Ποιος νοιάζεται για την Αυστρία;

Το ζήτημα με τον Σεμπάστιαν Κουρτς είναι ότι ακριβώς αποτελεί το μοντέλο του σύγχρονου «γυαλιστερού νεοδεξιού». Αυτό το μοντέλο που συνδυάζει τον επικοινωνισμό, με το σκληρό νεοφιλελευθερισμό και τον ανέξοδο εθνολαϊκισμό. Που απαξιώνει σταθερά, όσους επικαλούνται το κράτος πρόνοιας, αλλά και εκείνους που αρνούνται να ασπαστούν πατριδολάγνες ιδέες. Κι επειδή οι επιτυχίες του Κουρτς μοιάζουν πλέον με πυξίδα για την ευρωπαϊκή Δεξιά προφανώς κάτι θα σας θυμίζουν…

Του Δημήτρη Σμυρναίου

Στην Αυστρία υπάρχουν περίπου 170.000 άνθρωποι, οι οποίο εργάζονται στις αποκαλούμενες επιχειρήσεις, που λειτουργούν με βάση τις αρχές της οικονομίας του «κοινού καλού». Επιχειρήσεις, δηλαδή, που δεν έχουν ως υπέρτατο κριτήριο τη συσσώρευση κερδών, αλλά τα κριτήρια που έχουν θέσει οικονομολόγοι όπως ο Κρίστιαν Φέλμπερ στο βιβλίο του για την «Οικονομία του κοινού καλού». Τέτοια κριτήρια είναι ο σεβασμός στα εργασιακά δικαιώματα, ένα όριο για τις διαφορές αμοιβών διοίκησης εργαζομένων, το περιβαλλοντικό αποτύπωμα, η τήρηση των φορολογικών τους υποχρεώσεων, η συνολικότερη κοινωνική προσφορά τους, η διαφάνεια στη λειτουργία τους και μια σειρά ακόμα, τα οποία αποτελούν μια ολοκληρωμένη εναλλακτική πρόταση απέναντι στον αχαλίνωτο καπιταλισμό. Μια πρόταση, που φυσικά και θέτει ως προϋπόθεση τη βιωσιμότητα κάθε επιχείρησης, αλλά όχι απαραίτητα τη διαρκή αύξηση κερδών της.
Οι εταιρείες αυτές χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης στην κοινωνία, οι πολίτες πολλές φορές μπορεί να αγοράσουν προϊόντα ή υπηρεσίες τους κι ας μην είναι σε «προσφορά», ακριβώς λόγω της μορφής και του χαρακτήρα τους, αλλά και του μηνύματος που εκπέμπουν.
Τα γράφουμε όλα αυτά για να δείξουμε ότι η Αυστρία δεν είναι μια χώρα, όπου ζουν μόνο λάτρεις εθνικιστικών οραμάτων και κλειστών συνόρων. Γιατί αν έμενε κανείς μόνο στα αποτελέσματα των εκλογών της περασμένης Κυριακής, κάτι τέτοιο θα μπορούσε να σκεφτεί. Βέβαια, η απλοϊκή πρώτη ανάγνωση των δημοσιογράφων, που απλώς αναπαράγουν τα τηλεγραφήματα των ξένων πρακτορείων ήταν ότι «κατρακύλησαν» τα ποσοστά της Ακροδεξιάς. Πράγματι το Κόμμα των Ελευθέρων έχασε περίπου 10 μονάδες, αλλά το 16,2% που πήρε αποτελεί πάντα μια πολύ σταθερή βάση για ένα κόμμα ανοικτά ξενοφοβικό, αντιευρωπαϊκό και με αποδεδειγμένες σχέσεις με μιλιταριστικές οργανώσεις της ακροδεξιάς. Αυτό δεν είναι ακριβώς κατρακύλα. Άλλωστε, τέτοια σκαμπανεβάσματα υπήρξαν και στο παρελθόν μετά από εσωτερικές διαμάχες ή όταν για παράδειγμα σκοτώθηκε ο άλλοτε ηγέτης του Γιεργκ Χάιντερ, αυτός που κατάφερε το 2000 να το «ανεβάσει» για πρώτη φορά στην εξουσία.

