Αρχείο



Η ομιλία της υπουργού Παιδείας κ. Διαμαντοπούλου την περασμένη Τρίτη στη Βουλή ήταν αποκαλυπτική. Δεν ήταν μια απλή ομιλία υποστηρικτική του σχεδίου νόμου που έφερε για συζήτηση στο κοινοβούλιο. Ήταν ένας ιδεολογικός και πολιτικός λόγος υπέρ του νεοφιλελεύθερου προτύπου διακυβέρνησης και διοίκησης, που εφαρμόζει παντού με επιμονή η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ και η κυβέρνησή του (βλέπε, πρόσφατα, περιφερειακή και δημοκρατική αυτοδιοίκηση).
Απαλλαγμένη από το άγχος της μη υπερψήφισης και ενθαρρυμένη από την αμέριστη υποστήριξη του ΛΑ.Ο.Σ και της κ. Μπακογιάννη, αλλά και από την καλλιεργούμενη ήδη τάση συναίνεσης της ΝΔ, δεν μάσησε ούτε για μια στιγμή τα λόγια της.
«Δεν υπάρχει συζήτηση που να μην έχει πολιτικό και ιδεολογικό περιεχόμενο (…) Βεβαίως είναι ιδεολογική η συζήτηση. Είναι ιδεολογικό και πολιτικό ζήτημα προς τα πού θα πάει το ελληνικό πανεπιστήμιο».
Αφού, λοιπόν, δεν είναι τεχνικό ζήτημα πώς θα οργανωθεί και πώς θα διοικηθεί το πανεπιστήμιο, έχει ιδιαίτερη σημασία να δούμε τι προέταξε η κ. Διαμαντοπούλου. Τρία ουσιαστικά ζητήματα: πρώτον, ποιοι και πόσοι θα έχουν πρόσβαση στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση· δεύτερον, τι σημαίνει πανεπιστήμιο «ανοιχτό στην κοινωνία»· τρίτον, πώς εκλέγονται και από ποιους τα όργανα διοίκησης του πανεπιστημίου.
Και με τα τρία καταπιάστηκα χωρίς να κρύψει ούτε για μια στιγμή τον συγκεκριμένο ιδεολογικό προσανατολισμό των επιλογών της κυβέρνησης.

Πανεπιστήμια
για λίγους και καλούς

 Στο πρώτο ζήτημα απάντησε χωρίς περιστροφές: «Η μαζική πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση χρειάζεται πάνω απ’ όλα πόρους. Θυμίζω ότι έχουμε [εκ θεού, άραγε;] συνεχή μείωση του προϋπολογισμού [για την τριτοβάθμια] σε όλες τις χώρες της Ευρώπης (…) Είναι όλο και μικρότερες οι δυνατότητες αύξησης της χρηματοδότησης». Συνεπώς, τι κάνουμε; «Το δίλημμα [κατασκευασμένο έντεχνα από την ίδια…] έχει τεθεί πολλές φορές. Μαζική εκπαίδευση και χαμηλή ποιότητα ή ελιτίστικη πρόσβαση με υψηλή ποιότητα;» Και να πώς απαντάει η κ. Διαμαντοπούλου: «Πρέπει να ορίσουμε μια σχετικά μαζική πρόσβαση, αλλά να θέσουμε τους όρους για μια ποιότητα πολύ διαφορετική από αυτή που έχουμε σήμερα». Ούτε που περνάει από το μυαλό της (και της κυβέρνησης) ότι μπορεί να έχουμε μαζική πρόσβαση και υψηλή ποιότητα. Κι αυτό γιατί η αντιπαραθετική διάταξη έχει προκατασκευαστεί: ή μαζική πρόσβαση ή υψηλή ποιότητα. Και για να έχουμε «υψηλή ποιότητα» σχετικοποιούμε τη μαζική πρόσβαση.
Σε μια τέτοια επιλογή –ιδεολογική και πολιτική κατά της ίδια την κ. Διαμαντοπούλου– είναι προφανές ότι ο λόγος των κατ’ εξοχήν πληττομένων, των φοιτητών, οφείλει να αποδυναμωθεί. Και γενικά και μέσω της εξαφάνισής τους από τα όργανα διοίκησης. Και η επιλογή αυτή, ως ιδεολογική επιλογή, συνοδεύεται από την απαραίτητη «εξομολόγηση» του πασοκικού προπατορικού αμαρτήματος και τη δήλωση της νέας πίστης.

