφτούμε τρία πράγματα: Πρώτον, πόσα έχουν μεσολαβήσει από το 2010 μέχρι σήμερα: από την πορεία του ΣΥΡΙΖΑ προς την εξουσία, μέχρι τη διαχείριση της πολιτικής σύγκρουσης του πρώτου εξαμήνου του 2015 και την εμπειρία της διακυβέρνησης μέσα σε, και «παράλληλα» προς, τη συνθήκη του τρίτου Μνημονίου.
Δεύτερον, τις εξελίξεις που επηρεάζουν το σύνολο του αναλυτικού πλαισίου μέσα στο οποίο η Αριστερά σκέφτεται τη στρατηγική και τις ιδέες της: μια Ευρώπη που αποδυναμώνεται σε ένα παγκόσμιο περιβάλλον με γεωπολιτικά χαρακτηριστικά του προηγούμενου αιώνα, μια μεγάλη κρίση (η κλιματική) και τρεις σοβαρές προκλήσεις (η 4η βιομηχανική επανάσταση, οι προσφυγικές ροές και η αύξηση των ανισοτήτων), την ενδυνάμωση της Νέας Δεξιάς σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, και ταυτόχρονα την άνοδο αριστερών πολιτικών δυνάμεων σε άλλες, ιδίως στον Ευρωπαϊκό Νότο, που κάποια χρόνια νωρίτερα ίσως να είχαν διαμορφώσει διαφορετικές συνθήκες για την εξέλιξη της «ελληνικής υπόθεσης».
Τρίτον και καθόλου έσχατο, η πορεία προς ένα σημαντικό Συνέδριο.

Η ετοιμότητα

Τούτων δοθέντων, μπαίνω στο περιεχόμενο του βιβλίου: Ήδη από την εισαγωγή καταλαβαίνουμε ότι η προσέγγιση του θέματος δεν είναι απλή υπόθεση. Αυτό το γνωρίζει πολύ καλά ο Πέτρος. Επιλέγει όμως να αναφερθεί σε μια σειρά από ζητήματα, έστω κι αν δεν σκοπεύει να τα αναλύσει όλα, κατά τη γνώμη μου για δύο λόγους: ο ένας είναι ότι θέλει να βάλει στο τραπέζι όσες περισσότερες παραμέτρους θεωρεί χρήσιμες όχι μόνο για τη δική του συνεισφορά στη συζήτηση, αλλά για τη συζήτηση συνολικά, και ο δεύτερος για να οριοθετήσει, με μία έννοια, το πλαίσιο των απόψεών του.
Ξεκινώντας από την περίοδο πριν το 2015, το πρώτο θέμα που ανοίγει είναι αν ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν «προετοιμασμένος» να αναλάβει τη διακυβέρνηση. Βάζω τα εισαγωγικά, γιατί ο Πέτρος δίνει ένα ιδιαίτερο περιεχόμενο στην έννοια αυτή: Για ποιο πράγμα δεν ήταν προετοιμασμένος; Να διαπραγματευτεί; Να διαχειριστεί το κράτος; Να αντιμετωπίσει το ευρωπαϊκό κατεστημένο; Δεν είναι εκεί που βάζει την έμφαση. Δεν ήταν προετοιμασμένος, «να εφεύρει ένα καθεστώς ικανό να εγκαθιδρύσει νέες σχέσεις παραγωγής και μαζί νέες αντιλήψεις και πρακτικές για τη δικαιοσύνη και την ισότητα, όπως και νέες επιλογές για τη βιωσιμότητα των παραγωγικών συστημάτων». Το ερώτημα εδώ, λοιπόν, αφορά στην πραγματικότητα την ετοιμότητα να δρομολογήσει μια συστημική αλλαγή, να κάνει συγκεκριμένα βήματα προς την κατεύθυνση του σοσιαλισμού.