Η γυαλιστερή Νεοδεξιά

Από την άλλη δεν θέλει να είσαι σπουδαγμένος πολιτικός αναλυτής, για να καταλάβεις ότι πολλές από τις άλλοτε ψήφους των ακροδεξιών πήγαν αυτή τη φορά στον αρχηγό του συντηρητικού Λαϊκού Κόμματος, Σεμπάστιαν Κουρτς. O 33χρονος πολιτικός φαίνεται να ενσαρκώνει το πρότυπο του σύγχρονου, λαμπερού Νεοδεξιού πολιτικού. Η φρασεολογία του μπορεί πολλές φορές να κινείται σε περιοχές, όπου τα όρια με τον ακροδεξιό λόγο γίνονται δυσδιάκριτα, αλλά η βιτρίνα που έχει κατασκευάσει για τον εαυτό του και η προφανής εκπαίδευσή του για να ανταπεξέρχεται στις επιταγές της «μιντιοκρατίας» του εξασφαλίζουν μια δημοφιλία, που η συντηρητική παράταξη της Αυστρίας έμοιαζε να είχε χάσει οριστικά πριν την εμφάνισή του. Ο Κουρτς πουλάει το μοντέλο του νέου, σφριγηλού, πρακτικού πολιτικού, που δεν έχει ιδεολογικές εμμονές, αλλά είναι «πραγματιστής», ένα «παιδί των έργων». Έτσι κι αλλιώς είναι και ο ίδιος προϊόν μιας ολόκληρης εποχής που η συστηματική νεοφιλελεύθερη προπαγάνδα φρόντισε να απαξιώσει το κοινωνικό κράτος και όσους μπορεί να το έχουν ανάγκη, αλλά και μιας εποχής, που κατάφερε να μεγαλοποιήσει ένα «σωρό απειλές» από το εξωτερικό για να δικαιολογήσει μια μοντερνιστική και πατριδολάγνα εσωστρέφεια και την λατρεία προς την «ασφάλεια» υπεράνω ακόμα και βασικών ανθρώπινων δικαιωμάτων.
Ο Κουρτς βγήκε λοιπόν αλώβητος από το «σκάνδαλο της Ιμπιζα», που αφορούσε βεβαίως πρωτίστως τον ακροδεξιό κυβερνητικό του εταίρο. Αλλά πώς να αντιπαρέλθει κανείς το γεγονός ότι οι αποκαλύψεις για το πώς έβλεπαν την εξουσία οι συνεργάτες του δεν μπορεί παρά να υποδηλώνουν και το πώς λειτουργούσε συνολικά η κυβέρνησή του. Και όχι μόνο αυτό. Παρά την πτώση των Ελευθέρων και τις συνεχείς αποκαλύψεις για τις δραστηριότητές τους, ο Κουρτς δείχνει να προκρίνει και πάλι ένα μοντέλο συνασπισμού μαζί τους. Βρισκόμενος βεβαίως σε μια θέση ισχύος με μαξιλάρι το 37,5%.
Άλλωστε, όταν το έκανε αυτό για πρώτη φορά το 2017, οι αντιδράσεις της Ευρώπης ήταν πολύ πιο χλιαρές σε σχέση με την «αγανάκτηση», που είχε προκαλέσει ο αντίστοιχος συνασπισμός, όταν τον τόλμησαν για πρώτη φορά το 2000 ο κεντροδεξιός Σούσελ με τον ακροδεξιό Χάιντερ. Είναι και αυτό ένα δείγμα για το πόσο προς τα δεξιά έχει μετατοπιστεί ο δημόσιος διάλογος στην θεσμική Ευρώπη και πόσο πιο ανεκτική έχει γίνει αυτή η ΕΕ απέναντι στην Νέα Δεξιά που καταφέρνει όχι μόνο να δώσει το φιλί της ζωής στο νεοφιλελευθερισμό, που έμοιαζε με κομμένα τα φτερά μετά την μεγάλη παγκόσμια κρίση του 2008 και έπειτα, αλλά και να παντρέψει αυτό το σκληρό νεοφιλευθερισμό με μια εθνολαϊκιστική ρητορεία, που σε πολλές χώρες της Ευρώπης έχει γίνει πια κυρίαρχη τάση.
Η νίκη του Κουρτς είναι, λοιπόν, μια ήττα για τη δημοκρατία σε όλη την Ευρώπη, επειδή οι προθέσεις του ήταν ξεκάθαρες από την αρχή, το παρελθόν του δεδομένο και η προσπάθεια του να αποτελέσει παράδειγμα προς μίμηση κραυγαλέα. Η νίκη του Κουρτς ενισχύει εκείνη την πτέρυγα της Χριστιανοδημοκρατίας σε ολόκληρη την Ευρώπη, που επιμένει ότι ο καλύτερος τρόπος για να αποδυναμώσεις την «καθαρή» ακροδεξιά είναι να της κλέψεις συνθήματα και στόχους.

