Πολιτικές παρενέργειες μιας μάχης για δικαιώματα

 

 georgulas

Ο επικοινωνιακός και πολιτικός θόρυβος που προκλήθηκε με αφορμή για την ταυτότητα φύλου, ήταν αντιστρόφως ανάλογος του μεγέθους της ομάδας των πολιτών που αφορούσε άμεσα. Το ίδιο και η επιμονή μέχρι τέλους της κυβέρνησης, και του ΣΥΡΙΖΑ ακριβέστερα, να υπερψηφιστεί και να μην αποσυρθεί. Κάποιος λόγος –ή και περισσότεροι– λοιπόν θα υπήρχε πέρα από τη δεδομένη σοβαρή διαφορά απόψεων και θέσεων μεταξύ των εμπλεκομένων.

 

Πολιτική με ράσα

Ας αρχίσουμε από την ιεραρχία της Εκκλησίας, αν και εδώ δεν ισχύει το «από θεού άρξασθαι», γιατί ο θεός των ευαγγελίων ουδεμία σχέση έχει με την απαράδεκτη στάση της. Πέρα από τα δογματικά ζητήματα που επικαλείται, η σφοδρότητα και η επιχειρηματολογία με τις οποίες αντιπαρατέθηκε με την κυβέρνηση, αποκαλύπτουν την πολιτική διάθεση με την οποία προσήλθε η ηγεσία της Εκκλησίας στη «συζήτηση». Η επανειλημμένη προβολή της απαίτησης να αποσυρθεί το σχέδιο νόμου, καθώς και οι κατηγορίες της για «ανεξέλεγκτο δικαιωματισμό» αυτό μαρτυρούν. Το ίδιο μαρτυρεί και η αδιαφορία της για το γεγονός ότι οι τοποθετήσεις της ταυτίστηκαν με το πιο ακραίο δεξιό και το ακροδεξιό τμήμα του πολιτικού φάσματος. Αντίθετα, ήταν φανερή η διάθεσή της να προκαλέσει με τις παρεμβάσεις της ρήγματα στην κυβερνητική πλειοψηφία και στο συμμαχικό χαρακτήρα της κυβέρνησης. Και να δοκιμάσει, βέβαια, τις αντοχές της, οι οποίες στο παρελθόν δεν είχαν αποδειχθεί ισχυρές.

Η ηγεσία της αξιωματικής αντιπολίτευσης, καθοδηγούμενη από την ακραία δεξιά πτέρυγά της, πίστεψε ότι μπορεί να καρπωθεί πολιτικά οφέλη, τόσο από μια κάθετη αντιπαράθεση με τις προτάσεις της κυβέρνησης, όσο και από την προσέγγισή της προς τις δοξασίες της ιεραρχίας. Αυτό που κατάφερε, βέβαια, ήταν να ταυτιστεί με τις υπερσυντηρητικές απόψεις και να βρεθεί πολύ πίσω από τις απαιτήσεις των καιρών. Από τη δύσκολη θέση δεν μπόρεσε να τη βγάλει το εύρημα της τελευταίας στιγμής, με το δικό της «νομοσχέδιο». Μπορεί να διευκόλυνε τους βουλευτές της να στοιχηθούν πίσω του, αλλά με το περιεχόμενό του ανέδειξε τις εκλεκτικές συγγένειες με τη βαθιά συντήρηση, που θεωρεί ψυχιατρικό πρόβλημα την επιλογή φύλου.

Το αποτέλεσμα ήταν να υποστεί δύο πολιτικές παρενέργειες της στάσης αυτής, που ίσως δεν είναι και οι τελευταίες: δεν αποτελεί τυχαία χρονική σύμπτωση η αποκαθήλωση του επικοινωνιακού επιτελείου της τη στιγμή της κορύφωσης της συγκεκριμένης σύγκρουσης στη Βουλή και η παρεπόμενη αφαίρεση του τίτλου του τομεάρχη Άμυνας από τον Α. Γεωργιάδη.

 

Παράπλευρες απώλειες στο κέντρο

 

Πέρα, όμως, από τις εσωτερικές παρενέργειες, προκλήθηκαν ρήγματα και στην καλλιεργούμενη και ελπιζόμενη από πολλούς σύμπλευση της ΝΔ με το υπό ανασυγκρότηση κέντρο. Οι διαφοροποιήσεις που σημειώθηκαν στο εσωτερικό της ΔΗΣΥ σχετικά με την ταυτότητα φύλου, δεν είναι άσχετες με την κλίση κάθε τάσης, σχηματισμού ή υποψηφίου για την προεδρία προς τη συνεργασία με τη ΝΔ ή την αποδέσμευση από αυτή. Τα ρήγματα που προσδοκούσε η ηγεσία της ΝΔ να προκαλέσει στην κυβερνητική πλειοψηφία και ειδικότερα στους ΑΝΕΛ και το πολιτικό ακροατήριό τους, παρουσιάστηκαν σε πολύ σοβαρότερο βαθμό στο πεδίο που η ίδια ελπίζει να παίξει μπάλα και τώρα και μετεκλογικά, αν την ευνοήσει το εκλογικό αποτέλεσμα.

