Πνευματικά δικαιώματα και λογοκρισία

Με αφορμή τη διακοπή πρόσβασης από παρόχους ίντερνετ σε ιστοτόπους διαμοιρασμού οπτικοακουστικών αρχείων

Η συζήτηση για τα πνευματικά δικαιώματα στην εποχή του ίντερνετ συνεχίζει να είναι επίκαιρη, καθώς όλοι μας προσπαθούμε να κατανοήσουμε τις τεχνολογικές εξελίξεις και την επίδρασή τους στον τρόπο που αλλάζουν τη διανομή πνευματικών έργων.
Εδώ και πολλά χρόνια οι εταιρίες παραγωγής οπτικοακουστικού υλικού, οι οργανισμοί συλλογικής διαχείρισης πνευματικών δικαιωμάτων και κάποιοι μεμονωμένοι καλλιτέχνες, προσπαθούν να αντιμετωπίσουν τη διακίνηση πνευματικού έργου που λαμβάνει χώρα μέσω διαδικτύου με αρκετά προβληματικό τρόπο. Δυστυχώς, η πλειοψηφία αυτών των εμπλεκομένων φορέων δεν προσπαθεί ούτε να κατανοήσει ούτε να προσαρμοστεί δημιουργικά στις νέες συνθήκες. Αυτό που ξεκίνησε ως προσπάθεια περιορισμού του φαινομένου συνεχίστηκε ως προσπάθεια καταστολής και άρσης βασικών ατομικών ελευθεριών.
Έχουμε φτάσει σε ένα σημείο που οι άνθρωποι του πνεύματος —μέσω των εκπροσώπων τους, των δικηγόρων τους και των εταιριών στις οποίες οικειοθελώς παραχωρούν την εκμετάλλευση των έργων τους— έχουν συμφιλιωθεί με την ιδέα πως το δικαίωμα στην πνευματική ιδιοκτησία είναι σημαντικότερο από βασικά ατομικά δικαιώματα και ελευθερίες, όπως το απόρρητο των επικοινωνιών ή η ελευθερία λόγου. Οι περισσότεροι οργανισμοί συλλογικής διαχείρισης αντιμετωπίζουν το ίντερνετ ως κάτι αρνητικό, για το οποίο πρέπει να κάνουμε ό,τι περνάει απ’ το χέρι μας ώστε να περιορίσουμε την ελεύθερη χρήση του. Πέρα απ’ την κατά περιπτώσεις έλλειψη βασικής τεχνογνωσίας για τη λειτουργία του διαδικτύου, είναι εντυπωσιακή η ευκολία με την οποία προτείνουν να περιορίσουμε ένα εργαλείο που έχει εκδημοκρατίσει σε μεγάλο βαθμό τη διανομή πνευματικής δημιουργίας.

Επιτροπή και εμπόριο λογοκρισίας

Πριν από περίπου ένα χρόνο, ψηφίστηκε απ’ τη βουλή σχετικό νομοσχέδιο του υπουργείου Πολιτισμού (4481/2017) με μια σειρά από διατάξεις για ζητήματα πνευματικής ιδιοκτησίας. Μεταξύ αυτών περιγράφεται η δημιουργία μιας επιτροπής που θα αποφαίνεται για ζητήματα παραβίασης του νόμου περί πνευματικής ιδιοκτησίας (του περιβόητου 2121/1993) στο ίντερνετ. Η επιτροπή συστάθηκε αργότερα με υπουργική απόφαση και αποτελείται από τρία μέλη, που εκπροσωπούν σχετικούς οργανισμούς (ΟΠΙ, ΕΕΤΤ, ΑΠΔΠΧ). Η επιτροπή συνεδριάζει κατόπιν αιτήματος δικαιούχων πνευματικών δικαιωμάτων, για να αποφανθεί αν ένας ιστότοπος παραβιάζει τη σχετική νομοθεσία. Σ’ αυτή την περίπτωση εκδίδει διαταγή προς τους παρόχους ίντερνετ να μπλοκάρουν πλήρως το συγκεκριμένο ιστότοπο εντός 48 ωρών. Προβλέπεται, μάλιστα, και πρόστιμο για τους παρόχους για κάθε μέρα καθυστέρησης εφαρμογής της απόφασης.
Επιγραμματικά λοιπόν, η κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε σήμερα, είναι πως μια τριμελής επιτροπή έχει την απόλυτη εξουσία, χωρίς να έχει προηγηθεί καμία δικαστική απόφαση, να διατάσσει τους παρόχους να μπλοκάρουν έναν ιστότοπο από το ελληνικό διαδίκτυο.
Μια ενδιαφέρουσα παράμετρος είναι πως τα αιτήματα προς την επιτροπή κοστίζουν. Το κόστος ξεκινάει από 372€ ανά ιστότοπο, το οποίο ίσως να μην είναι σημαντικό για έναν οργανισμό συλλογικής διαχείρισης, αλλά είναι σίγουρα απαγορευτικό για τους περισσότερους ανεξάρτητους καλλιτέχνες. Κάνοντας έτσι αρκετά σαφές για ποιους, και από ποιους, σχεδιάστηκε να εξυπηρετήσει αυτό το νομοθέτημα.

