ΤΟ ΤΕΛ ΑΒΙΒ ΜΕΤΑΞΥ ΕΧΘΡΙΚΗΣ ΑΓΚΥΡΑΣ ΚΑΙ ΑΙΝΙΓΜΑΤΙΚΟΥ ΚΑΪΡΟΥ
Σφήνα του Αμπάς στις δυσκολίες Ισραήλ
Του
Νίκου Σερβετά
Δύο θέματα τα οποία βρίσκονται σε πλήρη εξέλιξη το τελευταίο διάστημα και αναμένεται να κορυφωθούν αυτή την εβδομάδα, είναι οι κορυφές κοινού «παγόβουνου» που χρόνια τώρα, αντί να λιώνει το ίδιο, παγώνει την Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή.
– Την Παρασκευή 23 Σεπτεμβρίου οι Παλαιστίνιοι έχουν προγραμματίσει να καταθέσουν στον ΟΗΕ αίτημα για αναγνώριση τους ως κράτος. Διπλωματική κίνηση απελπισίας της Παλαιστινιακής Αρχής, που προσπαθεί με όσες δυνάμεις έχει, αν μη τι άλλο, να προσελκύσει το ενδιαφέρον της Διεθνούς Κοινότητας στο πρόβλημά της, εκμεταλλευόμενη, αυτή ακριβώς την χρονική στιγμή, τη δύσκολη θέση στην οποία βρίσκεται η κυβέρνηση του Ισραήλ και την κατά κάποιο τρόπο υπαναχώρηση της Ουάσιγκτον και ειδικά της κυβέρνησης Ομπάμα, από την άκριτη υποστήριξη της.
– Το δεύτερο θέμα είναι οι διαμάχες Ισραήλ και Τουρκίας, που μονομαχούν σαν κοκοράκια για το ποιος και πού θα εξορύξουν πετρέλαιο και φυσικό αέριο σε διάφορα «οικόπεδα» -όπως πρόσφατα μάθαμε ότι λέγονται- σε περιοχές της Ανατολικής Μεσογείου.
Πάγια τακτική των διεθνών τοποτηρητών είναι να καλύπτουν αλλά να μην αφήνουν να επουλωθεί πλήρως καμία πληγή, προκειμένου να την αναμοχλεύουν αν και όταν τους χρειαστεί. Μετά την Αραβική Άνοιξη, ξαναμοιράζεται η τράπουλα στην περιοχή, η Τουρκία διεκδικεί ηγετικό ρόλο και το Ισραήλ, προς το παρόν, δείχνει να υποχωρεί από την κυρίαρχη θέση που, σε διπλωματικό επίπεδο, κατείχε έως πρόσφατα. Σ’ αυτό το σημείο έρχονται οι παλιές πληγές για να μην αφήνουν κανένα να πιάσει από χέρι τέσσερις άσους!
Σε δύσκολη θέση το Ισραήλ
Το Ισραήλ, που βλέπει την πρεσβεία του στο Κάιρο να καίγεται, και τα τουρκικά πολεμικά να συνοδεύουν, κοντά στα χωρικά του ύδατα, νορβηγικά πλοία ειδικά εξοπλισμένα για γεωτρήσεις, θυμήθηκε το ΡΚΚ και την αυτονομία των Κούρδων, αλλά κρατάει αμυντική θέση σε όλα τα ζητήματα. Ο πρωθυπουργός της Τουρκίας, Ταγίπ Ερντογάν, ο οποίος έκανε με μεγάλες φιλοδοξίες περιοδεία σε αραβικές χώρες προκειμένου να προσεταιριστεί τον αραβικό κόσμο, στην πρώτη του επίσκεψη στο Κάιρο, άκουσε από την άπειρη και συγκρατημένη πολιτική ηγεσία της Αιγύπτου ότι η χώρα δεσμεύεται από τη συμφωνία του Καπ Ντέιβιντ αναφορικά με τις σχέσεις της με το Ισραήλ.
Τα δύο νέα στρατόπεδα, έχουν αρχίσει να σχηματίζονται και προκειμένου να ενισχύσουν τις θέσεις τους, πριν οι ΗΠΑ και η Ευρωπαϊκή Ένωση πάρουν σαφή θέση, ακολουθούν τη λογική «ο εχθρός του εχθρού είναι φίλος».
