Της
Βιβής Κεφαλά

Η κρίση που άρχισε στην Συρία πριν από δέκα μήνες συνεχίζεται με αμείωτη ένταση, καθώς οι διαδηλώσεις συνεχίζονται, ο αριθμός των νεκρών από την κρατική καταστολή μεγαλώνει, και οι καταγγελίες για βάναυση μεταχείριση των διαδηλωτών από τις δυνάμεις ασφαλείας του καθεστώτος πολλαπλασιάζονται. Παράλληλα, αυξάνεται ο αριθμός των στρατιωτών και αξιωματικών του συριακού στρατού που αυτομολούν και πυκνώνουν τις γραμμές των εξεγερμένων. Έτσι, λοιπόν, βρισκόμαστε μπροστά σε ένα αδιέξοδο, καθώς και οι δύο πλευρές είναι αποφασισμένες να συνεχίσουν την σύγκρουση, από την έκβαση της οποίας εξαρτάται η ίδια τους η ύπαρξη.
Η κατάσταση αυτή προκαλεί τεράστια αμηχανία στη Δύση, η οποία από τη μία μεριά -και για πολλούς λόγους- ούτε μπορεί αλλά ούτε και θέλει να παρέμβει στη Συρία. Από την άλλη μεριά, δεν μπορεί και να αγνοήσει τα όσα συμβαίνουν στη χώρα, ενώ οι κυρώσεις που έχουν επιβληθεί στην Συρία δεν αποδίδουν, μια και το καθεστώς δεν κάμπτεται. Οι αυξανόμενες διεθνείς πιέσεις στην Δαμασκό, όμως, στις οποίες πρέπει να συμπεριληφθούν και οι παραινέσεις της συμμάχου Ρωσίας που στηρίζει το καθεστώς Άσαντ, οδήγησαν τελικά τη Συρία σε μία μάλλον ανέξοδη επίδειξη «καλής θέλησης».
Έτσι, στις 19 Δεκεμβρίου, η Δαμασκός υπέγραψε το σχέδιο ειρήνευσης που είχε προτείνει ο Αραβικός Σύνδεσμος, βάσει του οποίου παρατηρητές του Αραβικού Συνδέσμου θα επισκέπτονταν τη χώρα, ώστε να σχηματίσουν μια αντικειμενική εικόνα της κατάστασης. Στις 26 Δεκεμβρίου, οι παρατηρητές, με επί κεφαλής τον Σουδανό στρατηγό Μουστάφα Αλ Ντάμπι, έφθασαν στη χώρα. Ωστόσο, οι πρώτες δηλώσεις του στρατηγού όταν επισκέφθηκε την πόλη Χομς, η οποία είναι ένα από τα προπύργια της εξέγερσης κατά του συριακού καθεστώτος, ήταν ότι «δεν συμβαίνει τίποτα το τρομερό», πράγμα που προκάλεσε την οργή και την απογοήτευση των εξεγερμένων, οι οποίοι δήλωσαν ότι οι παρατηρητές επαφίενται στην κυβέρνηση για την ασφάλεια τους και η κυβέρνηση δεν τους δείχνει παρά μόνο αυτά που εκείνη θέλει να δουν, προσθέτοντας ότι ο χρόνος παραμονής των παρατηρητών είναι πολύ λίγος ώστε να μπορέσουν να σχηματίσουν μία σαφή εικόνα για το τι συμβαίνει πράγματι. Την επόμενη ημέρα, στις 27 Δεκεμβρίου, η συριακή κυβέρνηση ανακοίνωσε την απελευθέρωση 755 κρατουμένων, που είχαν συλληφθεί στις αρχές της εξέγερσης. Το πρόβλημα, όμως, παραμένει μία και κανείς δεν γνωρίζει τον ακριβή αριθμό των συλληφθέντων, ενώ ανθρωπιστικές οργανώσεις εκφράζουν φόβους ότι πολλοί άλλοι κρατούμενοι θα οδηγηθούν σε στρατιωτικές φυλακές και έτσι ποτέ δεν θα γίνει γνωστός ούτε ο πραγματικός αριθμός τους ούτε η τύχη τους.
Οι λόγοι πίσω
από την καθεστωτική τακτική
Οι λόγοι για τους οποίους το συριακό καθεστώς δεν δείχνει καμία πρόθεση να σταματήσει την καταστολή είναι πολλοί. Ο πρώτος λόγος είναι οι πιέσεις που ασκούνται στον σύρο πρόεδρο από τα υψηλόβαθμα στελέχη του στρατού και της κατ’ ουσίαν πολιτικής του προέκτασης, δηλαδή του κυβερνώντος κόμματος Μπάαθ, να ασκήσει πολιτική «σιδηράς πυγμής», ελπίζοντας ότι η καταστολή θα κάνει, εν τέλει, τους διαδηλωτές να υποχωρήσουν. Η εκτίμηση αυτή στηρίζεται στο γεγονός ότι ένα καθεστώς που διαθέτει τη στήριξη των δυνάμεων ασφαλείας, δηλαδή του στρατού, των μυστικών υπηρεσιών και της αστυνομίας, μπορεί να διατηρήσει την πολιτική εξουσία ακόμα και εάν η εξουσία αυτή έχει πλέον απονομιμοποιηθεί στα μάτια μεγάλου μέρους των πολιτών.
