Αρχείο



Της
Βιβής Κεφαλά


Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το 2012 θα είναι μία δύσκολη, ταραχώδης και ίσως και επικίνδυνη χρονιά. Πολλές από τις βεβαιότητες που υπήρχαν έχουν πάψει να υπάρχουν και τη θέση τους έχουν καταλάβει η αβεβαιότητα και η ανασφάλεια, καθώς τα διεθνή αδιέξοδα μεγαλώνουν και, ως εκ τούτου, οι πηγές σύγκρουσης πληθαίνουν. Ένα τέτοιο απειλητικό αδιέξοδο χαρακτηρίζει το ζήτημα του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν, ή για την ακρίβεια, το ιρανικό πρόβλημα.

Το πρόβλημα του Ιράν εμφανίζεται το 1979 με την ανατροπή του σάχη και την εδραίωση ενός αντιδυτικού, θεοκρατικού καθεστώτος. Παράλληλα με την ανατροπή του σάχη, όμως, ανατρέπεται η αμερικανική πολιτική στον Κόλπο, η λεγόμενη πολιτική των δύο πυλώνων που δεν ήταν άλλοι από το Ιράν και τη Σαουδική Αραβία. Η πολιτική αυτή στόχο είχε την ανάσχεση της σοβιετικής επιρροής στον Κόλπο, περιοχή ζωτικής σημασίας για τα αμερικανικά συμφέροντα, στην οποία η Μόσχα είχε καταφέρει να διεισδύσει μέσω της συμμαχίας της με τη Βαγδάτη.
Με την εκπνοή του διπολισμού, οι ισορροπίες αλλάζουν σε διεθνές και σε περιφερειακό επίπεδο, πράγμα που γίνεται ιδιαίτερα αισθητό στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής. Η πλήρης αποδυνάμωση του Ιράκ και η πολιτική εξουδετέρωση της Συρίας, αποτελούν παράγοντες που αναδεικνύουν το Ιράν ως το μόνο ισχυρό στρατιωτικά κράτος στην περιοχή. Έτσι, ενώ οι πυρηνικές φιλοδοξίες του Ιράν έχουν εμφανιστεί ήδη επί σάχη, δαιμονοποιούνται όταν το θεοκρατικό καθεστώς της Τεχεράνης προσπαθεί να τις πραγματοποιήσει. Είναι προφανές ότι η αντιδυτική ρητορική των ιρανών ηγετών δεν βελτιώνει την κατάσταση, πράγμα που οδηγεί σε μία συνεχιζόμενη κρίση, η οποία ανακυκλώνεται.
Η αντίδραση των ΗΠΑ κατά του Ιράν, με αιχμή του δόρατος το πυρηνικό του πρόγραμμα, κλιμακώνεται, ενώ κατά την διάρκεια της οκταετίας του προέδρου Τζoρτζ Μπους του νεώτερου, το Ιράν χαρακτηρίζεται ως κράτος-τρομοκράτης και τμήμα του λεγόμενου Άξονα του Κακού, χωρίς όμως να έχει αποδειχθεί ποτέ σύνδεση του Ιράν με τη διεθνή τρομοκρατία. Παράλληλα, το Ισραήλ, φοβούμενο την αύξηση ισχύος του Ιράν, δηλώνει ήδη από το 1994, ότι «το Ιράν σε τρία με πέντε χρόνια θα διαθέτει πυρηνικά όπλα», καθώς και ότι «το Ιράν αποτελεί υπαρξιακή απειλή κατά του εβραϊκού κράτους».
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, διεξάγεται ένας συνεχής οικονομικός και διπλωματικός πόλεμος με στόχο την απομόνωση του Ιράν και τον περιορισμό των οικονομικών δυνατοτήτων του, ώστε να εγκαταλείψει τo πυρηνικό του πρόγραμμα, πράγμα που στην καλύτερη περίπτωση θα αποδυναμώσει σημαντικά το ιρανικό καθεστώς. Οι διεθνείς οικονομικές κυρώσεις που έχουν κατά καιρούς επιβληθεί στο Ιράν, όμως, δεν έχουν κάμψει την αποφασιστικότητα της Τεχεράνης, η οποία όχι μόνο θεωρεί ότι απειλείται από παντού αλλά και ότι είναι απόλυτο δικαίωμά της να αναπτύξει πυρηνική τεχνολογία για ειρηνικούς σκοπούς. Έτσι, φθάνουμε στο αδιέξοδο, αφού κανείς από τους κύριους εμπλεκόμενους, ΗΠΑ, Ισραήλ και Ιράν, δεν μπορεί ή δεν είναι διατεθειμένος να υποχωρήσει, οπότε οι επιλογές περιορίζονται είτε σε μία στρατιωτική επίθεση είτε σε νέες αυστηρότερες -και γενικευμένες- κυρώσεις στο Ιράν.