Τα προβλήματα

Τι περιλαμβάνει αυτή η αλλαγή, μας το λέει στη συνέχεια: την αποδέσμευση από το όραμα ενός καπιταλισμού που ανακάμπτει, την υπέρβαση του μοντέλου και της μεθοδολογίας ανάπτυξης που ακολουθήθηκε από τον δικομματισμό, τη δημιουργία νέων συλλογικών μορφών παραγωγής, την υιοθέτηση ετερόδοξων πολιτικών στους τομείς του χρήματος και αλλού, την ενίσχυση και χειραφέτηση του κόσμου της εργασίας μέσω της θεσμικής, αλλά και της κινηματικής οδού για την ανάδειξή του σε «πρωτεύουσα παραγωγική και πολιτική δύναμη».
Παρότι λοιπόν, ο ΣΥΡΙΖΑ «μπόρεσε να συμπεριλάβει, ως ένα βαθμό, στις πολιτικές του την αναδιανομή του εισοδήματος και την αποδέσμευση από τη μνημονιακή εξάρτηση», υπολειπόταν πολύ από το να τα εντάξει σε ένα σχέδιο κοινωνικού μετασχηματισμού. Το αποτέλεσμα, σύμφωνα με τον Πέτρο, ήταν να διολισθήσει σε έναν « έντιμο –και, σε άλλο σημείο, αυτάρεσκο- συντηρητισμό». Παρότι, σε αντιπαράθεση με έναν πραγματικά εντυπωσιακό δεξιό ριζοσπαστισμό, ο χαρακτηρισμός αυτός είναι κατανοητός, τον βρίσκω λίγο αυστηρό, ειδικά αν μιλάμε για τα ελλείμματα της συγκεκριμένης περιόδου. Σχηματικά νομίζω ότι υπήρχαν τριών ειδών προβλήματα: ασαφής στρατηγική για αρκετά ζητήματα, έλλειμμα προγραμματικής επεξεργασίας για πολλά, διακυβέρνηση μέσα σε μνημονιακή συνθήκη για όλα. Όλα συνέβαλαν στο αποτέλεσμα, είναι όμως ζητήματα διαφορετικής τάξης και νομίζω ότι είναι χρήσιμο να τα βλέπουμε ως τέτοια.
Η εισαγωγή ολοκληρώνεται με δύο ακόμα θέματα: Το πρώτο αφορά τον τρόπο με τον οποίο οι αποτυχίες ή ελλείψεις αυτής της περιόδου σχετίζονται με τα χαρακτηριστικά του πολιτικού υποκειμένου «ΣΥΡΙΖΑ», αλλά και της Αριστεράς γενικότερα. Μιλάει για παράδειγμα για την «έλλειψη κατανόησης σχετικά με την αναγκαιότητα του σχεδιασμού, του ορισμού στόχων και χρονοδιαγραμμάτων», ενώ σε άλλο σημείο αναφέρεται στη θεωρητική ένδεια που εμπόδισε τον προβληματισμό για ανατρεπτικές προγραμματικές επιλογές», στον οποίο θα μπορούσε και θα έπρεπε να πρωτοστατήσει -να «καινοτομήσει», όπως τον άκουσα να λέει σε μια συνέντευξη- ο ΣΥΡΙΖΑ. Ας ελπίσουμε ότι την επόμενη περίοδο θα το κάνει. Πεδίο δόξης λαμπρό οι νέες προγραμματικές επεξεργασίες και η συστηματική δουλειά που έχει αρχίσει και πρέπει να συνεχιστεί από την ατομική και συλλογική διανόηση του χώρου.
Το δεύτερο πολύ συναφές ζήτημα, αφορά τη διαδικασία της διεύρυνσης, που συνδέεται με τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ ριζοσπαστικής Αριστεράς και σοσιαλδημοκρατίας. Επανέρχεται σε αυτό αρκετά πιο αναλυτικά στο τρίτο κεφάλαιο.

