Ποιος θα εμβολιάσει τη δημόσια παιδεία;

Δεν μας αναλογεί να είμαστε εκείνοι που απαντούν αμυντικά στην όντως επιθετική ατζέντα του υπουργείου σε ένα δημόσιο διάλογο απολύτως υπονομευμένο

Μετράμε ήδη μία εβδομάδα με –εν μέρει– ανοικτά σχολεία, το πρώτο βήμα του κυβερνητικού σχεδίου για άρση των μέτρων περιορισμού και σταδιακό άνοιγμα της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Tα πεδία όμως που είναι ανοικτά στην εκπαίδευση είναι πολύ περισσότερα, κάποια κυοφορήθηκαν την περίοδο της πανδημίας και της διαχείρισής της και κάποια άλλα κυοφορούνται εδώ και καιρό και οι κηδεμόνες τους βρήκαν την τέλεια ευκαιρία να τα εκμαιεύσουν. Τα φώτα έπεσαν στη διαφωνία, μεταξύ της κυβέρνησης και της αντιπολίτευσης, με την αξιωματική αντιπολίτευση προεξάρχουσα, περί του εάν ή όχι ο υγειονομικός κίνδυνος, που τυχόν ανακινηθεί από το άνοιγμα των σχολείων, εξισορροπείται από τα οφέλη αυτής της επιλογής. Ίσως λιγότερο φωτίστηκε η διάθεση της εκπαιδευτικής κοινότητας και της κοινωνίας απέναντι σε αυτό το διακύβευμα, αν και οι πρώτες σφυγμομετρήσεις δείχνουν αρκετά μεγάλο βαθμό ανησυχίας από την πλευρά των γονέων και των εκπαιδευτικών και τελικά αποχής από τη φοίτηση αρκετών μαθητών (ένας στους τρεις μαθητές).
Τα βλέμματα τράβηξε δεόντως, ωσάν βροχή πυροτεχνημάτων, η ρύθμιση που προώθησε η υπουργός Παιδείας σχετικά με τη ζωντανή μετάδοση των μαθημάτων στα σχολεία (βλ. κείμενο παράπλευρα), ρύθμιση που, εκτός άλλων στοχεύσεων που μπορεί να είχε, εκκινούσε και από την ελλιπή στάθμιση από την πλευρά της κυβέρνησης της ανησυχίας της εκπαιδευτικής κοινότητας και της τελικής αποχής από την εκπαιδευτική διαδικασία. Όπως πολύ εύγλωττα το περιέγραψε ο Κωστής Παπαϊωάννου, εκπαιδευτικός και τέως πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, στην παρέμβασή του στο θεματικό σεμινάριο για την παιδεία της πρωτοβουλίας Επόμενη Μέρα, «το σχολείο είναι με το ένα πόδι σηκωμένο σ’ ένα τσάμικο. Ένα ημιάνοιγμα σχετικά χαμηλών προσδοκιών με τρόπο που προσπαθεί εύλογα να ισορροπήσει ανάμεσα σε δύο αντικρουόμενες ανάγκες. Την ανάγκη να πάμε μπροστά στην επόμενη μέρα έστω και με ρίσκο. Και στην ανάγκη να μην κλονιστεί η πεποίθηση ότι μέχρι τώρα στην Ελλάδα με τον ιό τα έχουμε καταφέρει καλά και με σύνεση.» Αυτόν το χορό χρειάζεται να τον σύρει η Αριστερά με το βλέμμα στην ερχόμενη σχολική περίοδο.

