Οικονομική ασφυξία για τον πολιτικό Τύπο
Η «Λιμπερατσιόνε» θα σταματήσει σε λίγες ώρες την έκδοσή της πέφτοντας θύμα της θανατηφόρας για την ελευθερία του Τύπου πολιτικής του Μπερλουσκόνι και αργότερα του Μόντι, που κόβουν την πενιχρή χρηματοδότηση στα συνεταιριστικά, κομματικά και κοινωνικά έντυπα που βρίσκονται εκτός των διαφημιστικών καναλιών των μεγάλων εκδοτικών ομίλων. «Η Κομμουνιστική Επανίδρυση δεν θα κάτσει με σταυρωμένα χέρια», υπογράμμισε στην «Εποχή» ο διευθυντής της «Λιμπερατσιόνε» Ντίνο Γκρέκο, εκτιμώντας πως η κοινωνική δυναμική μπορεί να ανατρέψει τα σχέδια της λιτότητας και της καταναγκαστικής λογοκρισίας που επιβάλλει ο Μόντι.

Τη συνέντευξη πήρε
ο Αργύρης Παναγόπουλος
Με θλίψη και ανησυχία μάθαμε στην Ελλάδα ότι η «Λιμπερατσιόνε» θα διακόψει την έκδοσή της από τις αρχές του νέου έτους. Πώς φθάσατε σε αυτή την απόφαση;
Η κυβέρνηση αποφάσισε να περικόψει δραστικά τους πόρους προς τις εκδοτικές επιχειρήσεις. Η κυβέρνηση Μπερλουσκόνι είχε περικόψει τους πόρους για τις συνεταιριστικές, κομματικές και κοινωνικές εκδοτικές επιχειρήσεις κατά 15% το προηγούμενο έτος, ενώ η νέα κυβέρνηση προχωρά σε νέα δραστική περικοπή τους κατά 70%! Μια καθαρά πολιτική απόφαση που κόβει την απαραίτητη χρηματοδότηση για την έκδοση περίπου 100 εφημερίδων. Δεν είναι μόνο η ?Λιμπερατσιόνε?. Περίπου 4.500 εργαζόμενοι κινδυνεύουν να χάσουν τη δουλειά τους στο αμέσως επόμενο διάστημα. Αυτή είναι η πολιτική που εφαρμόζει η κυβέρνηση.
Η «Λιμπερατσιόνε» και εσείς προσωπικά, μαζί με άλλους διευθυντές εφημερίδων, ζητήσατε την παρέμβαση του προέδρου της δημοκρατίας Τζόρτζιο Ναπολιτάνο, για να συμπεριληφθούν οι συγκεκριμένοι πόροι στο νέο προϋπολογισμό. Ποια ήταν η αντιμετώπιση;
Οκτώ διευθυντές από τις πλέον πολιτικά και πολιτιστικά διαφορετικές εφημερίδες, από τις αριστερές «Λιμπερατσιόνε», «Μανιφέστο» και «Ουνιτά», τη δεξιά «Σέκολο» και την εφημερίδα της Λέγκας του Βορρά «Παντάνια», την καθολική «Αβενίρε» και την εφημερίδα του Δημοκρατικού Κόμματος «Εουρόπα», ζητήσαμε με ανοικτή επιστολή από τον πρόεδρο της δημοκρατίας να παρέμβει τόσο προς την κυβέρνηση Μπερλουσκόνι όσο και προς την κυβέρνηση Μόντι, για να επανέλθουν στον προϋπολογισμό οι πόροι για τις εκδόσεις. Πρόκειται για ψίχουλα. Ελάχιστους πόρους που είναι καθοριστικοί για την έκδοση όλων αυτών των εντύπων. Η κυβέρνηση το γνωρίζει, αλλά δεν κάνει τίποτα, γιατί θέλει απλά να πεθάνουν όλα αυτά τα έντυπα. Αυτή είναι μια συνειδητή επιλογή που την έχουν σκεφθεί και σχεδιάσει από καιρό.
Μια πολιτική επιλογή για να στραγγαλίσουν ένα μεγάλο τμήμα του Τύπου της αντιπολίτευσης και της δημοκρατικής και ριζοσπαστικής αριστεράς;
Για να στραγγαλίσουν την ελευθερία του Τύπου και της έκφρασης.