Νομιμότητα των αποφάσεων

Πριν από λίγες ημέρες η επιτροπή δημοσίευσε τις τρεις πρώτες αποφάσεις της. Οι αποφάσεις ελήφθησαν κατόπιν αιτήματος της Εταιρίας Προστασίας Οπτικοακουστικών Έργων (Ε.Π.Ο.Ε.), που είναι οργανισμός συλλογικής προστασίας πνευματικών δικαιωμάτων, και περιλαμβάνει μερικά γνωστά ονόματα απ’ τν χώρο του κινηματογράφου (Odeon, Seven, Feelgood, Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου). Οι αποφάσεις παραθέτουν αρκετούς ιστοτόπους —38 συνολικά— και διατάσσουν τους παρόχους ίντερνετ να διακόψουν τη πρόσβαση σε αυτά εντός 48 ωρών.
Η ύπαρξη και ο τρόπους λειτουργίας αυτής της επιτροπής είναι επικίνδυνη για την ελευθερία λόγου, καταρχάς γιατί φαίνεται να υπάρχει άγνοια για κάποια τεχνικά ζητήματα, ώστε να μπορεί να υπάρξει και ασφαλής νομική αποτίμηση. Οι περισσότεροι απ’ τους ιστοτόπους, που περιλαμβάνονται στην παραπάνω απόφαση, δεν φιλοξενούν έργα πνευματικής ιδιοκτησίας. Φιλοξενούν περιεχόμενο από τρίτες ιστοσελίδες (πχ. youtube) ή αρχεία με μεταδεδομένα —γνωστά και ως torrents— ώστε να μπορούν οι χρήστες να μοιραστούν μεταξύ τους αρχεία που έχουν ήδη στην κατοχή τους.
Υπάρχουν αρκετές δικαστικές αποφάσεις που έχουν διατυπώσει πως δεν υπάρχει νομική ευθύνη στη φιλοξενία παραπομπών για υλικό που φιλοξενείται αλλού. Τόσο διεθνώς, όσο και σε ελληνικό δικαστήριο (Πρωτοδικείο Κιλκίς, 965/2010).
Το Σύνταγμα (άρθρο 14) προστατεύει, επίσης, την ελευθερία λόγου και προβλέπει δικαστική διαδικασία για τις όποιες εξαιρέσεις προβλέπονται απ’ τον νόμο. Η επιτροπή λειτουργεί πρακτικά εκτός αυτής της δικαστικής διαδικασίας, χωρίς καμία νομική λογοδοσία, καταπατώντας στην πράξη το τεκμήριο της αθωότητας.

Ελευθερία λόγου

Η ελευθερία λόγου στο διαδίκτυο είναι το ίδιο σημαντική με την ελευθερία λόγου στην «offline» ζωή μας. Ο «ψηφιακός κόσμος» είναι εξίσου πραγματικός με τον φυσικό. Όταν ζεις σε μια χώρα που χρησιμοποιεί μηχανισμούς λογοκρισίας στο διαδίκτυο, τότε ζεις σε μια αυταρχική κοινωνία. Δεν υπάρχει κάποιος διαχωρισμός ανάμεσα σε αυτά τα δύο.
Το διακύβευμα στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι πολύ απλό. Ποιο δικαίωμα είναι πιο σημαντικό; Η ελευθερία λόγου ή το οικονομικό συμφέρον ενός καλλιτέχνη; Δεδομένου πως μιλάμε για επιτροπές οι οποίες αποφασίζουν χωρίς καμία δικαστική ή οποιαδήποτε άλλη λογοδοσία, μπορούμε να καταλάβουμε πως απαντάει σε αυτό το ερώτημα η πολιτική εξουσία.
Το θέμα των πνευματικών δικαιωμάτων και του βιοπορισμού των καλλιτεχνών είναι αρκετά σημαντικό, αλλά δεν πρόκειται να λυθεί με προχειρότητα και υιοθετώντας αυταρχικές μεθόδους με επιτροπές που λειτουργούν πέρα από οποιαδήποτε διαδικασία ερμηνείας και επιβολής του νόμου. Μέθοδοι που ούτως ή άλλως δεν έχουν καν την απαιτούμενη αποτελεσματικότητα, καθώς η τεχνική τους παράκαμψη είναι σχετικά εύκολη.

Νίκος Ρούσσος,

ακτιβιστής Ψηφιακών Δικαιωμάτων, μέλος του Ευρωπαϊκού Ιδρύματος Ελεύθερου Λογισμικού (FSFE)