Η οικονομική ή παραγωγική ανασυγκρότηση

Το δεύτερο κεφάλαιο αναλύει συνοπτικά την εξέλιξη της κρίσης στην Ελλάδα. Τη διαχείριση του οικονομικού και παραγωγικού μοντέλου της χώρας από τις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ, και τα βαθιά, δομικά προβλήματα με τα οποία παραδόθηκε η οικονομία αυτή στον ΣΥΡΙΖΑ μετά την κατάρρευσή της, επιπρόσθετα επιβαρυμένη από τα Προγράμματα Δημοσιονομικής Προσαρμογής. Παρότι θα μπορούσα να κάνω κάποια επιμέρους σχόλια όσον αφορά την ερμηνεία πλευρών της κρίσης του ελληνικού καπιταλισμού, δεν θέλω να σταθώ πολύ σε αυτό το κεφάλαιο, γιατί θεωρώ ότι έχει συζητηθεί αρκετά στον χώρο μας και, σε γενικές γραμμές, συμφωνώ με την ανάλυση του Πέτρου.
Θέλω όμως να κρατήσω δύο χρήσιμες επισημάνσεις: Πρώτον, ότι η λεγόμενη οικονομική ή παραγωγική ανασυγκρότηση προϋποθέτει ένα πρότυπο ανάπτυξης πολύ διαφορετικό από το υπάρχον ως προς την ένταξή του στην ευρωπαϊκή και διεθνή αγορά, τις εσωτερικές σχέσεις των κλάδων, τον γεωγραφικό καταμερισμό και τον τρόπο ανάπτυξης υποκειμένων παραγωγής.
Βέβαια, σε αντίθεση με τον Πέτρο, δεν είμαι τόσο αισιόδοξη ότι η κατεύθυνση που πρέπει να πάρει αυτή η ανασυγκρότηση είναι ορατή. Για να δώσω ένα παράδειγμα: Θεωρώ ότι η παραγωγική μετάβαση που δρομολογείται ήδη στην Ευρώπη λόγω κλιματικής κρίσης μέσω του Green New Deal δεν έχει γίνει αντικείμενο συστηματικής ανάλυσης στο ελληνικό πλαίσιο, ούτε όσον αφορά τον μετασχηματισμό του δικού μας παραγωγικού μοντέλου και τις συνέπειές του για συγκεκριμένους κλάδους, και ιδίως αυτόν της ενέργειας, ούτε όσον αφορά τα νέα επίδικα πάνω στα οποία πρέπει να τοποθετηθεί η Αριστερά. Και βρίσκω ότι οι αναφορές του σε αυτό το κομμάτι είναι πολύ μεστές και χρήσιμες.
Δεύτερη επισήμανση: Δεν υπάρχει, μας λέει, μόνο έλλειμμα εναλλακτικών πολιτικών (χρησιμοποιεί εδώ συγκεκριμένα παραδείγματα από τον αγροτικό τομέα, τη βιομηχανία, τις υποδομές και την ενέργεια), αλλά κυρίως των θεσμών που μπορούν να τις παράξουν. Και αυτός είναι νομίζω ένας από τους βασικούς προβληματισμούς του βιβλίου.

Ο «αριστερός λαϊκισμός»

