Αρχείο



Ποιος θα ελέγξει τις τράπεζες;

 

Αναμφίβολα ο Σεπτέμβρης τείνει να είναι ο μήνας με τις περισσότερες θλιβερές επετείους. Η συγκεκριμένη αφορά την κατάρρευση της αμερικανικής τράπεζας Lehman Brothers, η οποία έμελλε, μέσω της κρίσης που πυροδότησε, να αποσταθεροποιήσει όσο ποτέ άλλοτε το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα. Τρία χρόνια μετά το ξέσπασμα της κρίσης, ο απολογισμός είναι μάλλον απογοητευτικός: τα χρηματιστήρια σε μόνιμη κάθοδο, η οικονομία σε ύφεση και οι αγορές παραμένουν απορυθμισμένες. Οπωσδήποτε τα προβλήματα δεν παραμένουν τα ίδια. Η γεωγραφική τους κατανομή αφορά πλέον την Ευρώπη και τα ποιοτικά τους χαρακτηριστικά τις δανειστικές σχέσεις των ευρωπαϊκών κρατών. Παρόλα αυτά, πρόκειται για όψεις του ίδιου φαινομένου που συνδέονται άρρηκτα μεταξύ τους και που η μία δύσκολα υπάρχει χωρίς την άλλη: αν δεν είχε προηγηθεί η διεθνής χρηματοπιστωτική κρίση το 2008, η ένταση αλλά και οι όροι διαπραγμάτευσης της κρίσης στα κρατικά χρεόγραφα θα ήταν διαφορετική.

 

Οι προσπάθειες που έγιναν για τη συγκράτηση των επιπτώσεων της κρίσης, διαφέρουν από ήπειρο σε ήπειρο και από χώρα σε χώρα. Όλες όμως οι προσεγγίσεις συνέκλιναν στην ανάγκη αλλαγής των όρων διεξαγωγής των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών, στην ανάγκη βελτίωσης του νομικού πλαισίου, με στόχο τη μεγαλύτερη διαφάνεια και τη συντονισμένη σε παγκόσμιο επίπεδο εποπτεία. Μια ανάγκη, με άλλα λόγια, εξορθολογισμού των επενδυτικών αποφάσεων, που θα προστάτευε το σύνολο της οικονομίας από τις καταστροφικές επενδυτικές επιλογές των τραπεζών, οι οποίες, κυνηγώντας σε ένα ακραία ανταγωνιστικό περιβάλλον βραχυπρόθεσμα κέρδη, αδιαφορούν για την ασφάλεια των προϊόντων που διακινούν στην αγορά, παγκοσμιοποιώντας με τον τρόπο αυτό τις κρίσεις.
Η συμπεριφορά των τραπεζικών ιδρυμάτων αφορά μια συζήτηση με ιστορικό βάθος δύο περίπου αιώνων. Οι δυσλειτουργίες που παράγουν, ιστορικά δεν έχουν ξεπεραστεί ομαλά, δηλαδή σε ένα πλαίσιο προστασίας της κοινωνικής συνοχής και σεβασμού των αρχών της λαϊκής κυριαρχίας, όπως αυτές ορίζονται συνήθως στις δυτικές τουλάχιστον αστικές δημοκρατίες. Από την άλλη πλευρά, η σύγχρονη οικονομική οργάνωση του ευρωπαϊκού χώρου και κυρίως η νομισματική ένωση προσθέτει νέες διαστάσεις στο πρόβλημα. Κυρίως σε ό,τι αφορά την ταχύτητα διάδοσης των κρίσεων: η υιοθέτηση της ίδιας νομισματικής μονάδας, η αξία της οποίας επηρεάζεται από τις τιμές στην αγορά των κρατικών χρεογράφων, επιταχύνει τη μετάδοση των κρίσεων. Με άλλα λόγια, το κοινό νόμισμα ενοποιεί στη δύναμη και στην αδυναμία το τραπεζικό σύστημα της ευρωζώνης, χωρίς βέβαια να κατανείμει τις συνέπειες των κρίσεων ισομερώς τόσο μεταξύ των χωρών, όσο και μεταξύ των πολιτών κάθε χώρας.
Η βίαιη συνειδητοποίηση της διεθνοποίησης της κρίσης οδήγησε το 2008 σε πολιτικές αποφάσεις που αφορούσαν έξι περίπου τομείς της χρηματοπιστωτικής δραστηριότητας: την άμεση εποπτεία των αγορών, των οίκων αξιολόγησης, την εξυγίανση των τραπεζών, τον περιορισμό της κερδοσκοπίας και τον έλεγχο των ροών που κατευθύνονται σε παλιούς και νέους φορολογικούς παραδείσους. Παρά τις φιλόδοξες εξαγγελίες, ωστόσο, μένει να δει κανείς τι στη πραγματικότητα έχει αλλάξει από το ξέσπασμα της κρίσης μέχρι σήμερα.