Η απειλή του πολέμου

Μία ένοπλη στρατιωτική επίθεση εναντίον του Ιράν δεν αποτελεί απλώς ένα σενάριο αλλά μία πραγματική απειλή, για τους λόγους που έχουν ήδη αναφερθεί. Ωστόσο, ο πόλεμος αυτός, που θα είχε καταστροφικά αποτελέσματα σε πολλά επίπεδα, μεταξύ των οποίων μια διεθνής πετρελαϊκή κρίση δεν είναι το λιγότερο σημαντικό, έχει αποφευχθεί μέχρι στιγμής για πολύ σοβαρούς και συγκεκριμένους λόγους. Ο πρώτος και βασικότερος λόγος είναι ότι οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοι τους ήταν εγκλωβισμένοι στα μέτωπα του Αφγανιστάν και του Ιράκ και δεν ήταν δυνατόν να ανοίξουν ένα καινούργιο μέτωπο εναντίον του Ιράν. Η διεθνής οικονομική κρίση καθιστά ιδιαίτερα δύσκολο ένα νέο πόλεμο, ενώ το γεγονός ότι ο αμερικανός πρόεδρος Μπάρακ Ομπάμα διανύει μία δύσκολη προεκλογική περίοδο, απομακρύνει ακόμα περισσότερο αυτό το εφιαλτικό σενάριο.
Έτσι, γινόμαστε μάρτυρες ενός ακήρυκτου πολέμου, στον οποίο περιλαμβάνονται ηλεκτρονικές δολιοφθορές, όπως το πρόβλημα που προκάλεσε ο ιός stuxnet στο ιρανικό πυρηνικό κέντρο της Νατάνζ το 2010, ενώ τον Δεκέμβριο το Ιράν κατάφερε να προσγειώσει μη επανδρωμένο κατασκοπευτικό αεροσκάφος των ΗΠΑ, το οποίο πετούσε πάνω από το Ιράν. Ταυτόχρονα, συμβαίνουν εκρήξεις σε ιρανικές στρατιωτικές βάσεις από αδιευκρίνιστες αιτίες, ενώ πολλαπλασιάζονται οι δολοφονίες σημαντικών ιρανών επιστημόνων που εργάζονται στο πυρηνικό πρόγραμμα της χώρας, για τις οποίες η Τεχεράνη κατηγορεί ευθέως το Ισραήλ. Τέλος, οι ΗΠΑ και το Ισραήλ έχουν δηλώσει την πρόθεσή τους να πραγματοποιήσουν κοινές στρατιωτικές ασκήσεις, πράγμα το οποίο προκάλεσε την αντίδραση του Ιράν που απείλησε ότι σε τέτοια περίπτωση θα κλείσει τα στενά του Ορμούζ, αναγκαστική θαλάσσια οδός για τα δεξαμενόπλοια που μεταφέρουν πετρέλαιο, για τη διεθνή ναυσιπλοΐα.
Παρά το γεγονός ότι στις 10 Ιανουαρίου ο αρχηγός του ισραηλινού στρατού μιλώντας στην Κνεσέτ δήλωσε ότι «το 2012 είναι μια κρίσιμη χρονιά για το Ιράν (...) και θα συμβούν πράγματα με μη φυσιολογικό τρόπο» («Καθημερινή» 12/1/2012) μια ισραηλινή επίθεση εναντίον του Ιράν, θα πρέπει να αποκλειστεί, δεδομένου ότι το Ισραήλ δεν μπορεί από μόνο του να αναλάβει στρατιωτική δράση, και για την Ουάσιγκτον, αυτήν τη στιγμή, η ανάληψη στρατιωτικής δράσης δεν συζητείται.
Ωστόσο, επειδή ακριβώς ο αμερικανός πρόεδρος διεκδικεί δεύτερη προεδρική θητεία, πρέπει να αντιμετωπίσει τους σκληροπυρηνικούς αντιπάλους του, οι οποίοι πλειοδοτούν και υπερθεματίζουν για μία πολιτική «σιδηράς πυγμής» εναντίον των εχθρών των ΗΠΑ, επομένως, αν όχι κυρίως, και εναντίον του Ιράν.