Ο δεύτερος λόγος για τον οποίο το συριακό καθεστώς πιστεύει ότι η κρίση θα λυθεί προς όφελός του, εάν συνεχίσει την καταστολή, είναι ότι οι εξεγερμένοι δεν διαθέτουν κοινή στρατηγική ούτε προτείνουν αξιόπιστη πολιτική λύση. Η ίδρυση του Εθνικού Συριακού Κογκρέσου, που έγινε τον Σεπτέμβριο στην Κωνσταντινούπολη, έχει μάλλον συμβολική παρά ουσιαστική σημασία, καθώς οι ηγέτες του είναι διανοούμενοι εδώ και χρόνια πολιτικοί εξόριστοι και δεν έχουν επιρροή στους εξεγερμένους ούτε, ενδεχομένως, μπορούν και να εκφράσουν τα πολλαπλά ρεύματα που έχουν αναδειχθεί στους δέκα μήνες που διαρκεί η συριακή εξέγερση.
Ένας άλλος, πολύ σημαντικός, λόγος για τον οποίο το συριακό καθεστώς δεν είναι διατεθειμένο να παραχωρήσει την εξουσία είναι ο ρόλος – κλειδί που διαδραματίζει η Συρία σε περιφερειακό επίπεδο. Πράγματι, σε συνέντευξη που έδωσε σε βρετανική εφημερίδα ο πρόεδρος της Συρίας Μπασάρ Αλ Άσαντ, υπογράμμισε αυτόν το ρόλο δηλώνοντας ότι η ενότητα και η σταθερότητα της Συρίας διατρέχουν μεγάλο κίνδυνο, καθώς και ότι ενδεχόμενη στρατιωτική επέμβαση της Δύσης κατά της Συρίας θα προκαλέσει σεισμό σε ολόκληρη την Μέση Ανατολή («Sunday Times», 20/11/2011). Εύκολα θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει ότι οι δηλώσεις αυτές αποτελούν μία απελπισμένη προσπάθεια ενός τυραννικού καθεστώτος να πείσει για τη «χρησιμότητα» του ως πυλώνας περιφερειακής σταθερότητας και ασφάλειας, ενώ παράλληλα μεγαλοποιεί τις συνέπειες της πτώσης του επισείοντας φανταστικούς κινδύνους.
Τι θα γίνει στη μετά-Άσαντ εποχή;
Αντίθετα, όμως, ο Μπασάρ Αλ Άσαντ περιέγραψε με σαφήνεια τους όρους με τους οποίους τίθεται αυτό που θα μπορούσαμε, πλέον, να ονομάσουμε συριακό πρόβλημα, αναδεικνύοντας παράλληλα και ορισμένους από τους λόγους για τους οποίους η Δύση αποφεύγει να έχει ενεργό ανάμειξη. Το πρόβλημα αυτό έχει δύο σκέλη.
Το πρώτο σκέλος αφορά την εσωτερική πολιτική κατάσταση, δηλαδή την ίδια την τύχη της εξέγερσης και των υποστηρικτών της στον αγώνα που διεξάγουν κατά του καθεστώτος Άσαντ και επίσης αφορά το διάδοχο πολιτικό σχήμα. Δεδομένου ότι οι διώξεις του συριακού καθεστώτος κατά των πολιτικών του αντιπάλων -όπως συμβαίνει και σε άλλες αραβικές χώρες- έχει εξανεμίσει κάθε συγκροτημένη αντιπολιτευτική δύναμη, το πιθανότερο είναι, όπως δείχνουν τα παραδείγματα της Αιγύπτου και της Τυνησίας, ότι νικητές της πολιτικής αναμέτρησης την «επόμενη μέρα» στη Συρία θα είναι οι ισλαμιστές. Στο εσωτερικό σκέλος, επίσης, εντάσσεται και το ζήτημα των μειονοτήτων, θρησκευτικών ή και εθνικών, που ζουν στη χώρα. Μέχρι στιγμής, η αλεβιτική μειοψηφία στη Συρία, με την υποστήριξη άλλων θρησκευτικών μειονοτήτων, όπως οι χριστιανοί διαφόρων δογμάτων, κατάφεραν να διατηρήσουν την εξουσία. Επίσης, μέχρι στιγμής, οι Κούρδοι που ζουν στη Συρία δεν έχουν εξεγερθεί, όπως οι Κούρδοι της Τουρκίας ή, όπως παλαιότερα, οι Κούρδοι του Ιράκ και του Ιράν. Τι θα γίνει στη μετά-Άσαντ εποχή; Ποιος μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο να οξυνθούν οι αντιπαραθέσεις ανάμεσα στις διάφορες μειονότητες της χώρας, πράγμα που σημαίνει, στην καλύτερη περίπτωση, μία νέα περίοδο συγκρούσεων με άδηλη κατάληξη; Από την έκβαση αυτής της άνισης πάλης θα εξαρτηθεί όχι μόνο το μέλλον της Συρίας αλλά και οι περιφερειακές ισορροπίες, πράγμα που μας φέρνει στο δεύτερο σκέλος του προβλήματος, δηλαδή στον περιφερειακό ρόλο – κλειδί που διαδραματίζει η Συρία.