Ένα σφάλμα έκανα…

 Γιατί θυμούνται οι πάντες ότι με νόμο της πασοκικής πλειοψηφίας, το 1982, θεσπίστηκε η φοιτητική συμμετοχή (αλλά και των διοικητικών υπαλλήλων) στη διοίκηση των ΑΕΙ. Να πώς εξηγεί η κ. Διαμαντοπούλου γιατί το ΠΑΣΟΚ υπέπεσε σ’ αυτό το αμάρτημα: «Είμαστε υπερήφανοι για τα μεγάλα πράγματα [!] που έγιναν και στο ελληνικό πανεπιστήμιο σε μια εποχή που έπρεπε να έρθει η δημοκρατία στη χώρα και που η Ελλάδα έβγαινε από τη χούντα, αλλά γνωρίζουμε και τα λάθη που κάναμε. Εμεις κάνουμε [σήμερα] την υπέρβαση…»
Ο τύπος διοίκησης του νόμου-πλαίσιο του 1982, λοιπόν, ήταν ένα λάθος που οφειλόταν στις ειδικές συνθήκες της περιόδου. Τότε «έπρεπε» να έρθει η δημοκρατία. Τώρα «πρέπει» να παραμερίσει. Και στη θέση της να μπει το «άνοιγμα στην κοινωνία». Γιατί σήμερα, κατά την κ. Διαμαντοπούλου, το πανεπιστήμιο «είναι ένα κλειστό σύνολο, που η κοινωνία δεν μπορεί να ελέγξει».

Αυτοδιοίκητο
σημαίνει… ανεξέλεγκτο

 Πώς θα επιτευχθεί αυτός ο έλεγχος; Η κ. Διαμαντοπούλου δεν μάσησε τα λόγια της: με την είσοδο στα διοικητικά όργανα των πανεπιστημίων «λαμπρών επιχειρηματιών». Να ποιο παράδειγμα έφερε: «Το Πανεπιστήμιο Πειραιά δεν πρέπει να έχει [στο συμβούλιο διοίκησης] ένα μεγάλο έλληνα εφοπλιστή;» Θα μπορούσε να έχει δύο ναυτεργάτες, ας πούμε, αλλά δεν πέρασε μια τέτοια σκέψη εκείνη τη στιγμή από το μυαλό της κυρίας υπουργού. Τέτοια λάθη θα μπορούσαν να γίνουν την εποχή που «έπρεπε» να έρθει η δημοκρατία στη χώρα μας, όχι τώρα που πρέπει να μας αδειάζει τη γωνιά…
Δυστυχώς, δεν πρόκειται για ένα μοντέλο διοίκησης του πανεπιστημίου, που θα μπορούσε να απομονωθεί και να καταπολεμηθεί. Πρόκειται για την επέκταση και στα πανεπιστήμια ενός γενικότερου μοντέλου διακυβέρνησης, προσαρμοσμένου στις απαιτήσεις του ακραίου ιδεολογήματος του νεοφιλελευθερισμού, ο οποίος έχει αποφανθεί: η πολιτική καταστρέφει την κοινωνία ( και την οικονομία), η αγορά είναι προορισμένη να την εξυγιάνει.
Γι’ αυτό και η κ. Διαμαντοπούλου, όταν αποπειράται να εντοπίσει «το πρόβλημα» των ΑΕΙ, αποφαίνεται ότι: «Το πρόβλημα είναι ότι το αρρωστημένο πελατειακό μοντέλο ψηφοθηρίας της ελληνικής κοινωνίας [όχι των κομμάτων εξουσίας!] έχει μεταφερθεί [πάλι εκ Θεού…] στην καρδιά του ελληνικού πανεπιστήμιου».
Με άλλα λόγια (σύμφωνα με τη συνταγή του Καραγκιόζη «πονάει κεφάλι, κόβει κεφάλι») εξαλείφοντας την ψηφοθηρία που προκαλούν οι καθολικές ψηφοφορίες και η συμμετοχή των πολλών και αδαών σ’ αυτές, εγκαθιστώντας δε ένα ολιγαρχικό μοντέλο (σύνδεσης με την αγορά) υπό τη σκέπη της ιδεολογίας της αριστείας, λύνουμε το πρόβλημα. Η πολλή αυτοδιοίκηση κάνει κακό. Σιγά μην κάνουμε τα πανεπιστήμια ρεπούμπλικο!
Αυτό το νόημα έχει, άλλωστε, και η λαϊκίστικη προπαγάνδα που συνοδεύει την αντιμεταρρύθμιση, σύμφωνα με την οποία πρέπει «να φύγουν τα κόμματα από τα πανεπιστήμια» και να αποδοθεί τάχα και ο χώρος της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στον αδιάκοπα επεκτεινόμενο χώρο «εθνικής σημασίας», όπου δεν χωρούν… μικροκομματικές αντιπαραθέσεις. Πρόσφατα, «σοβαρός» εκσυγχρονιστής καθηγητής πρότεινε να θεσμοθετηθεί μόνιμος υπουργός Παιδείας (!) κοινής εμπιστοσύνης.
Αν αναλογιστούμε ότι το ίδιο «απαιτείται» για την άμυνα, την εξωτερική πολιτική, την οικονομία, την κοινωνική πολιτική κ.λπ., καταλαβαίνουνε τι ζοφερό τοπίο διαμορφώνει η «εθνική επιταγή» της συναίνεσης. Ένα μονοκομματικό τοπίο μονόδρομης πολιτικής.