Οι πόροι αυτοί παρέχονται σε έντυπα που έχουν μια κοινωνική προσφορά και δεν αποτελούν αποδέκτες των διαφημιστικών μηνυμάτων;
Ασφαλώς. Η «Λιμπερατσιόνε», όπως και τα άλλα αυτά έντυπα, δεν έχει καμία απολύτως πρόσβαση στη διαφήμιση. Η σχέση μας με τη διαφήμιση είναι τουλάχιστον περιθωριακή. Η διαφήμιση πάει όλη στον εκδοτικό κολοσσό της Mondadori, στη δεξιά «Τζιορνάλε» και τις άλλες εφημερίδες του Μπερλουσκόνι, στον όμιλο της συντηρητικής «Κοριέρε ντέλα Σέρα», που ελέγχεται από ισχυρούς επιχειρηματικούς και βιομηχανικούς ομίλους, τον όμιλο της «Λα Στάμπα», που ελέγχεται από τη Fiat ή στον όμιλο της «Ρεπούμπλικα», που ελέγχεται από τον όμιλο «ντε Μπενεντέτι». Η διαφήμιση πάει στους μεγάλους και τους ισχυρούς. Στην εξουσία. Με την περικοπή των πόρων θα οδηγηθούμε σε μια ανελεύθερη κατάσταση στα περίπτερα. Θα υπάρχουν μόνο οι εφημερίδες των μεγάλων χρηματοοικονομικών και άλλων λόμπι, των επιχειρηματικών ομίλων και των μεγάλων συμφερόντων.
Η «Λιμπερατσιόνε» δεν είναι μια απλή εφημερίδα, αλλά η εφημερίδα ενός κόμματος της ριζοσπαστικής αριστεράς. Η Κομμουνιστική Επανίδρυση ανέλαβε πολιτικές πρωτοβουλίες;
Η Επανίδρυση άσκησε και ασκεί κάθε δυνατή πίεση προς την κυβέρνηση για να αυξηθούν οι πόροι για τις εκδόσεις. Για να διασωθούν πάνω από 90 έντυπα, χρειάζονται περίπου 100 εκατ. ευρώ. Ένα εξαιρετικά μικρό ποσό για τα δεδομένα της Ιταλίας. Δεν πρόκειται για τίποτα προνόμια. Δεν θέλουν να το κάνουν. Επαναλαμβάνω ότι δεν θέλουν να το κάνουν επίτηδες. Οι πόροι για τις εκδόσεις δεν δημιουργούν προβλήματα στον προϋπολογισμό.
Ο τεχνοκράτης Μόντι δεν φαίνεται να διαθέτει μεγάλες ευαισθησίες για τον πλουραλισμό των μέσων μαζικής ενημέρωσης και ιδιαίτερα όταν αυτός ξεφεύγει από τους αποκαλούμενους κανόνες της διαφημιστικής αγοράς…
Ο τεχνοκράτης Μόντι ακολουθεί μια ακροδεξιά πολιτική. Μια ανοικτά ακροδεξιά πολιτική. Υπακούοντας στις διαταγές που του στέλνει η ΕΚΤ, η ΕΕ και το ΔΝΤ, όπως ακριβώς συνέβη και με την Ελλάδα. Η Αθήνα γονάτισε εξαιτίας της εφαρμογής αυτής της καταστροφικής πολιτικής. Παράλληλα, ο Μόντι υπακούει και σε μια εσωτερική πολιτική λογική. Δεν τον ενδιαφέρει καθόλου εάν από τα περίπτερα εξαφανιστεί όλος ο Τύπος της αριστεράς.
Η ιταλική αριστερά διαθέτει πλούσια εκδοτική εμπειρία…
Η «Λιμπερατσιόνε» βγαίνει εδώ και είκοσι χρόνια. Άλλες εφημερίδες είναι πολύ πιο παλιές. Δεν πρόκειται όμως να παραδοθούμε. Παρόλο που μας καίει το κλείσιμο της «Λιμπερατσιόνε» ξεκινάμε μια μεγάλη λαϊκή οικονομική εξόρμηση για την αυτοχρηματοδότηση της εφημερίδας. Μέσα στις επόμενες εβδομάδες και με βάση τα αποτελέσματα της εκστρατείας μας θα δούμε εάν θα διατηρήσουμε μια εφημερίδα on line, μια εβδομαδιαία εφημερίδα ή γενικότερα τι θα κάνουμε. Η Επανίδρυση πρέπει και θα έχει μια φωνή. Θα αγωνιστούμε γι’ αυτό. Δεν πρόκειται να κάτσουμε με σταυρωμένα χέρια.