Ο Κωστής Παπαϊωάννου δηλώνει από αυτούς που εξέφρασαν επιφυλάξεις για τη σκοπιμότητα του ανοίγματος των σχολείων τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή: «Αν τα πράγματα πάνε καλά στο άνοιγμα των σχολείων, το κέρδος θα είναι μικρό: λίγες τάξεις, μία – δυο εβδομάδες, πολλές απουσίες. Αν τα πράγματα πάνε άσχημα, θα γυρίσουμε ενάμιση μήνα πίσω. Στην πορεία μετριάστηκαν οι επιφυλάξεις μου, στη στάθμιση βαρύνει η ανάγκη να προχωρήσουμε τώρα με όρους που ενδεχομένως είναι πιο θετικοί από ό,τι θα είναι τον Σεπτέμβριο». Πρόκειται σαφώς για μια πολιτική απόφαση που χρειάζεται να βασιστεί σε μια επιστημονική εισήγηση, η οποία δόθηκε και σχεδόν ομόφωνα αποφάνθηκε θετικά με τήρηση όλων των ασφαλιστικών δικλείδων που προβλέφθηκαν.
Το μεγάλο ζητούμενο πάντως, όπως το αναδεικνύει και ο Κωστής Παπαϊωάννου μιλώντας στην «Εποχή», είναι να ενισχυθεί και να δυναμώσει η εμπιστοσύνη στη δημόσια εκπαίδευση και στη σχέση παιδιού – δασκάλου, μέσα από την εμπειρία της πανδημίας και της διαχείρισής της. «Η καθημερινότητα της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης, σύγχρονης και ασύγχρονης, υπήρξε και είναι εξοντωτική για διδάσκοντες και διδασκόμενους. Αναδείχτηκαν όμως και πολλές δυνατότητες, αποχτήθηκαν δεξιότητες, αναζητήθηκαν λύσεις και λειτούργησαν αντανακλαστικά. Εκεί πρέπει να σταθούμε.»
»Δεν μπορεί η Αριστερά να μην είναι ανοιχτή στις δυνατότητες που ανοίγει η τεχνολογία, για παράδειγμα. Προσοχή όμως, η τεχνολογία που υποστηρίζει τη διδακτική πράξη μπορεί να λειτουργήσει συνεκτικά, συμπεριληπτικά. Η ίδια τεχνολογία ως διάζευξη της ενσώματης διδασκαλίας, που υποκαθιστά και δεν συμπληρώνει, μπορεί να δρα διαχωριστικά.»
«Η εξ αποστάσεως εκπαίδευση, όσο έγινε και όπου έγινε, έγινε με τρόπο βιαστικό, μη προγραμματισμένο, χωρίς επιμόρφωση εκπαιδευτικών, χωρίς τεχνολογικό εξοπλισμό» επισημαίνει ο τομεάρχης Παιδείας της Κ.Ο. του ΣΥΡΙΖΑ, Νίκος Φίλης. «Αν αυτά βελτιώνονταν, θα μπορούσαν να λειτουργήσουν συμπληρωματικά –και όχι ως υποκατάστατο– από τον Σεπτέμβριο. Υπάρχει η δυνατότητα μέσα από το δημόσιο σύστημα, και όχι από ιδιωτικά όπως προωθεί η Κεραμέως. Αλλά αυτή η κατεύθυνση δεν φαίνεται να επιλέγεται. Υπάρχουν πολλά ζητήματα ανοιχτά για την επόμενη σχολική περίοδο: η ύλη που δεν καλύφθηκε, οι εκπαιδευτικοί που δεν διορίστηκαν, το διδακτικό προσωπικό που απαιτείται εφόσον τάξεις μοιραστούν στα δύο, η μετακίνηση των μαθητών, οι σχολικές υποδομές με καίριο ζήτημα τις προσλήψεις καθαριστριών με συμβάσεις αορίστου χρόνου».
«Η συζήτηση όπως γίνεται σήμερα είναι άδικη και υποτιμητική για ολόκληρη την εκπαιδευτική κοινότητα» σημειώνει ο Κωστής Παπαϊωάννου. «Η εκπαίδευση οφείλει να είναι ένα διαρκές παιχνίδι μεταξύ δασκάλων μαθητών, μια ανοιχτή διαρκής συνωμοσία, δεν είναι διάλεξη σε αμφιθέατρο, δεν είναι καθηγητικός μονόλογος, δεν είναι μια φωνή που απλώς συνοδεύει την προβολή διαφανειών σε ένα power point. Είναι διάλογος, εναλλαγή ρόλων, οπτικές γωνίες, αποχρώσεις, λάθη. Είναι μια διαρκής προσπάθεια να μειώσουμε ανισότητες. Όχι μόνο τις προφανείς, αυτές που ανοίγουν μέρα με τη μέρα ειδικά τώρα. Αλλά και τις λιγότερο εμφανείς, να κάνουμε τα παιδιά που δεν μετέχουν πολύ να μετάσχουν λίγο, αυτά που μετέχουν λίγο να αναλάβουν ρόλο. Να υπερβούμε εγγενείς αδυναμίες, συστολές, ανασφάλειες. Με την εξ αποστάσεως τέτοιες λειτουργίες έχουν δυσκολέψει δραματικά».
Ενώ όλα αυτά προβληματίζουν την εκπαιδευτική κοινότητα, οι πολιτικοί προϊστάμενοι περί άλλα τυρβάζουν. «Το νομοσχέδιο για την εκπαίδευση έχει ανοίξει πολλά ζητήματα. Και ως προς το πόσες ευκαιρίες μπορεί να δώσει μια κατάσταση ανάγκης για να εκδηλωθεί μια νομοθετική βουλιμία. Και ως προς το περιεχόμενο» υπογραμμίζει ο Κωστής Παπαϊωάννου. «Περισσότεροι μαθητές ανά τάξη σε νηπιαγωγεία – δημοτικά –από 22 πάνε 24 αλλά μπορεί και 27. Ήτοι, λιγότεροι εκπαιδευτικοί ανά σχολική μονάδα».


