Ποίηση, εκεί όπου όλα αποκαθίστανται

Ο ποιητής, μεταφραστής, ηθοποιός του θεάτρου και κινηματογράφου καθώς και συνθέτης του Νέου Κύματος, Γιάννης Γκούμας (1940-), είναι ένας δανδής παλιάς κοπής, από τους τελευταίους εν ζωή σε αυτήν εδώ τη χώρα. Όσοι τον έχουν γνωρίσει έστω και λίγο από κοντά, είμαι απόλυτα βέβαιος πως τους εκφράζει ο στίχος του Σεφέρη: «Τα πεύκα κρατούν το σχήμα του αγέρα, ενώ ο αγέρας έφυγε», με άλλα λόγια η παρουσία του εντυπώνεται μέσα σου από την πρώτη στιγμή γνωριμίας. Αισθάνεσαι την ατμόσφαιρα μιας αλλοτινής εποχής. Από τις κινήσεις των δακτύλων του μέχρι το ιδιοφυές χιούμορ και την ιδιόχρωμη φωνή του, που τη δεκαετία του ’80 δάνεισε για τη γνωστή τότε διαφήμιση του White Horse Scotch Whisky.

Του Σπύρου Αραβανή

Εφυγε για την Αγγλία σε ηλικία μόλις 6 ετών, όταν ο πατέρας του τον απήγαγε ουσιαστικά από τη μητέρα του και για τα πρώτα είκοσί του χρόνια του απαγορευόταν να επιστρέψει. Ο T.S. Elliot ήταν ο πρώτος που του δίδαξε τα μυστικά της ποιητικής γραφής λέγοντάς του –λίγο πριν πεθάνει– ότι θα γίνει καλός ποιητής αν ξεφύγει από τη δική του φιλοσοφία. H δε Mελίνα Μερκούρη κάποτε του είχε πει επίσης ότι δεν έχει εκμεταλλευτεί ούτε το 1/10 των δυνατοτήτων του. Το καλοκαίρι του ’68 στην Ελλάδα, με παρότρυνση του Κίμωνα Φράιερ, αρχίζει να μεταφράζει συστηματικά Έλληνες ποιητές. Μέχρι σήμερα έχει μεταφράσει πάνω από 300 Έλληνες ποιητές, από τη γενιά του Πολέμη μέχρι τους σύγχρονους, υποστηρίζοντάς τους με κάθε τρόπο –δημοσιεύσεις σε περιοδικά του εξωτερικού και βιβλία, όπως το «101 Έλληνες ποιητές» (εκδόσεις Οδός Πανός, 2013). Δικά του ποιήματα εκδόθηκαν σε όλες σχεδόν τις αγγλόφωνες χώρες, στον Καναδά, την Αμερική, τη Σκοτία, την Ουαλία, την Αυστραλία, την Ινδία, τη Νέα Ζηλανδία, ενώ έχουν μεταφραστεί και στα αραβικά, τα εβραϊκά, τα σερβό-κροατικά, τα εσθονικά, τα ουγγρικά, τα ιταλικά, τα τουρκικά κ.ά.
Το 2019 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ρώμη, με τη φροντίδα του υπευθύνου της σειράς ποιητή και μεταφραστή Πέτρου Γκολίτση, ένα βιβλίο με επιλογή ποιημάτων του της περιόδου 2014-2019 σε μετάφραση από τα αγγλικά του ιδίου του Γκούμα. Ο Λόρενς Ντάρελ σε ένα γράμμα του τού είχε πει κάποτε ότι γράφει ελληνική ποίηση στα αγγλικά, και το είχε εκλάβει τότε ως κομπλιμέντο. Το βιβλίο αυτό, ουσιαστικά ένα αυτοβιογραφικό ποιητικό ημερολόγιο γραμμένο στην αγγλική γλώσσα και μεταφρασμένο, όπως είπα, στα ελληνικά από τον ίδιο, αντιστρέφει την αληθινή του υπόσταση: τη βαθιά ελληνικότητα που τον χαρακτηρίζει. Γράφει στη δεύτερή του γλώσσα για να εκφράσει τη μητρική που του στέρησαν. Σκέφτεται με μια γλώσσα εμπειρίας για να αποδώσει τις σκέψεις του στη γλώσσα της συνείδησής του:

Τα πόδια μου μόλις και με στηρίζουν, αλλά βλέποντας
τους πίνακες που κρέμονται στους τοίχους αισθάνομαι
ότι πρέπει να υποκλιθώ. Στη συνέχεια σηκώνομαι αργά
σε όλο μου το ύψος, και επιδοκιμάζοντας τον πόνο μου,
δίνω ένα ποιητικό κίνητρο για τη ζωή μου που είναι
δίγλωσσο: Αγγλικά και Ελληνικά.

Η ποίηση του Γκούμα εστιάζει σε μικρά αντικείμενα που αρκούν για να ξετυλίξουν την ιστορία της ζωής του. Μιας ζωής χαραγμένης τόσο βαθιά μέσα του, ώστε να βρίσκει διέξοδο μόνο στην τέχνη του· την αποκλειστική συντροφιά του εδώ και πολλά χρόνια. Γιατί και τότε, στις «καλές» εποχές, όταν η σωματική υγεία, η οικονομική επιφάνεια, το βαρύ εφοπλιστικό του επώνυμο, ο πολύς χρόνος που έφεγγε μπροστά, οι φίλοι, οι ερωτικές του σχέσεις, η επαγγελματική του προοπτική στο χώρο της ναυτιλίας, οι μικρές και μεγάλες απολαύσεις της ζωής έδιναν την επιφανειακή εντύπωση μιας υγιούς συνθήκης, αυτός πάντα έβρισκε καταφύγιο στην ποίηση –μοιρασμένη με το θέατρο– για να μπορέσει να εκφράσει τα ανέκφραστα, να συμφιλιώσει τα ασυμφιλίωτα, να γεφυρώσει τη μέσα με την έξω του ζωή.
Σήμερα, στην ένατη δεκαετία της ζωής του, αποκλεισμένος εδώ και μια δεκαπενταετία σχεδόν σε ένα σπίτι γεμάτο πίνακες και βιβλία, λησμονημένος από συγγενείς και φίλους, ποιητές και ηθοποιούς, διάτρητος από τους ανυπόφορους πόνους και από τον αφιλόξενο ύπνο, η ποίηση αναβλύζει καθημερινά από μέσα του απελευθερώνοντάς τον και συνάμα συγκρατώντας τον από κάθε απονενοημένο διάβημα. Σφίγγει τα δόντια και, τη λίγη ώρα που μπορεί να καθίσει στην άκρη του κρεβατιού, σχεδόν πια κατάκοιτος, γράφει με αυτόν τον υπέροχο γραφικό του χαρακτήρα. Είναι το μοναδικό «καταφύγιο» που άνοιξε διάπλατα τις αγκάλες του και τον υποδέχτηκε όπως ήταν και όχι όπως ήθελαν πάντα οι άλλοι. Είναι το νόημα της ύπαρξής του και όχι υποκατάστατο της ανυπαρξίας: Γράφω ποιήματα για να δημιουργώ λέξεις για το στόμα μου, / και τη ζωή μου πιο γόνιμη να κάνω.
Τα ποιήματα που περιλαμβάνονται σε αυτό το βιβλίο είναι οι δικές του, λοιπόν, καθημερινές νίκες απέναντι στη βαρβαρότητα του βίου του, χωρίς όμως να μένουν σε μια φαινομενολογική αποτύπωση εκπεφρασμένων βιωμάτων που δημιουργεί η οντότητα των περίκλειστων στη μνήμη εμπειριών και η αποκλεισμένη εξωτερική επικοινωνία. Λειτουργούν ως μια αντιληπτική διαδικασία που επεκτείνει την κάμερα εσωτερικού χώρου σε μια εστιακή απόσταση ύψους των πραγμάτων και βάθους της σημασίας τους. Έτσι, τα αντικείμενα στο χώρο του, ο καθρέπτης, το θερμόμετρο, ο βραστήρας, το φλιτζάνι, ο υπολογιστής, το ξυράφι, ο διακόπτης, το ρολόι, τα βάζα, τα έπιπλα, οι παντόφλες, το χαλί, η πετσέτα, του προσφέρουν την υλική τους υπόσταση για να τους προσδώσει μια μεταφυσική λειτουργία, όπως οι ηθοποιοί στο θέατρο προσφέρουν το σώμα και τη φωνή τους στο σκηνοθέτη για να τους οδηγήσει πέραν του ρόλου, σε κάτι μυσταγωγικό προς το θεατή.
Η ποίησή του ακολουθεί τη μετασχηματιστική λογική του Φερνάντο Πεσσόα, όπου οι φανταστικές επινοήσεις δένονται με το ρεαλισμό χωρίς να μπορεί πια κανείς να διακρίνει την πραγματικότητα από το νοητικό απείκασμά της. «Καθετί γυάλινο είναι μια παραίσθηση της πραγματικότητάς μου» γράφει ανάγοντας το ελάχιστο σε μέγιστο και το αντίστροφο. Μέσα από μια επαγωγική διαδικασία καταφέρνει να ποιήσει υπαρξιακή φιλοσοφία και όχι να φιλοσοφήσει την ποίηση έχοντας ως πρώτη ύλη ένα καθημερινό γεγονός, μια απτή ένδειξη, μια χειροπιαστή αφορμή. Έτσι και οι ήρωες των ποιημάτων του, τα ονόματα που χρησιμοποιεί, είναι άλλοτε υπαρκτά και άλλοτε δημιουργήματα της φαντασίας του που παλεύει να ονοματίσει, τα σώματα που θα ήθελε να συναντήσει στο δρόμο του ή να ερμηνεύσει μέσα από αυτά τα δικά του στίγματα.
Αξιοσημείωτος είναι και ο τρόπος που ορίζει τις έννοιες καταργώντας κάθε είδους επίσημες γλωσσολογικές νοηματοδοτήσεις. Σταχυολογώ ενδεικτικά:

Τι αξιοκαταφρόνητο να νομίζεις ότι η ζωή / είναι η διαφορά ανάμεσα σ’ ένα επίθετο και σ’ ένα ουσιαστικό
Τα λουλούδια που τοποθετεί πλέον / στον τάφο της μητέρας της/ είναι η αληθινή εκδοχή της πίστης
Το γράψιμο είναι ένας τρόπος / να έρχομαι σπίτι σαν καλοδεχούμενος προσκεκλημένος.

Ο Γιάννης Γκούμας γεννήθηκε όμορφος και αυτό ήταν η μεγάλη του «ύβρις». Αρχαιοελληνικά όμορφος. Ένα αιμοφόρο άγαλμα. Υπερήφανος και καθαρός. Μέσα και έξω του. Η τίσις του, λοιπόν, ήταν αναμενόμενη. Η ζωή όμως λογάριαζε χωρίς εκείνη, την άλλη ζωή. Αυτή της ποίησης. Και η προσωπίδα φαγώθηκε από τα μαλάματα των στίχων του. Κι αυτή είναι η μεγαλύτερη ανταμοιβή της από και προς τον Γιάννη Γκούμα. Το δηλώνει άλλωστε και ίδιος ρητά και κατηγορηματικά: «Αυτό που ποτέ δεν θα λεχθεί στα χείλη μου / είναι γραμμένο στα ποιήματά μου». Εκεί όπου «όλα αποκαθίστανται», όπως είχε γράψει και παλαιότερα. Σαν από πάντα.