Ζωτικές συμμαχίες
Το δεύτερο σκέλος του συριακού προβλήματος αφορά τις περιφερειακές ισορροπίες, δηλαδή τις μεταβολές που θα επέλθουν και τους κινδύνους που θα αναδυθούν για τα γειτονικά κράτη, και μάλιστα σε μία ρευστή περίοδο όπως αυτή που διανύουμε. Μέχρι στιγμής, το συριακό καθεστώς, παρά τους κατά καιρούς υψηλούς τόνους που χρησιμοποιεί, αποτελεί ένα σταθερό σημείο αναφοράς σε μία ταραγμένη περιοχή όπως αυτή της Μέσης Ανατολής. Η Συρία δεν πρόκειται να επιτεθεί στο Ισραήλ γνωρίζοντας ότι έχει περισσότερα να χάσει παρά να κερδίσει από μία ένοπλη σύγκρουση με το εβραϊκό κράτος, ιδίως μετά το 2001. Από αυτήν την άποψη, το συριακό καθεστώς αποτελεί μία περιφερειακή σταθερά, αναγκαία περισσότερο παρά ποτέ, δεδομένης της αστάθειας που επικρατεί στην Αίγυπτο. Παρ’ όλα αυτά, το καθεστώς Άσαντ διατηρεί τη συμμαχία του με το Ιράν, συμμαχία η οποία είναι τόσο σταθερή διότι είναι ζωτικής σημασίας και για τα δύο μέρη: μέσω της συμμαχίας αυτής το Ιράν μπορεί να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην περιοχή, ενώ η Συρία διασφαλίζει και τη δική της, έστω και μειωμένη, επιρροή στον άμεσο περίγυρό της. Αυτή, όμως, η ζωτικής σημασίας συμμαχία με το Ιράν ίσως αποτελέσει και τον καθοριστικό λόγο, ο οποίος θα αναγκάσει τη Δύση να παρέμβει στη Συρία εναντίον του καθεστώτος, η κατάρρευση του οποίου θα αποτελούσε ένα βαρύ χτύπημα στην περιφερειακή επιρροή του Ιράν και θα μείωνε κατά πολύ τα περιθώρια κινήσεων της Τεχεράνης.
Όμως, μία στρατιωτική επίθεση εναντίον της Συρίας είναι εξαιρετικά δύσκολη. Αφενός, διότι απαιτείται διεθνής νομιμοποίηση και η Ρωσία επισείει το δικαίωμα αρνησικυρίας εναντίον κάθε σχετικής απόφασης του Συμβουλίου Ασφαλείας. Αφετέρου, διότι η οικονομική κρίση έχει κάνει τους δυτικούς ηγέτες πολύ απρόθυμους να αναλάβουν το κόστος. Επίσης, διότι οι ΗΠΑ έχουν εισέλθει στην πραγματικότητα σε προεκλογική περίοδο και ο πρόεδρος Ομπάμα θα ήθελε να αποφύγει μία νέα πολεμική αναμέτρηση. Τέλος, διότι η Συρία είναι -σε αντίθεση με τη Λιβύη- μία πυκνοκατοικημένη χώρα και οποιαδήποτε στρατιωτική επιχείρηση θα προκαλούσε πολλές απώλειες μεταξύ των αμάχων, χωρίς βεβαίως να υπολογίσουμε το γεγονός ότι οι εξεγερμένοι στη Συρία δεν ελέγχουν περιοχές και ούτε έχουν ζητήσει στρατιωτική συνδρομή από το εξωτερικό όπως οι Λίβυοι.
Μέσα σε αυτό το αδιέξοδο, που γίνεται μέρα με τη μέρα μεγαλύτερο από το αίμα που χύνεται, η μόνη εφικτή λύση είναι μία πολιτική λύση, όπως αυτή που φαίνεται να έχει επιτευχθεί στην Υεμένη, δηλαδή μία πολιτική συμφωνία, την οποία θα υποβάλει κάποιο αραβικό κράτος κατά προτίμηση, επί τη βάσει της οποίας ο πρόεδρος Άσαντ θα εγκαταλείψει συντεταγμένα την εξουσία, θα οριστεί μεταβατική κυβέρνηση και θα οργανωθούν εκλογές. Αν και η επιλογή αυτή είναι δύσκολη, για τους λόγους που έχουμε ήδη αναφέρει, ωστόσο φαίνεται να είναι η μόνη που θα μπορούσε να σπάσει το πολιτικό αδιέξοδο στη Συρία και να μην επιτρέψει το να προστεθεί το «συριακό πρόβλημα» στο μακρύ κατάλογο των άλυτων προβλημάτων της Μέσης Ανατολής.
| < Προηγούμενο | Επόμενο > |
|---|