Αρχείο



ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΤΟΥ ΕΧΟΥΝΤ ΜΠΑΡΑΚ
 

 

Του
Θοδωρή Δρίτσα


Η πρόσφατη επίσκεψη στην Αθήνα του αιμοσταγούς υπουργού Άμυνας του Ισραήλ Έχουντ Μπάρακ, αντιπροέδρου μάλιστα της, με πρόεδρο τον ΓΑΠ, Σοσιαλιστικής Διεθνούς, δεν αποδοκιμάστηκε όσο θα έπρεπε από μαζικές κινητοποιήσεις διαμαρτυρίας. Η διαδήλωση που έγινε στο Σύνταγμα από τη Διεθνή Καμπάνια για τη Γάζα, το Δίκτυο Πολιτικών και Κοινωνικών Δικαιωμάτων, τον Σύλλογο Ιντιφάντα και δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ δεν αναιρεί την παραπάνω διαπίστωση. Η ελληνική κοινωνία βομβαρδίζεται από εξοντωτικές επιθέσεις στο εισόδημα και στην εργασία και δεν μπορεί να έχει πάντα οξυμμένα τα αναγκαία ανακλαστικά για θέματα επίσης πολύ κρίσιμα, όπως είναι οι στρατηγικού χαρακτήρα εξελίξεις στη γειτονιά μας, στη ΝΑ Μεσόγειο. Εξελίξεις που συνδέονται με κοσμογονικές ανακατατάξεις στον αραβικό κόσμο, με σοβαρότατες αναδιατάξεις στις στρατιωτικές σχέσεις Ισραήλ - Ελλάδας - Κύπρου, με το νέο ρόλο που διεκδικεί η Τουρκία στην περιοχή και με την εντεινόμενη απειλή στρατιωτικής επίθεσης της Δύσης εναντίον του Ιράν. Εξελίξεις, τέλος, που ενεργοποιούν πολύπλευρους ανταγωνισμούς, τοπικούς και διεθνείς, οικονομικούς και όχι μόνο, αναφορικά με την εκμετάλλευση των κοιτασμάτων υδρογονανθράκων της ΝΑ Μεσογείου σε συνδυασμό με τους σχεδιασμούς κήρυξης και κατοχύρωσης της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ) κάθε κράτους της περιοχής.
Παρά το γεγονός ότι έχουν γίνει πολιτικές επεξεργασίες και αξιολογήσεις και μάλιστα σημαντικές των δυνάμεων του ΣΥΡΙΖΑ για όλες αυτές τις εξελίξεις, εντούτοις θεωρώ ότι απαιτείται μια συνολική επαναξιολόγηση και αλληλοσυσχέτιση των νέων, ιδίως, δεδομένων σε μια πιο επίκαιρη και πιο ενιαία βάση. Ήδη σχεδιάζονται τέτοιες πρωτοβουλίες, ώστε η αναγκαία συζήτηση στην Κοινοβουλευτική Ομάδα και τη Γραμματεία του ΣΥΡΙΖΑ να οδηγηθεί σε ανάλογες αποφάσεις. Θεωρώ βέβαιο ότι αυτά τα ζητήματα θα επικαθορίσουν σημαντικές πολιτικές επιλογές στο άμεσο μέλλον. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν πρέπει να είναι ανέτοιμος.