Στο Κάιρο κυριαρχεί ο στρατός
Σημαντικό ρόλο, για το πού θα γείρει η ζυγαριά, αναμένεται να παίξουν οι εξελίξεις στην Αίγυπτο, όπου η πολιτική κατάσταση είναι τελείως ρευστή και το μόνο σίγουρο είναι ότι ο στρατός παραμένει ο απόλυτος κυρίαρχος του παιχνιδιού. Δεν ονομάζεται δικτατορία, καθώς δεν υπάρχει ένα πρόσωπο στην ηγεσία του, αλλά εδώ και 50 χρόνια διοικείται ουσιαστικά από το στρατιωτικό κατεστημένο, που διεισδύει σε όλη την αιγυπτιακή κοινωνία. Ουσιαστικά ο στρατός είναι που θέτει το πλαίσιο μέσα στο οποίο διαμορφώνεται – εκ των συνθηκών με πολύ αργούς ρυθμούς – η πολιτική που ακολουθεί η χώρα.
Κύριος στόχος του είναι να μην πάρουν το πάνω χέρι οι «Αδελφοί Μουσουλμάνοι», η μόνη συγκροτημένη και με δομή οργάνωση απ’ αυτές που συμμετείχαν στην ανατροπή του Μουμπάρακ. Άλλωστε είναι ξεκάθαρες οι προσπάθειες του πρωθυπουργού Σάραφ να μην είναι εμφανές ότι προέρχεται από τις τάξεις τους. Ένα ακόμα βασικό στοιχείο που ενδιαφέρει τους στρατιωτικούς, είναι να μην χάσει το απόλυτο προνόμιο, του πλήρους ελέγχου και με απόρρητες διαδικασίες εξοπλισμού της χώρας. Το Τελ Αβίβ θεωρεί τον αιγυπτιακό στρατό παράγοντα σταθερότητας.
Την ίδια στιγμή, όμως, οι διαδηλωτές της πλατείας Ταχρίρ έχουν ήδη αρχίσει να αγανακτούν από τους αργούς ρυθμούς που προχωρούν οι αλλαγές στη χώρα και φωνάζουν: «Βαρεθήκαμε τα μεγάλα λόγια».
Με αυτά τα δεδομένα εύκολα μπορούν να διεισδύσουν στις τάξεις τους στοιχεία που τη μια θα πρωτοστατούν στην πυρπόληση της πρεσβείας του Ισραήλ – χωρίς αρχικά να τους εμποδίζει ο «παράγοντας σταθερότητας» - και την άλλη θα δημιουργήσουν το επεισόδιο εκείνο που είναι απαραίτητο, προκειμένου να στηθεί το απαιτούμενο κατά περίπτωση σκηνικό.
Ο ΑΓΩΝΑΣ ΤΩΝ ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΙΩΝ ΚΑΙ Η ΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ
Το δίκιο είναι ζόρικο πολύ...
Της
Ρένας Δούρου
Μετά από χρόνια αδιεξόδου, λόγω της ισραηλινής αδιαλλαξίας, το παλαιστινιακό περνά σήμερα σε μια νέα φάση, η οποία μπορεί να έχει καταλυτική επίδραση στη Μέση Ανατολή, σε μια περίοδο που η περιοχή γνωρίζει πρωτόγνωρες αλλαγές, λόγω της «αραβικής άνοιξης» που ήλθε να ανατρέψει δεδομένα δεκαετιών. Η απόφαση του παλαιστίνιου προέδρου Μαχμούντ Αμπάς, να ζητήσει από τον ΟΗΕ την αναγνώριση πλήρως ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους, είναι σίγουρο ότι θα λειτουργήσει ως θρυαλλίδα εξελίξεων.