Μέθοδοι εποπτείας των αγορών

Σε ό,τι αφορά την Ευρώπη, οι τρόποι εποπτείας των αγορών των τραπεζών και των ασφαλιστικών επιχειρήσεων που αναζητήθηκαν, συνοψίζονται σε τρεις οργανισμούς: την ΕΒΑ, την ανώτατη αρχή ελέγχου για τις τράπεζες, την ΕSΜΑ, για τις αγορές και την ΕΙΟΡΑ, για τις ασφαλιστικές εταιρείες. Επιπλέον συστήθηκε μια επιτροπή διαχείρισης κινδύνων, European Systemic Risk Board (ESRB), με αντικείμενο να αποτρέψει την ανάπτυξη των συστημικών κινδύνων. Να προλάβει, με άλλα λόγια, πράξεις και στρατηγικές που οδηγούν στην κήρυξη πτώχευσης είτε ευρωπαϊκών τραπεζών είτε κρατών. Ωστόσο, μέχρι σήμερα και οι τρεις οργανισμοί έχουν περιορισμένες δυνατότητες και ο ρόλος τους περιορίζεται σε αυτόν του συντονιστή μεταξύ κυβερνητικών αξιωματούχων. Όσο για την ESRB, εξακολουθεί να τηρεί σιγή ιχθύος για τη σημερινή κρίση. Από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού τα πράγματα δεν μοιάζουν να πηγαίνουν καλύτερα. Ο φάκελος της προστασίας του επενδυτικού κοινού μπορεί να έχει ανοίξει, αλλά η αξιοπιστία της SEC, του αμερικανικού εποπτικού οργάνου των συναλλαγών, ήδη τραυματισμένη από τις αποτυχίες που έχει καταγράψει στο παρελθόν και κυρίως από το σκάνδαλο που την συνέδεσε με την υπόθεση Μάντοφ, αποτέλεσαν καίριο πλήγμα.

Εποπτικό πλαίσιο των οίκων αξιολόγησης

Τόσο στις ΗΠΑ όπως και στη Ευρώπη οι ρυθμίσεις που προκρίθηκαν προκειμένου να εποπτεύσουν τη δράση των οίκων αξιολόγησης, αφορούν το θεσμικό τους πλαίσιο. Αποφασίστηκε η δράση τους να περιορίζεται σε συμβουλευτικό επίπεδο και να αποφεύγεται η αξιολόγηση χρηματιστικών προϊόντων, εξαιτίας των προβλημάτων που δημιουργούν στην αγορά. Ωστόσο, παρά τις ρυθμίσεις που αποφασίστηκαν και τις δικαστικές προσφυγές στις ΗΠΑ, ο φάκελος των οίκων αξιολόγησης παραμένει ανοιχτός και τίποτα από όλα αυτά δεν εφαρμόζεται.

Εξυγίανση και αύξηση κεφαλαιακής επάρκειας

Στις 12 Σεπτέμβρη 2010 οι κρατικές ευρωπαϊκές αρχές συνήλθαν στην Ελβετία, προκειμένου να αναγκάσουν τις τράπεζες να αναλάβουν στο εξής από μόνες τους το κόστος των προβλημάτων ρευστότητας, υιοθετώντας τον κανόνα Βασιλεία 3, δηλαδή αυξάνοντας την αναλογία ίδιων προς ξένα κεφάλαια. Ορατός στόχος, να μην υποχρεωθεί στο μέλλον ένα κράτος δια μέσου των φορολογούμενων να χρηματοδοτήσει, όπως το 2008, μια τράπεζα σε περίπτωση που αυτή κινδυνεύει. Στο μέλλον, λοιπόν, οι τράπεζες οφείλουν να κινητοποιούν μεγαλύτερο μέρος των δικών τους κεφαλαίων στις πιστώσεις που παρέχουν. Η νέα αναλογία θα πρέπει να τεθεί σε ισχύ το 2013. Η αντίδραση όμως των τραπεζών παραμένει σθεναρή: από τη μια δεσμεύονται να είναι έτοιμες για μια τέτοια κίνηση, απειλούν ωστόσο να αυξήσουν τα επιτόκια δανεισμού.