Παρήγορα σημάδια

Οι δημοκρατικές δυνάμεις της Αυστρίας θα συνεχίζουν να αντιδρούν προφανώς, ειδικά αν έχουμε τελικά μια επανάληψη του συνασπισμού των Χριστιανοδημοκρατών με τους Ελεύθερους. Το έκαναν άλλωστε με πείσμα και πίστη τα προηγούμενα δύο χρόνια. Αλλά οι δυνάμεις αυτές είναι μειοψηφικές, κι αυτό δεν ισχύει μόνο στην περίπτωση της Αυστρίας. Η επιστροφή των Πρασίνων στη Βουλή, από την οποία είχαν εκτοπιστεί το 2017, με το αξιοσημείωτο ποσοστό του 13,8% είναι ένα παρήγορο σημάδι, αλλά οφείλεται κυρίως στη «στιγμή». Και στην Αυστρία το κίνημα της νεολαίας κατά της κλιματικής καταστροφής είναι ισχυρό, αλλά αυτό δεν αποτελεί καμιά εγγύηση για το ότι οι Πράσινοι που παραδοσιακά ήταν συντηρητικότεροι των «αδερφών» τους Γερμανών θα μπορέσουν να δώσουν μια κοινωνική διάσταση σε αυτή τη διαμαρτυρία, αλλά και να ξεπεράσουν τις προσωπικές, εσωτερικές τους διαμάχες, που τους έχουν τραυματίσει συχνά στο παρελθόν με αποκορύφωμα το 2017.
Η αυστριακή σοσιαλδημοκρατία, οι «απόγονοι» του Μπρούνο Κράισκυ έκαναν ακόμα ένα βήμα στην κατεύθυνση της «πασοκοποίησής» τους. Κατάφεραν να σπάσουν και πάλι ρεκόρ… προς τα κάτω. Αν αποφάσιζαν να συνεργαστούν με τον Κουρτς θα είχαν όλες τις προϋποθέσεις για να το ξανασπάσουν την επόμενη φορά.
Η Αυστρία ήταν πάντα μια συντηρητική καθολική χώρα. Έζησε, όμως, και περιόδους υπεροχής της σοσιαλδημοκρατίας, εγκαθίδρυσε ένα ισχυρό κοινωνικό κράτος, διασφάλισε υψηλή ποιότητα ζωής για το σύνολο των κατοίκων της, ενσωμάτωσε με σχετική επιτυχία εκατομμύρια μεταναστών και προσφύγων, τόσο μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, αλλά και στις δεκαετίες που ακολούθησαν. Σήμερα, μοιάζει με ένα κλειστό κάμπινγκ φοβισμένων μικροαστών, που πληρώνουν ιδιωτικές περιπόλους γύρω από το συρματόπλεγμα για να μπορούν αυτοί ανενόχλητοι να βλέπουν τηλεπαιχνίδια και σαπουνόπερες στην φορητή τους τηλεόραση, τρώγοντας προτηγανισμένα φθηνά σνίτσελ αγνώστου προελεύσεως. Έτσι πρέπει να απαντηθεί λοιπόν το ερώτημα: «Ποιος νοιάζεται για την Αυστρία;». Εδώ ίσως να συντελείται ένα τεράστιο πολιτικό πείραμα, που θα επηρεάσει όλη την Ευρώπη.