Ο Μόντι μετά τις περικοπές σχεδιάζει τις αποκαλούμενες μεταρρυθμίσεις της δεύτερης φάσης…
Αυτές δεν έχουν καμιά σχέση με μεταρρυθμίσεις. Αποτελούν μια μετωπική επίθεση στο κοινωνικό κράτος, στη μισθωτή εργασία, στην αγοραστική δύναμη των λαϊκών και ασθενέστερα κοινωνικών στρωμάτων και εναντίον της ίδιας της δημοκρατίας. Κάτι που φαίνεται ξεκάθαρα με τις δραστικές περικοπές του κοινωνικού κράτους και των βασικών δικαιωμάτων των πολιτών. Με την επίθεση εναντίον του κοινωνικού κράτους δεν περιορίζουν μόνο την ποιότητα και το επίπεδο ζωής του κόσμου. Περιορίζουν την ίδια την ποιότητα και το επίπεδο της δημοκρατίας. Υπάρχει ο κίνδυνος να μην παραμείνει τίποτα όρθιο από το δημοκρατικό σύνταγμά μας.
Πώς αντιμετωπίζει η κεντροαριστερά αυτή την κατάσταση;
Πάρα πολύ άσχημα. Το Δημοκρατικό Κόμμα έχει δεθεί με την κυβέρνηση. Στο τέλος αυτής της διαδρομής, που δεν ξέρουμε πότε θα έρθει, το Δημοκρατικό Κόμμα θα πληρώσει μεγάλο κόστος. Θα έχει χάσει ακόμη και τα ελάχιστα αριστερά χαρακτηριστικά που του έχουν απομείνει. Θα έχει αλλάξει η ίδια η φύση του DNA του.
Ο Βέντολα και η Αριστερά Οικολογία και Ελευθερία φαίνονται αναποφάσιστοι. Η Επανίδρυση πήρε πρωτοβουλίες για την ενότητα της πολιτικής, κοινωνικής και συνδικαλιστικής αριστεράς και αντιπολίτευσης εναντίον της κυβέρνησης Μόντι. Πώς αντιμετωπίστηκαν αυτές οι προτάσεις;
Θα έπρεπε να ρωτήσετε τον Βέντολα τι σκέφτεται για την αριστερά! Η Αριστερά Οικολογία και Ελευθερία έκανε μια στρατηγική επιλογή. Θα πληρώσει και αυτή ένα τίμημα ανάλογο με το Δημοκρατικό Κόμμα. Δεν μπορείς να είσαι μόνο και όλο λόγια εναντίον της πολιτικής που εφαρμόζεται και να μην κάνει τίποτα. Οι κουβέντες δεν αρκούν. Χρειάζονται έργα, δράση και πρωτοβουλίες. Μέχρι στιγμής οι προτάσεις μας για την ενότητα της αριστεράς και μια κοινή αντιπολίτευση εναντίον της κυβέρνησης Μόντι δεν έπεισαν τον Βέντολα για να κατέβει από το κάρο τους.
Οι τρεις μεγαλύτερες συνδικαλιστικές ομοσπονδίες δεν φαίνονται διατεθειμένες να παραχωρήσουν καμία ανακωχή στο Μόντι και βρίσκονται σε έντονη αντιπαράθεση με τις επιλογές της κυβέρνησης…
Ελπίζουμε να αντέξουν στο χρόνο.
Aνεξάρτητα από τις πολιτικές διεξόδους που είχε η ιταλική κρίση η κοινωνική δυναμική παραμένει σε υψηλά επίπεδα ετοιμότητας τα τελευταία χρόνια με τομείς της κοινωνίας να έχουν εξεγερθεί εναντίον του νεοφιλελευθερισμού…
Η κοινωνική δυναμική είναι πρωταρχικής σημασίας, γιατί δεν μπορεί να κερδίσεις με μια πολιτική παθητικότητας των μεγάλων λαϊκών μαζών. Η κοινωνική σύγκρουση αποτελεί και θα αποτελέσει καθοριστικό παράγοντα των εξελίξεων. Ελπίζουμε ότι οι μεγάλες συνδικαλιστικές συνομοσπονδίες, που εκδήλωσαν την αντίθεσή τους με τη λιτότητα του Μόντι, θα ξαναβρούν την απαραίτητα ενότητα που θα τους επιτρέψει την ενίσχυση της κοινωνικής αντιπολίτευσης στην κυβέρνηση Μόντι και στις πολιτικές της.
ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΙΣ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΦΙΜΩΣΗΣ ΤΟΥ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΟΥ ΤΥΠΟΥ
Κίνημα για τη διάσωση της «Λιμπερατσιόνε»
Η Κομμουνιστική Επανίδρυση αποφάσισε να κλείσει από τις αρχές του έτους τη «Λιμπερατσιόνε», ενώ οι πενήντα εργαζόμενοι στην εφημερίδα έχουν καταλάβει τα γραφεία της στοιχηματίζοντας ότι θα καταφέρουν να συνεχίσουν την έκδοσή της. Η «Λιμπερατσιόνε» θα αποτελέσει το πρώτο θύμα της προσπάθειας φίμωσης του Τύπου της ιταλικής ριζοσπαστικής αριστεράς και γενικότερα των δημοκρατικών και προοδευτικών εκφράσεων που δεν ελέγχονται από τους μεγάλους εκδοτικούς κολοσσούς και τη διαφημιστική τους αγορά.
Το νέο «κίνημα» #occypyLiberazione δεν στοχεύει μόνο στη διάσωση της εφημερίδας της κομμουνιστικής και ριζοσπαστικής αριστεράς, αλλά και να δώσει μια πρώτη απάντηση των 5 περίπου χιλιάδων εργαζομένων σε 100 περίπου συνεταιριστικές, κομματικές και συλλογικές εφημερίδες που κινδυνεύουν να κλείσουν μετά την απόφαση του Μπερλουσκόνι και αργότερα του Μόντι να καταργήσουν στην πράξη την πενιχρή χρηματοδότηση των 100 εκατ. ευρώ σε όλα αυτά τα έντυπα ενημέρωσης της κοινής γνώμης που δεν έχουν πρόσβαση στα μεγάλα διαφημιστικά κυκλώματα.
Το #occypyLiberazione μεταφέρει στον χώρο της αριστεράς τη μεγάλη κινηματική λογική που αναπτύχθηκε στις πλατείες της Ισπανίας, της Ελλάδας και των ΗΠΑ για την υπεράσπιση και διεύρυνση της δημοκρατίας και των θέσεων εργασίας, ενώ για την Επανίδρυση το κλείσιμο της «Λιμπερατσιόνε» φαίνεται ότι αποτελεί μονόδρομο εξαιτίας της άσχημης οικονομικής κατάστασης του κόμματος.
Οικονομική αιμορραγία
Η Επανίδρυση έχει δει την κρατική χρηματοδότησή της να μειώνεται σημαντικά, αφού ο ληστρικός εκλογικός νόμος την άφησε εκτός κοινοβουλίου. Γεγονός που έχει αναγκάσει το κόμμα εδώ και τουλάχιστον ένα χρόνο να θέτει περιοδικά για ένα εξάμηνο όλα τα επαγγελματικά του στελέχη στο ταμείο ανεργίας, παρόλο που όλοι τους συνεχίζουν να εργάζονται. Άμεσο αποτέλεσμα της οικονομικής αιμορραγίας του κόμματος θα είναι φαίνεται το κλείσιμο της εφημερίδας, για να διασωθεί η συνολική του λειτουργία.
Η «Λιμπερατσιόνε», που ξεκίνησε πριν από μια περίπου 20ετία ως εβδομαδιαία εφημερίδα, με διευθύντρια τη Λουτσιάνα Καστελίνα και δίπλα της το Λούτσιο Μάγκρι και τη Ρίνα Γκαλιάρντι, με τρία από τα ιδρυτικά στελέχη του «Μανιφεστο», προσπάθησε να διατηρήσει τα χαρακτηριστικά του ιταλικού δημοκρατικού κομμουνισμού μετά τη διάλυση του ΙΚΚ από τον Ακίλε Οκέτο. Παροιμιώδεις έχουν μείνει οι μάχες της Καστελίνα εναντίον των νεοσταλινικών απόψεων μέσα στην Επανίδρυση από την τότε ομάδα του Κοσσούτα και του Ντιλιμπέρτο, οι οποίοι ούτε λίγο ούτε πολύ προωθούσαν ακόμη και τη δημοσίευση συνεντεύξεων με το γιο του Τσαουσέσκου, το Χόνεκερ και άλλους παράγοντες του ανελεύθερου υπαρκτού σοσιαλισμού. Ακόμη και στις πιο δύσκολες εποχές για την Επανίδρυση, που γνώρισε διαδοχικές αποχωρήσεις, διασπάσεις και διαγραφές, η «Λιμπερατσιόνε» ακολούθησε με μεγάλο βαθμό το ελευθεριακό πνεύμα της Καστελίνα και συνέχισε να αποτελεί ένα σημείο ανασύνθεσης και διαλόγου, παραμένοντας μια εφημερίδα ανοικτή στην κοινωνία και τις αντιθέσεις της.