Μέτρα περιορισμού
της κερδοσκοπίας των τραπεζών


Η δημοσίευση στο Λονδίνο στις 12 Σεπτέμβρη της ανεξάρτητης έκθεσης για τις τράπεζες, που παρουσίασε ο βρετανός οικονομολόγος Τζον Βίκερς ακούστηκε σαν βόμβα στους τραπεζικούς κύκλους. Προκρίνεται ο πλήρης διαχωρισμός των τραπεζιτικών δραστηριοτήτων που αφορούν τις καταθέσεις πελατών, από τις δραστηριότητες που εμπεριέχουν μεγαλύτερο ρίσκο, όπως η τράπεζα επενδύσεων, με στόχο την καλύτερη οχύρωση του κοινού από την τοποθέτηση των αποταμιεύσεων σε επισφαλή επενδυτικά σχέδια. Πρόκειται όμως για μέτρο που δεν προβλέπεται να εφαρμοστεί, τουλάχιστον μέχρι το 2015. Στις ΗΠΑ οι τράπεζες είδαν με το νόμο Dodd-Frank, στις 21 Ιουλίου 2010, να τους στερούν τη δυνατότητα να «παίζουν» στην αγορά δικά τους κεφάλαια. Στην ηπειρωτική Ευρώπη, από την άλλη, ο διάλογος επικεντρώθηκε στις αδικαιολόγητα υψηλές αμοιβές των χρηματιστών. Έτσι, στις 1 Ιανουαρίου 2010, με βάση την οδηγία CRD3, υποχρεώνονται να ομογενοποιήσουν την κλίμακα των αμοιβών, αλλά χωρίς να μειώσουν στην πραγματικότητα το ύψος τους.

Οι μαύρες τρύπες των αγορών

Η κρίση των στεγαστικών δανείων έφερε στο φως μια ολόκληρη μερίδα της αγοράς που βρισκόταν έξω από κάθε έλεγχο. Τέλος στην αδιαφάνεια των ανταλλαγών των στεγαστικών δανείων επιχειρεί στις ΗΠΑ να θέσει ο νόμος Dodd-Frank, ο οποίος υποχρεώνει τους οικονομικούς παίκτες να εγγράφουν τις συναλλαγές τους. Αναμφίβολα, πρόκειται για μέτρο προς τη σωστή κατεύθυνση, με τη διαφορά ότι για να εφαρμοστεί θα πρέπει να ψηφιστούν μια σειρά ακόμα από πολυάριθμα νομοθετήματα. Στην Ευρώπη, προτού καν ξεκινήσει η συζήτηση, άρχισαν να έρχονται στην επιφάνεια τα διαφορετικά συμφέροντα και οι ανταγωνισμοί μεταξύ των κρατών. Έτσι, όταν το Σεπτέμβρη του 2010 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έθεσε στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων τις προτάσεις της, εμφανίστηκε ως νέο επίδικο ο τόπος συγκέντρωσης και άρα κι ελέγχουν αυτών των καταγεγραμμένων ονομαστικά συναλλαγών.

Μέτρα κατά
φορολογικών παραδείσων


Είναι αναμφίβολα το πεδίο στο οποίο έχει προχωρήσει περισσότερο η διακρατική συνεργασία σε παγκόσμιο επίπεδο. Ήδη από το Νοέμβρη του 2008 ο ΟΟΣΑ στην Ευρώπη κατάρτισε λίστες με τις χώρες που εφαρμόζουν το τραπεζικό απόρρητο. Για να μπορέσουν να αποφύγουν τη μαύρη λίστα, μια σειρά από τράπεζες και χώρες όφειλαν να υπογράψουν τουλάχιστον 12 διακρατικές συμφωνίες ανταλλαγής τραπεζικών και φορολογικών δεδομένων. Τα αποτελέσματα είναι μάλλον ενθαρρυντικά, τουλάχιστον ως προς τους καταγεγραμμένους και παραδοσιακούς φορολογικούς παραδείσους: τρία χρόνια μετά, καμιά ελβετική τράπεζα δεν είναι γραμμένη στη μαύρη λίστα και μόνο μικρής σημασίας χώρες αφήνουν περιθώρια ελιγμών.



Μοιράσου το:
Facebook! TwitThis buzz! MySpace! Google! Live!

Προσθήκη νέου σχολίου