Φαίνεται ότι η πανδημία βλάπτει σοβαρά και τους διορισμούς, επισημαίνει ο Νίκος Φίλης. «Το ΥΠΑΙΘ έχει κάνει μόνο 1.000 διορισμούς από τους 4.500 που είχε περάσει η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ στον προϋπολογισμό για την Ειδική Αγωγή, ενώ δεν έχει προχωρήσει καθόλου τους 5.500 διορισμούς για τη γενική εκπαίδευση. Παράλληλα, με την αύξηση των μαθητών ανά τάξη, τρεις χιλιάδες εκπαιδευτικοί θα καταστούν υπεράριθμοι».
Επιπλέον με το νέο νομοσχέδιο, «το όριο ηλικίας στα 17 για εγγραφή στα ΕΠΑΛ κλείνει ασφυκτικά την πρόσβαση μεγαλύτερων ανθρώπων σε δεύτερη ευκαιρία στη γνώση εκτός ιδιωτικών ΙΕΚ. Άρα ένα πλήγμα στην ήδη εξόχως προβληματική τεχνική εκπαίδευση» σημειώνει ο Κωστής Παπαϊωάννου. «Περισσότερες εξετάσεις στη μέση εκπαίδευση. Αυστηρότερη προαγωγή σε γυμνάσιο λύκειο. Περισσότερες και ευκολότερες αποβολές. Η διαγωγή αναγράφεται στα απολυτήρια και τους τίτλους σπουδών. Εν ολίγοις: μια τάση διοχέτευσης μαθητικού πληθυσμού σε ιδιωτικές μονάδες παροχής εκπαίδευσης και κατάρτισης».
Πάντως ο Νίκος Φίλης καταλήγει αισιόδοξα: «Μέσα από την κρίση προκύπτουν δυνατότητες για τη δημιουργία ενός συνασπισμού μιας συγκροτημένης κοινής παρέμβασης, και κοινωνικής και πολιτικής, υπέρ της δημόσιας εκπαίδευσης. Για πρώτη φορά βγαίνει από το λήθαργο ενωμένο το εκπαιδευτικό κίνημα, ΔΟΕ, ΟΛΜΕ, ΟΙΕΛΕ κινητοποιούνται από κοινού».
«Δεν μας αναλογεί να είμαστε εκείνοι που απαντούν αμυντικά στην όντως επιθετική ατζέντα του υπουργείου σε ένα δημόσιο διάλογο απολύτως υπονομευμένο» παρατηρεί ο Κωστής Παπαϊωάννου. «Μας αναλογεί να κοιτάξουμε εμείς μπροστά. Να δούμε τι θα γίνει τον Σεπτέμβριο εάν δεν μπορούν να ανοίξουν τα σχολεία ή τον Οκτώβριο αν κλείσουν. Να προτείνουμε εμείς εναλλακτικές, όρους, υγειονομικές και μαθησιακές παιδαγωγικές προϋποθέσεις».

Ζωή Γεωργούλα