Πρόκειται για ένα βήμα που φέρνει το Παλαιστινιακό στο επίκεντρο της διεθνούς σκηνής, ενώ τα τρία τελευταία χρόνια, μετά την ισραηλινή εισβολή στη Λωρίδα της Γάζας (στα τέλη του 2008), οι διμερείς διαπραγματεύσεις έχουν βαλτώσει. Αιτία, η εμμονή στη συνέχιση των εποικισμών από την ισραηλινή πλευρά: οι παλαιστίνιοι έχουν καταστήσει σαφές ότι δεν μπορούν να καθίσουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων αν το Ισραήλ δεν πάψει αυτή την κατάφωρα παράνομη κατά το διεθνές δίκαιο πρακτική της δημιουργίας τετελεσμένων. Μπροστά στο παρατεινόμενο αδιέξοδο λόγω της ισραηλινής αδιαλλαξίας (με την ανοχή του αμερικανικού παράγοντα – ας μην ξεχνάμε ότι ο πρόεδρος Ομπάμα οπισθοχώρησε στο αίτημά του για πάγωμα των εβραϊκών οικισμών), η παλαιστινιακή πλευρά αποφάσισε να κάνει ένα άλμα προς τα εμπρός, γνωρίζοντας παράλληλα και τους κινδύνους που αυτό μπορεί να συνεπάγεται. Έκρινε ωστόσο ότι τα πλεονεκτήματα, από την κατάθεση στον ΟΗΕ του αιτήματος για αναγνώριση παλαιστινιακού κράτους, υπερτερούν των όποιων μειονεκτημάτων (π.χ. επιδείνωση των σχέσεων με ορισμένες χώρες, όπως οι ΗΠΑ, ή αρνητική αντίδραση της Χαμάς). Ο στόχος είναι σαφής: να απεγκλωβιστεί το παλαιστινιακό από το διμερές αδιέξοδο, να διεθνοποιηθεί και παράλληλα να αποκτήσουν οι Παλαιστίνιοι δική τους φωνή σε μια σειρά κρίσιμης σημασίας διεθνείς οργανισμούς, όπως είναι το Διεθνές Δικαστήριο. Μέχρι σήμερα, με το καθεστώς του «παρατηρητή» οι Παλαιστίνιοι ήσαν υποχρεωμένοι να μιλούν «δια αντιπροσώπου» στους διεθνείς οργανισμούς, συνήθως δια της Αιγύπτου ή της Ιορδανίας. Αν οι Παλαιστίνιοι αποσπάσουν τελικά το καθεστώς του «κράτους μη μέλους», που είναι το στάτους του Βατικανού, είναι βέβαιο ότι θα αλλάξει ριζικά ο τρόπος χειρισμού της υπόθεσής τους: υπεισέρχονται νέοι παράγοντες (διεθνείς οργανισμοί) που θα διαμορφώσουν νέα δεδομένα και θα δυσκολέψουν την επίδειξη αδιαλλαξίας της ισραηλινής πλευράς, καθώς τίποτε δεν φανερώνει ότι η τελευταία έχει αποφασίσει να αλλάξει τη σημερινή στρατηγική των εποικισμών και του αποκλεισμού της Λωρίδας της Γάζας, διαιωνίζοντας έτσι το πρόβλημα.
Σήμερα λοιπόν έχει έλθει η ώρα που οι Παλαιστίνιοι μετρούν τους φίλους και υποστηρικτές τους. Στις πράξεις και όχι στα λόγια. Μέχρι στιγμής, πάνω από 120 χώρες έχουν δηλώσει ότι στηρίζουν με σαφήνεια το δίκαιο αίτημα των Παλαιστινίων, αλλά μεταξύ τους δεν συγκαταλέγεται η Ελλάδα. Και τούτο συνιστά ένα λυπηρό παράδοξο. Τη στιγμή που ο ελληνικός λαός στέκεται με συνέπεια εδώ και χρόνια στο πλευρό του παλαιστινιακού αγώνα, η ελληνική κυβέρνηση τηρεί επαμφοτερίζουσα στάση, ανάλογα με το συνομιλητή που έχει απέναντί της: Όταν πρόκειται για ισραηλινούς αξιωματούχους, η έμφαση δίνεται στην ασφάλεια του εβραϊκού κράτους και υποβαθμίζεται η υπόθεση της παλαιστινιακής ανεξαρτησίας. Όταν, ωστόσο, πρόκειται για παλαιστίνιους αντιπροσώπους, το μήνυμα «θολώνει» και χρησιμοποιούνται αοριστίες, αν και είναι πλέον φανερό ότι για την κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου η πλάστιγγα έχει γείρει προς τα ισραηλινά συμφέροντα. Σήμερα, με αφορμή την κατάθεση του δίκαιου αιτήματος των Παλαιστινίων στον ΟΗΕ, η κυβέρνηση έχει μια ευκαιρία να αποδείξει ότι δεν είναι δέσμια των όρων που έχει θέσει (σε αυτήν και την κυπριακή) το Ισραήλ σε σχέση με την εκμετάλλευση της κυπριακής ΑΟΖ. Να αποδείξει ότι μπορεί να ασκήσει ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική, στηρίζοντας εν τοις πράγμασι το δίκαιο παλαιστινιακό αγώνα σε αυτή την κρίσιμη καμπή του! Θέτοντας έτσι κριτήρια, αρχές και επιχειρήματα, και για τις δικές της διεκδικήσεις...