Πιστή αναπαραγωγή
κοινωνικών προτύπων

Αν, όμως, αυτό το μοντέλο, ως γενικής ισχύος και αξίας μοντέλο, μεταφέρεται με το νέο νόμο-πλαίσιο στα πανεπιστήμια, δεν είναι για να μείνει κλεισμένο εκεί, προς εσωτερική και μόνο χρήση. Ούτε εδώ μάσησε τα λόγια της η κ. Διαμαντοπούλου: «Πανεπιστήμια και ΤΕΙ θα είναι ένας φάρος για την οικονομία, την κοινωνία και το μέλλον μας», δήλωσε ευθαρσώς, αναγνωρίζοντας έτσι τον ιδιοτελή στόχο της κυβέρνησης να παίξει η τριτοβάθμια εκπαίδευση το ρόλο που της προορίζουν στη διαδικασία της απόλυτα πιστής αναπαραγωγής του συνολικού συστήματος, εξαλείφοντας όποια ίχνη κοινωνικής αναδιάταξης και κινητικότητας διατηρούσε ακόμα.


Χ. Γεωργούλας

 

Το Σύνταγμα υπάρχει για να το… υπερβαίνουμε

 

Ενδεικτικό του τρόπου με τον οποίο η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ και τα κυβερνητικά στελέχη αντιλαμβάνονται τη δημοκρατία, τους κοινοβουλευτικούς θεσμούς, τη νομιμότητα, ήταν και το κλίμα που επικράτησε κατά τη συζήτηση της ένστασης αντισυνταγματικότητας, η οποία κατατέθηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ στη διάρκεια της συζήτησης του νέου νόμου-πλαίσιο.
Οι απαντήσεις των στελεχών του ΠΑΣΟΚ (Ν. Αλευράς, Π. Ευθυμίου, Α. Διαμαντοπούλου…) κινήθηκαν στη γενική γραμμή ότι η συνταγματική πρόβλεψη για το αυτοδιοίκητο των πανεπιστημίων είναι ούτε λίγο ούτε πολύ μια διάταξη λάστιχο, που μπορεί να ερμηνευθεί ανάλογα με τις ανάγκες της όποιας κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας.
Τι κι αν η Διεύθυνση Επιστημονικών Μελετών της Βουλής, θεσμικό όργανο του κοινοβουλίου, που έργο του είναι να ελέγχει τη νομιμότητα-συνταγματικότητα των σχεδίων νόμου, γνωμάτευσε και αυτή υπέρ της αντισυνταγματικότητας πολλών διατάξεων. Και κατέθεσε την άποψή της στην ολομέλεια με επίσημη έκθεση.
Τι κι αν το ΣτΕ έχει κρίνει ότι «με τις διατάξεις του άρθρου 16 του Συντάγματος (…) θεσπίζονται συγκεκριμένα οργανωτικά και λειτουργικά πλαίσια [για την ανώτατη εκπαίδευση] που οριοθετούν τη δράση όχι μόνο της διοίκησης, αλλά και του κοινού νομοθέτη».
Τι κι αν ο αείμνηστος Μάνεσης τόνιζε ότι πλήρης αυτοδιοίκηση δεν μπορεί να νοηθεί παρά με την ανάδειξη των οργάνων που διοικούν τα ΑΕΙ μόνο από όσους τα απαρτίζουν.
Γίγαντες της νομικής επιστήμης και της πολιτικής σκέψης αποφάνθηκαν ότι «μια τέτοια χρήση του Συντάγματος πτωχαίνει και την έννοια της συνταγματικής τάξης και την έννοια της πολιτικής διαπραγμάτευσης» και ότι η περί αντισυνταγματικότητας συζήτηση είναι σαν «να συζητάμε πόσοι άγγελοι χωράνε στην κορυφή μιας καρφίτσας» (Π. Ευθυμίου).
Ή ότι «το Σύνταγμα δεν ερμηνεύεται προς όφελος συγκεκριμένων ομάδων, αλλά προς όφελος του δημοσίου συμφέροντος και… αυτού που εν τέλει θέλουμε να επιτύχει»! (Α. Διαμαντοπούλου).



Μοιράσου το:
Facebook! TwitThis buzz! MySpace! Google! Live!

Προσθήκη νέου σχολίου