Μονοπώλιο των εκδοτικών ομίλων
Η κυβέρνηση Μπερλουσκόνι μείωσε τους πόρους για τις συνεταιριστικές, κομματικές και κοινοτικές εφημερίδες κατά 15% το 2011 και πρότεινε την περαιτέρω μείωσή τους κατά 70% για το 2012. Ο Μόντι συμπεριέλαβε στον προϋπολογισμό για το 2012 τις προτάσεις του Μπερλουσκόνι, με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν να κλείσουν περίπου 100 εφημερίδες, οι περισσότερες εκ των οποίων αποτελούν πολιτικούς αντιπάλους του Καβαλιέρε. Παράλληλα ο Μεγάλος Αδελφός των καναλιών, εφημερίδων και περιοδικών και δύο τρεις μεγάλοι εκδοτικοί όμιλοι θα αποκτήσουν ένα πραγματικό μονοπώλιο στην έντυπη ενημέρωση.
Οκτώ διευθυντές εφημερίδων, μεταξύ των οποίων των αριστερών «Μανιφέστο», «Ουνιτά» και «Λιμπερατσιόνε», της καθημερινής των καθολικών επισκόπων «Αβενίρε», της Λέγκας του Βορρά «Παντάνια», του Δημοκρατικού Κόμματος «Εουρόπα», της εφημερίδας της ακροδεξιάς πρώην Εθνικής Συμμαχίας «Σέκολο», ζήτησαν την παρέμβαση του προέδρου της δημοκρατίας και πρώην «υπουργού Εξωτερικών» του ΙΚΚ Τζόρτζιο Ναπολιτάνο. Ο καναλάρχης Μπερλουσκόνι και ο τεχνοκράτης Μόντι όμως δεν ενδιαφέρονται για την ελευθερία του Τύπου και επικαλούνται την ελεύθερη αγορά.
Παράλληλα θα πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι η κρίση έχει οδηγήσει στην πτώση των πωλήσεων όλων των εφημερίδων, εντείνοντας την κρίση των εφημερίδων της αριστεράς, γιατί δεν έχουν από πίσω τους εκδοτικούς οίκους, μεγάλες επιχειρήσεις και διαπλεκόμενα συμφέροντα για να τις στηρίξουν.
Οι εργαζόμενοι της «Λιμπερατσιόνε»
Οι εργαζόμενοι της «Λιμπερατσιόνε» έχουν αναφερθεί από την πλευρά τους δικαιολογημένα στις πιθανές εκδοτικές αστοχίες για την κυκλοφορία της εφημερίδας, κάνοντας προτάσεις για τη διάσωσή της. Η εκπρόσωπος των εργαζομένων Κάρλα Κότι προσπάθησε σε μαραθώνιες συναντήσεις με το διευθυντή της εφημερίδας Ντίνο Γκρέκο να βρει εναλλακτικές λύσεις στο κλείσιμο της εφημερίδας. Οι σύλλογοι δημοσιογράφων της Ιταλίας και της Ρώμης στέκονται στο πλευρό τους, ενώ καθημερινά δέχονται την υποστήριξη συλλόγων, σωματείων εργαζομένων και άλλων συλλογικοτήτων, που εκτιμούν ότι το κλείσιμο της εφημερίδας αποτελεί πλήγμα κατά της δημοκρατίας σε μια εποχή έντονης ιδεολογικοπολιτικής αντιπαράθεσης με τις μνημονιακές πολιτικές που εφαρμόζονται από την κυβέρνηση του τεχνοκράτη Μόντι.
Nωρίς το απόγευμα της Πέμπτης ξεκίνησε στα γραφεία της εφημερίδας μια συνέντευξη Τύπου των εργαζομένων της #occupyLiberazione με ένα τριπλό στόχο, όπως δήλωσαν στην «Εποχή» οι εργαζόμενοι της: να διασωθεί η «Λιμπερατσιόνε» με κάθε κόστος, να διασωθούν οι θέσεις εργασίας και να βρεθεί μια άμεση λύση και για τις υπόλοιπες 99 εφημερίδες και τους 5 χιλιάδες εργαζόμενους σε αυτές.
A.Π.
| < Προηγούμενο | Επόμενο > |
|---|