•
ΗΠΑ - ΕΛΛΑΔΑ - ΙΣΡΑΗΛ: Κοινός αγώνας εναντίον ποιών;
Του
Θοδωρή Δρίτσα
Από το δεύτερο εξάμηνο του 2010 και κυρίως από τους πρώτους μήνες του 2011, ένα από τα πιο σταθερά δόγματα της επίσημης ελληνικής εξωτερικής πολιτικής –αυτό της παραδοσιακής προτεραιότητας των σχέσεων φιλίας με τα αραβικά κράτη– άρχισε να ανατρέπεται. Τώρα πια η επιλογή αυτή που επικεντρώνεται στην ισχυροποίηση των σχέσεων Ελλάδας - Ισραήλ όχι μόνο ομολογείται επίσημα, αλλά και υλοποιείται σε πολλαπλά πεδία και μάλιστα με διαρκώς επιταχυνόμενους ρυθμούς.
Πρόκειται για ανατροπή ιστορικά επικίνδυνη με πολλαπλές και εξαιρετικά δεσμευτικές συνέπειες. Δεν είναι δηλαδή ένας συγκυριακός ελιγμός, ούτε πρόκειται για ένα «άνοιγμα» προς μια πολυδιάστατη πολιτική. Αντίθετα, είναι ένα στοχευμένο στρατηγικό σχέδιο, στις συνθήκες της γενικευμένης οικονομικής κρίσης, ένταξης της Ελλάδας και των επιδιώξεων του ελληνικού καπιταλισμού στη σκληρή συμμαχία των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ με τις πιο αντιδραστικές χώρες του αραβικού κόσμου, τη Σαουδική Αραβία και το Κατάρ, και με την κύρια επιθετική δύναμη του άξονα, το Ισραήλ.
Ακόμα πιο πολλές ανησυχίες γεννά αυτή η εξέλιξη από το γεγονός ότι ταυτόχρονα στις ίδιες επιλογές προχώρησε και η κυβέρνηση της Κύπρου και μάλιστα προωθημένες με τη συμφωνία κήρυξης της ισραηλινο-κυπριακής Α.Ο.Ζ., με μόνη και πολύ σημαντική διαφορά ότι η συμμαχία Κύπρου-Ισραήλ δεν φαίνεται να εκτείνεται και στον τομέα της στρατιωτικής συνεργασίας όπως συμβαίνει μεταξύ Ελλάδας και Ισραήλ.
Η στρατηγική
του «ισότιμου συμμάχου»
Οι εξελίξεις αυτές βέβαια παρότι ραγδαίες, όχι μόνο δεν έπεσαν από τον ουρανό, αλλά αντίθετα η «κυοφορία» τους συνδέεται άμεσα με τις –για όσους παρακολουθούν τα πράγματα– διαφαινόμενες εδώ και 10 χρόνια περίπου ανακατατάξεις στον αραβικό κόσμο. Αυτές που εκδηλώθηκαν τελικά και συνεχίζονται με τις μεγάλες και ελπιδοφόρες εξεγέρσεις των αραβικών λαών και κοινωνιών.