Αλλά και στο εσωτερικό του κέντρου που επιχειρεί να ανασυγκροτηθεί, οι συνέπειες της διγλωσσίας και της διάστασης απόψεων που έγινε φανερή, έχουν προκαλέσει ζημιές, που, επειδή άπτονται και ιδεολογικών ζητημάτων, δεν είναι εύκολο να αποκατασταθούν. Είναι χαρακτηριστική η επίθεση που δέχτηκε η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ-ΔΗΣΥ στο κύριο άρθρο των «Νέων» (11/10: «ένα ιστορικό κόμμα από ωκεανούς αγώνων για την κοινωνική πρόοδο έχει μετατραπεί σε λίμνη συντηρητισμού»), αλλά και η δήλωση του Γ. Ραγκούση: «Σήμερα δεν υπερψηφίστηκε απλώς ένα νομοσχέδιο, αποσαφηνίστηκε το είδος της πολιτικής από το οποίο πρέπει να απομακρυνθούμε». Κάτι τέτοια έκαναν τον Γ. Πρετεντέρη να αποφανθεί με πίκρα ότι «η υπό ενοποίηση κεντροαριστερά έδωσε εικόνα ασύντακτου ασκεριού, η οποία αποκαλύπτει τις αντιφάσεις που τη διαπερνούν».

 

Κυβερνητικά προβλήματα

 

Και στο κυβερνητικό στρατόπεδο υπήρξαν τριγμοί, αλλά σημειώθηκαν και βήματα. Η αρνητική ψήφος βουλευτίνας του ΣΥΡΙΖΑ και δύο αδικαιολόγητες απουσίες δεν είναι ασήμαντα γεγονότα. Αντίθετα, υποδεικνύουν την ανάγκη επιλογής των υποψηφίων βουλευτών με μεγαλύτερη σοβαρότητα και με πολιτικά κριτήρια, όχι ψηφοθηρικά.

Εκείνο που απαιτεί μια ερμηνεία, είναι το γεγονός ότι παρά τις επιθέσεις από τα δεξιά (αλλά και από το ΚΚΕ –μην το ξεχνάμε…), παρά τον υπαρκτό κίνδυνο η ένταση της αντιπαράθεσης να προκαλέσει ανυπέρβλητα προβλήματα στον κυβερνητικό εταίρο, ή και να οδηγήσει στη μη υπερψήφιση του σχεδίου νόμου για την ταυτότητα φύλου, και συνεπώς σε μια πολιτική ήττα, η κυβέρνηση και η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ έμειναν σταθεροί μέχρι τέλους.

Μια εξήγηση είναι ότι μ’ αυτό τον τρόπο έβαζαν σε δοκιμασία (και μπροστά στις ευθύνες του) το υπό ανασυγκρότηση κέντρο. Αλλά και τη ΝΔ από μια άποψη, αν και σε πολύ μικρότερο βαθμό. Αυτό που πάντως μπήκε σε δοκιμασία, από αυτή την άποψη, ήταν η ικανότητα της ηγεσίας τής ΝΔ να μην εξαϋλώσει τον ισχυρισμό της ότι είναι «φιλελεύθερη παράταξη» και ταυτόχρονα να μη δυσαρεστήσει την ηγεσία της Εκκλησίας. Δεν φαίνεται να το κατάφερε. Σ’ αυτό το πεδίο υπήρξαν πολιτικές συνέπειες, που ίσως εκδηλωθούν πιο έντονα στο μέλλον.

 

Με πιο δυνατή φωνή

 

Όμως, και η κυβέρνηση φαίνεται πως ήθελε να δώσει ένα μήνυμα: ότι δεν είναι διατεθειμένη έναντι της ηγεσίας της Εκκλησίας να υποχωρεί συνεχώς. Στην ποδιά της ως τώρα έχουν θυσιαστεί σχεδιασμοί, πολιτικές και πρόσωπα. Και το αποτέλεσμα δεν ήταν ο εξευμενισμός, όπως ίσως πιστευόταν, αλλά η ακόμα μεγαλύτερη όρεξη για πολιτικές επεμβάσεις.

Θα αποτελέσει αυτή η σύγκρουση με τα ορατά αποτελέσματά της καμπή; Αν διαβάσει κάποιος με προσοχή τις τοποθετήσεις του πρωθυπουργού και του υπουργού Δικαιοσύνης, μπορεί βάσιμα να υποθέσει ότι αυτή τη φορά η κυβέρνηση έδειξε, με την επιμονή της, την επιχειρηματολογία της και τις ιδεολογικές αναφορές της, ότι έχει πάρει κάπως πιο σοβαρά την ανάγκη να αποδοθούν τα του θεού τω θεώ και τα του καίσαρος τω καίσαρι.

 

Χ. Γεωργούλας