Σκέψεις και επισημάνσεις

Για τις ανάγκες αυτής της συζήτησης, παραθέτω σήμερα εντελώς συνοπτικά και επιλεκτικά τρεις σκέψεις και επισημάνσεις τις οποίες καλό είναι, κατά τη γνώμη μου, να πάρουμε υπόψη –μεταξύ πολλών άλλων– ως στοιχεία βάσης της συζήτησής μας.
Κάθε κράτος, φυσικά και η Ελλάδα, έχει αδιαμφισβήτητο κυριαρχικό δικαίωμα κήρυξης ΑΟΖ με βάση κυρίως το Δίκαιο της Θάλασσας του 1982. Αν υπάρξουν ανταγωνιστικές «χωροτακτικές» διεκδικήσεις από όμορα κράτη, τότε διακρατικές διαπραγματεύσεις ή διεθνή δικαστήρια (της Χάγης, ακόμα και για διαφορές μεταξύ κρατών που δεν έχουν αναγνωρίσει το Δίκαιο της Θάλασσας, ή του Αμβούργου μόνο για τις χώρες που του έχουν αναγνωρίσει) επιλύουν τις διαφορές, συνήθως συμβιβαστικά, αφού βεβαίως έχει προηγηθεί συμφωνία κοινής προσφυγής. Το Δίκαιο όμως για την Υφαλοκρηπίδα ισχύει για όλα τα κράτη ως εθιμικό δίκαιο είτε έχουν είτε δεν έχουν αναγνωρίσει το Δίκαιο της Θάλασσας. Η Τουρκία δεν έχει αναγνωρίσει το Δίκαιο της Θάλασσας, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η ανταγωνιστική διαφορά Ελλάδας - Τουρκίας παύει να διατηρείται σε ισχύ και ότι τελικά πρέπει να επιλυθεί, πάντοτε με βάση το Διεθνές Δίκαιο. Θεωρώ, λοιπόν, ότι κάθε γενικόλογη διεκδίκηση μονομερούς πρωτοβουλίας ανακήρυξης της ελληνικής ΑΟΖ είναι κενή περιεχομένου, αν δεν λάβει υπόψη της και τις άλλες παραμέτρους. Είναι και γι’ αυτό σημαντικό να μελετήσει κανείς και την παράμετρο του κατάλληλης χρονικής στιγμής. Το timing είναι πολιτικό και στρατηγικό μέγεθος.
Η οργάνωση της εκμετάλλευσης των υδρογονανθράκων από το ελληνικό κράτος είναι όντως ένα πολύ σοβαρό και επίκαιρο ζήτημα. Όμως, καλό είναι να κρατήσουμε αποστάσεις –ορθότερα στάση αντιπαλότητας– απέναντι σε σκόπιμες ή αφελείς υπερβολές και τερατολογίες και στη νέα «Μεγάλη Ιδέα»… Το από ποιους και υπέρ ποίων θα γίνει η τεχνο-οικονομική αξιοποίηση είναι μείζον ζήτημα. Η αξιόπιστη αξιολόγηση των πραγματικών ωφελημάτων επίσης. Και φυσικά οι συνέπειες της αναβάθμισης της στρατιωτικής συμμαχίας Ελλάδας και Κύπρου με το Ισραήλ, ως «αναγκαία»(;) και «ρεαλιστική»(;) συνεπακόλουθη προϋπόθεση υποστήριξης των στρατηγικών επενδύσεων, δεν μπορεί να μη μας αναστατώνει.
Καμιά εξήγηση δεν έχει δοθεί από την ελληνική κυβέρνηση για τη στρατιωτική συμφωνία με το Ισραήλ. Για ποιο λόγο έγινε; Με τι σκοπούς; Εναντίον τίνος; Με ποιες συνέπειες; Παρά τις επίσημες μάλιστα υπουργικές διαβεβαιώσεις και εξαγγελίες ότι η συμφωνία αυτή θα έρθει για επικύρωση στη Βουλή, ούτε καν στοιχειώδης ενημέρωση δεν έχει γίνει μέχρι στιγμής στην αρμόδια Επιτροπή της Βουλής. Δεν είναι μόνο το Παλαιστινιακό, δεν είναι μόνο οι ιστορικές σχέσεις της Ελλάδας και των Ελλήνων με τις χώρες, τους λαούς και τα κράτη του αραβικού κόσμου. Είναι και τα μεγάλα θέματα που συνδέονται με το νέο «αποτρεπτικό δόγμα» του ΝΑΤΟ και την εφαρμογή του στην περιοχή μας. Η «αντιπυραυλική ασπίδα», οι σχεδιασμοί εναντίον του Ιράν, η επέμβαση στη Λιβύη, ο έλεγχος των χωρών της Αραβικής Άνοιξης. Και βέβαια σε όλα αυτά δεν μπορούμε να αγνοήσουμε το νέο ρόλο ανταγωνισμού, αλλά και συνεργασίας, με τη Δύση, που επιδιώκει η Ρωσία. Τα μεγάλα αυτά ζητήματα αναζητούν απαντήσεις και δεν μπορούν να τις βρουν στη θεωρία της ανάγκης ελληνικών ερεισμάτων απέναντι στο πολιτικό Ισλάμ, την ηγεμονία του οποίου διεκδικεί η Τουρκία. Γιατί το τόξο που πολιτικού Ισλάμ συμπεριλαμβάνει πολλούς εσωτερικούς ανταγωνισμούς και την ηγεμονία διεκδικούν επίσης χώρες ισχυρές –όπως η Αίγυπτος– με τις οποίες η Ελλάδα είχε, έχει και μπορεί να αναπτύξει στο μέλλον σχέσεις φιλικής και ισότιμης συνεργασίας στο πλαίσιο μιας ανεξάρτητης πολυδιάστατης πολιτικής.



Μοιράσου το:
Facebook! TwitThis buzz! MySpace! Google! Live!

Προσθήκη νέου σχολίου