Η «Αραβική Άνοιξη» είναι που επιτάχυνε την αναδιάταξη και τη διεύρυνση των στρατηγικών στόχων του αμερικανο-ισραηλινού άξονα στη Μ. Ανατολή με σκοπό να ελεγχθούν οι εξελίξεις και να διατηρηθεί με νέους όρους η ιμπεριαλιστική ηγεμονία. Σε αυτήν τη διεκδίκηση και τη φιλοδοξία μιας νέας ηγεμονίας του πιο επιθετικού τμήματος του αμερικάνικου και του ισραηλίτικου καπιταλισμού επί των αραβικών λαών σπεύδει η ελληνική κυβέρνηση να πλασαριστεί ως «ισότιμος σύμμαχος» και να συνδέσει τις τύχες του ελληνικού καπιταλισμού με τους πιο ακραίους επικίνδυνους και αντιδραστικούς σχεδιασμούς. Επειδή όμως αυτή η «ισοτιμία» δεν μπορεί να διεκδικηθεί από την Ελλάδα της κρίσης με όρους οικονομικής ισχύος και επειδή σε αυτές τις τυχοδιωκτικές επιλογές όποια χώρα προσχωρεί διαπραγματεύεται με βάση τα όποια «πλεονεκτήματα» διαθέτει, δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η ελληνική κυβέρνηση το πρώτο που σπεύδει να προσφέρει στην αναβαθμισμένη συμμαχία είναι οι στρατιωτικές διευκολύνσεις, αυτές ακριβώς για τις οποίες επείγεται το Ισραήλ.
Ενώ, λοιπόν, η Κύπρος προχωράει στην κήρυξη της ΑΟΖ για τη συνεκμετάλλευση των ενεργειακών κοιτασμάτων της νοτιοανατολικής Μεσογείου, η Ελλάδα –εγγυήτρια χώρα της ανεξαρτησίας της Κυπριακής Δημοκρατίας– πρωτίστως αναβαθμίζει τις στρατιωτικές σχέσεις, υπογράφοντας δύο σημαντικά μνημόνια στρατιωτικής συνεργασίας, το εύρος των οποίων δεν έχει καθόλου αποσαφηνιστεί και είναι εντελώς αβέβαιο αν θα δημοσιοποιηθούν οι λεπτομέρειες ή πολύ περισσότερο αν θα έρθουν στη Βουλή για κύρωση ή έστω προς ενημέρωση. Άλλωστε αυτή είναι η εμπειρία από το προηγούμενο σύμφωνο του 1994.
Εκρηκτικές «εκκρεμότητες»
Η αναβάθμιση των στρατιωτικών σχέσεων με το Ισραήλ δεν μπορεί να δικαιολογηθεί με το επιχείρημα της ενίσχυσης των «αμυντικών συμφερόντων» της Ελλάδας, ούτε τεκμηριώνεται με βάση τις διακηρυγμένες μέχρι τώρα τουλάχιστον θέσεις της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Το Ισραήλ βρίσκεται επισήμως σε εμπόλεμη κατάσταση με δύο γειτονικά του αραβικά κράτη, τη Συρία και τον Λίβανο, εδάφη των οποίων κατέχει, ανεπισήμως δε, βρίσκεται σε οιονεί εμπόλεμη κατάσταση με άλλα κράτη της περιοχής, ενώ οι σχέσεις του με την Αίγυπτο μετά την κοινωνική δημοκρατική έκρηξη είναι πλέον εξαιρετικά επισφαλείς. Κορυφαία βέβαια εκρηκτική «εκκρεμότητα», η κατοχή της παλαιστινιακής γης (Δυτική Όχθη, Λωρίδα της Γάζας) τμήματα της οποίας ενσωματώνει στην επικράτειά του με εποικισμούς και εγκληματικές επιχειρήσεις εθνοκάθαρσης, ενώ έχει μονομερώς και αυθαίρετα ενσωματώσει την Ιερουσαλήμ, και μάλιστα ως πρωτεύουσά του.
Το Ισραήλ, τέλος, που αποδεδειγμένα διαθέτει πυρηνικά όπλα, έχει κατ’ επανάληψη απειλήσει ότι δεν θα διστάσει να επιτεθεί αν χρειαστεί εναντίον των πυρηνικών εγκαταστάσεων στο Ιράν. Αυτή η απειλή δεν μπορεί να αγνοηθεί, καθώς έχουν προηγηθεί αντίστοιχοι βομβαρδισμοί πυρηνικού σταθμού στο Ιράκ (1981), αλλά και στη Συρία (2007).