Οι νέες κυρώσεις

Έχοντας αποκλείσει, πρoς το παρόν τουλάχιστον, την ανάληψη στρατιωτικής δράσης εναντίον της Τεχεράνης, ο Μπάρακ Ομπάμα υπέγραψε στις αρχές Ιανουαρίου τροπολογία του Κογκρέσου, με την οποία επιβάλλονται νέες αυστηρότερες κυρώσεις εναντίον του Ιράν, που αποβλέπουν στον οικονομικό στραγγαλισμό της χώρας, ζητώντας να τις υιοθετήσουν και οι ευρωπαίοι σύμμαχοι των ΗΠΑ.
Στις 23 Ιανουαρίου, λοιπόν, η Ευρωπαϊκή Ένωση, αποφάσισε να επιβάλει νέο γύρο οικονομικών κυρώσεων στο Ιράν, η έναρξη των οποίων δεν θα είναι άμεση, καθώς θα εφαρμοστούν από τον Ιούλιο. Ωστόσο, το γεγονός ότι οι Ευρωπαίοι, μετά από έντονες αμερικανικές πιέσεις, αποδέχθηκαν τελικά την επιβολή πετρελαϊκού εμπάργκο κατά του Ιράν, προκαλεί περισσότερα προβλήματα από όσα λύνει. Σε μία τόσο δυσχερή οικονομική συγκυρία, η παύση της εισροής ιρανικού πετρελαίου δεν πλήττει μόνο το ίδιο το Ιράν, αλλά και τους αγοραστές ιρανικού πετρελαίου. Πράγματι, οι ευρωπαϊκές χώρες εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές ιρανικού πετρελαίου, πολύ περισσότερο που το Ιράν πουλά και επί πιστώσει. Το γεγονός ότι η Σαουδική Αραβία έχει ήδη δηλώσει ότι προτίθεται να αυξήσει την παραγωγή πετρελαίου, ώστε να καλυφθεί το κενό που θα δημιουργηθεί στις αγορές από το εμπάργκο στο ιρανικό πετρέλαιο, δεν βελτιώνει ιδιαίτερα το κλίμα ενεργειακής ανασφάλειας που επικρατεί.

Μπούμερανγκ το εμπάργκο
για την Ευρώπη


Αν και το Ριάντ διαθέτει τις παραγωγικές υποδομές για να αντισταθμίσει την αυξημένη ζήτηση πετρελαίου, το έχει κάνει άλλωστε και το 1991 για να αντισταθμίσει την έλλειψη ιρακινού πετρελαίου από την «Καταιγίδα της Ερήμου» και μετά, αυτό δεν λύνει το πρόβλημα. Αντίθετα, αυξάνει ακόμα περισσότερο την ενεργειακή εξάρτηση από τη Σαουδική Αραβία, η οποία διέρχεται μία δύσκολη εσωτερική συγκυρία και βρίσκεται, επίσης, στην περιοχή του Κόλπου, η οποία αποτελεί το ενδεχόμενο θέατρο μίας σύγκρουσης. Ακόμα, όμως, και εάν η άμεση και θερμή σύγκρουση αποφευχθεί, πράγμα που προς το παρόν τουλάχιστον φαίνεται ότι θα συμβεί, η μείωση της προσφοράς πετρελαίου στις διεθνείς αγορές παραμένει γεγονός, έστω και σε δυνητικό επίπεδο.
Ήδη, η Κίνα, η Ινδία και το Πακιστάν έχουν καταστήσει σαφές ότι δεν πρόκειται να τηρήσουν το εμπάργκο πετρελαίου προς το Ιράν, ενώ παρά το δυσμενές διεθνές κλίμα εναντίον του Ιράν και παρά τις διαφορές που υπάρχουν μεταξύ Τεχεράνης και Ισλαμαμπάντ, συνεχίζονται κανονικά οι εργασίες για την κατασκευή αγωγού, που αναμένεται ότι από το 2015 θα μεταφέρει πετρέλαιο από το Ιράν στην Κίνα, δια του πακιστανικού εδάφους. Άλλες χώρες, όπως η Ιαπωνία, δηλώνουν ότι θα εφαρμόσουν σταδιακά τον οικονομικό αποκλεισμό στην Τεχεράνη.
Όπως προκύπτει, οι νέες κυρώσεις εναντίον του Ιράν όχι μόνο δεν πρόκειται να αποδώσουν παρά ελάχιστα, αλλά αναμένεται ότι θα έχουν πολύ μεγάλο κόστος για τους εμπνευστές τους και όχι μόνο. Σε κάθε περίπτωση, τέτοιου είδους αποκλεισμοί και τιμωρίες θα πλήξουν απλώς τον ιρανικό λαό, ο οποίος θα συσπειρωθεί αναγκαστικά γύρω από την ηγεσία του, είτε η ηγεσία αυτή αρέσει στη Δύση είτε όχι, μεγαλώνοντας έτσι ακόμα περισσότερο το αδιέξοδο και αυξάνοντας τους κινδύνους.




Μοιράσου το:
Facebook! TwitThis buzz! MySpace! Google! Live!

Προσθήκη νέου σχολίου