Στο τρίτο κεφάλαιο, ο Πέτρος μιλάει για τον ΣΥΡΙΖΑ, και τα προβλήματα της διακυβέρνησης μέσα από το πρίσμα του υποκειμένου. Εδώ γίνεται πιο αναλυτικός σε σχέση με έννοιες που έχει χρησιμοποιήσει στην εισαγωγή, όπως αυτό που ονομάζει «αριστερό λαϊκισμό». Το πρόβλημα, μας λέει, είναι ότι παρότι ο ΣΥΡΙΖΑ κατάφερε να εκφράσει έναν λαϊκό ριζοσπαστισμό, δεν έχει συλλογικά κατανοήσει το βάθος της κρίσης, και δεν έχει χαράξει μια στρατηγική που να ασχολείται με τις συστημικές της ρίζες. Ήταν, λοιπόν αναμενόμενο να επαναλάβει θεσμικές και πολιτικές εμπειρίες του παρελθόντος, και αυτό είναι που δεν πρέπει να κάνει στο μέλλον.
Στέκεται ιδιαίτερα σε τρία πράγματα:
1. Την οικονομική πολιτική και το οικονομικό μοντέλο: Εδώ αναφέρεται στην υπερβολική έμφαση της θεωρητικής ανάλυσης σε ένα συνδυασμό κεϋνσιανισμού και φορντισμού, και στους διάφορους αυτοματισμούς που θα μπορούσαν να προκύψουν από την εφαρμογή τους.
2. Τη δημόσια διοίκηση και τη μεθοδολογία της διοίκησης γενικότερα: Θεωρώ ότι αυτή είναι μια περιοχή που και προγραμματικά, και πολιτικά χρειάζεται πολλή δουλειά. Συμφωνώ δηλαδή με τον Πέτρο όταν λέει ότι η ρήξη με τις μεθόδους και τις πρακτικές του πελατειακού συστήματος απαιτεί τον συνδυασμό πολιτικών αποφάσεων και σχεδιασμό και εφαρμογή νέων θεσμικών λειτουργιών. Και νομίζω, επιπλέον, ότι ο χώρος μας δεν έχει ενιαία άποψη για το τι είναι το κράτος και τι απαιτεί ο μετασχηματισμός του. Ελπίζω οι πρωτοβουλίες που έχουν αρχίσει να δουλεύουν πάνω σε αυτό το θέμα να μας βοηθήσουν στη συζήτηση αυτή.
3. Τέλος, μιλάει για ένα θέμα που επίσης θεωρώ πολύ σημαντικό. Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος το ονομάζει thinking capacity, ο Πέτρος το λέει εδώ γνωσιακές διαδικασίες. Είναι η μέθοδος που θα υπηρετήσει τους στόχους, μια μέθοδος συλλογική, που όμως χρειάζεται πολλή δουλειά και σκέψη για να γίνει αποτελεσματική.

Συνεισφορά στην αποτίμηση

Τι πρέπει λοιπόν να γίνει για όλα αυτά; Αυτό είναι το ερώτημα του τελευταίου κεφαλαίου. Πρώτα απ’ όλα να κατανοήσουμε την νέα εργατική τάξη. Ο Πέτρος λέει εδώ κάτι πολύ σημαντικό κατά τη γνώμη μου: ότι η ταξική ανάλυση της Αριστεράς, πολλώ δε μάλλον η διατύπωση στρατηγικού και πολιτικού λόγου σχετικά με αυτή τη νέα εργατική τάξη, έχει μείνει πίσω σε σχέση με την πραγματικότητα, τις νέες μορφές εργασίας, τη νέα επισφάλεια, τη νέα κατανόηση του εργαζόμενου για την κατάστασή του.
Δεύτερον, να ενισχύσουμε παραγωγικές και οργανωτικές μεθόδους μη-καπιταλιστικής λογικής, όπως η Κοινωνική και Αλληλέγγυα Οικονομία και οι Ενεργειακές Κοινότητες. Συμφωνώ με αυτό. Θεωρώ όμως ότι, πριν από οτιδήποτε, πρέπει να κάνουμε μια πολύ ειλικρινή και συγκεκριμένη αποτίμηση του τι έγινε σε σχέση με αυτές τις πρωτοβουλίες τα τελευταία 4 χρόνια. Ο Πέτρος λέει εδώ κάποια πράγματα, και ελπίζω να γράψει πολύ περισσότερα γιατί κατά τη γνώμη μου δεν μπορούμε να (ξανά)μιλήσουμε προγραμματικά αν δεν προηγηθεί μια εκτεταμένη ανάλυση.
Τέλος, να προσεγγίσουμε το θέμα της ανάπτυξης διαφορετικά. Μεθοδολογικά, αλλά και από άποψη περιεχομένου.
Το βιβλίο του Πέτρου είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα συνεισφορά που ανοίγει ζητήματα που είναι απαραίτητο να συζητηθούν. Η περίοδος που ακολουθεί θα κρίνει πολλά σε σχέση με αυτούς τους προβληματισμούς. Νομίζω ότι υπάρχει μεγάλη ανάγκη να συζητήσουμε και να τοποθετηθούμε στο δημόσιο διάλογο προγραμματικά, και εδώ έχουμε μέσα σε λίγες σελίδες το θεματικό υλικό για ολόκληρα συνέδρια.