Μετά τα παραπάνω –τα οποία μόνο συνοπτικά δίνουν τη στοιχειώδη περιγραφή των σχέσεων του Ισραήλ με τις γειτονικές του αραβικές χώρες– πώς είναι δυνατόν να πείσουν οι δηλώσεις της ελληνικής κυβέρνησης ότι η αναβάθμιση της στρατιωτικής συνεργασίας Ελλάδας-Ισραήλ δεν στρέφεται εναντίον κανενός;
Αναζητείται Ευρωπαϊκή Άνοιξη
Βέβαια αξίζει να επισημανθούν οι σαφείς διαφορές στο επικοινωνιακό μήνυμα των δηλώσεων του έλληνα υπουργού Εθνικής Άμυνας κ. Π. Μπεγλίτη με αυτές που εκφέρονται από το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών. Ο έλληνας ΥΠ.ΕΘ.Α. μιλάει ευθέως για «στρατηγική συνεργασία», ενώ το ΥΠ.ΕΞ. αποφεύγει τουλάχιστον προς το παρόν να χρησιμοποιήσει τέτοιους όρους και προτιμά πιο προσεκτικές διατυπώσεις.
Αλλά όταν ο κ. ΥΠΕΘΑ, στις 25/8/2011, σε ειδική συνεδρίαση της Διαρκούς Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων και Άμυνας της Βουλής, μιλά χαρακτηριστικά για την «αξιοποίηση του εθνικού εναέριου χώρου και της στρατηγικής θέσης της χώρας μας προκειμένου να βοηθήσουμε και να συμβάλουμε στην ενίσχυση και της επιχειρησιακής ικανότητας της Ισραηλινής Πολεμικής Αεροπορίας», πόσες αμφιβολίες μένουν για το αν εκείνος και όχι το ΥΠ.ΕΞ. λένε τα πράγματα με το όνομά τους; Και πώς να πιστέψει κανείς τις κυβερνητικές διαβεβαιώσεις ότι παρόλα αυτά δεν θίγονται ούτε αναθεωρούνται οι παραδοσιακές σχέσεις φιλίας και συνεργασίας με τον αραβικό κόσμο;
Ούτε μικρά παιδιά δεν μπορούν να τα πιστέψουν αυτά. Γιατί, όντως, αυτές οι εξελίξεις δεν είναι... ιστορίες για μικρά παιδιά. Αυτά όμως είναι εκείνα που απειλούνται να βιώσουν τις τραγικές συνέπειες αν η Αραβική Άνοιξη δεν συναντηθεί με μια αντίστοιχη Ευρωπαϊκή Άνοιξη.
Εδώ σταματώ προς το παρόν.
Στο δεύτερο μέρος αυτής της επιχειρούμενης ανάλυσης, την άλλη Κυριακή στην «Εποχή» θα ακολουθήσει η συνέχεια με τον ρόλο της Τουρκίας και τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, με τη διεκδίκηση αναγνώρισης του παλαιστινιακού κράτους στον ΟΗΕ και με άλλες παραμέτρους που συνδέονται με τις εξελίξεις.
Μέχρι τότε θα έχει κατατεθεί για συζήτηση στη Βουλή και η σχετική Επίκαιρη Επερώτηση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ με τα επείγοντα και κρίσιμα Ερωτήματα προς την ελληνική κυβέρνηση. Είναι πάντως βέβαιο πως οι εξελίξεις αυτές είναι πολύ σοβαρές και πως η διεθνοποίηση της καπιταλιστικής κρίσης διαμορφώνει πλέον ένα εκρηκτικό διεθνές περιβάλλον στην περιοχή μας που θα επηρεάσει δραστικά ή και δραματικά τόσο το εσωτερικό ελληνικό όσο και το ευρωπαϊκό τοπίο.
Είναι γι’ αυτό σωστό νομίζω οι μάχες που δίνει ο ΣΥΡΙΖΑ μαζί με την ελληνική κοινωνία για το μνημόνιο και το μεσοπρόθεσμο εναντίον της κυβέρνησης Παπανδρέου, του συναινετικού μπλοκ εξουσίας και της τρόικα, να μην αφήσουν απέξω τις εξελίξεις αυτές.
| < Προηγούμενο | Επόμενο > |
|---|