Αρχείο



Tου
Απόστολου Καψάλη*


Η λαίλαπα των αντεργατικών νομοθετημένων, που υιοθετήθηκαν κατά την διάρκεια της τρέχουσας διακυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ1, έχει αμιγώς υφεσιακά και αντιαναπτυξιακά χαρακτηριστικά και αυτό εν γνώσει των εμπνευστών των οικείων πολιτικών πρωτοβουλιών καθώς και των ομολόγων τους σε πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Η επιμονή στην πλήρη απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων έχει σαν απώτερο στόχο να «μηδενίσει το ιστορικό κοντέρ» της προστασίας που παραδοσιακά απορρέει από την εργατική νομοθεσία, έτσι ώστε η νέο-φιλελεύθερη καπιταλιστική ανοικοδόμηση της κοινωνικά και οικονομικά ερειπωμένης Ευρώπης να γίνει (όταν και άμα) με όρους απασχόλησης αντίστοιχους με εκείνους των πρώτων δεκαετιών του προηγούμενου αιώνα.
Η πειραματική, στη σημερινή συγκυρία, εισαγωγή στην Ελλάδα του νέου υπερευέλικτου εργασιακού μοντέλου έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, τα οποία διαμορφώνονται με γοργούς ρυθμούς. Το νέο πρότυπο εργασίας: α) αποκλίνει σημαντικά από αυτό της κλασικής κανονικής ή τυπικής εργασιακής σχέσης που κυριάρχησε για δεκαετίες στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, β) αντιστοιχεί σε ένα καθολικό και ενιαίο εργασιακό καθεστώς για τον ιδιωτικό και για το δημόσιο τομέα (στενό και ευρύτερο), γ) συνεπάγεται έναν ημιαπασχολούμενο και υποαμειβόμενο εργαζόμενο χωρίς καμία εγγύηση κατώτατων ορίων στις αποδοχές του σε επιχειρησιακό, κλαδικό και εθνικό επίπεδο, δ) προϋποθέτει ελλιπή ή καθόλου συλλογική προστασία μέσα από τον αφανισμό των συνδικάτων και την προσωπική διακινδύνευση της συλλογικής διεκδίκησης, ε) απομακρύνει την προοπτική μιας αξιοπρεπούς συνταξιοδότησης στο τέλος ενός μαρτυρικού εργασιακού βίου και στ) εντέλει καθιστά τον απασχολούμενο όμηρο της εργοδοτικής πλευράς και δέσμιο πελατειακών-κομματικών επιδιώξεων.
Μέσα από αυτό το πρίσμα γίνονται ευκολότερα κατανοητές οι πρόσφατες κυβερνητικές απόπειρες εισαγωγής διαφόρων προγραμμάτων δήθεν «ενεργητικών πολιτικών απασχόλησης», όπως αποσαφηνίστηκαν ιδεολογικά και από τις δηλώσεις του πρωθυπουργού στο περιθώριο της ΔΕΘ.

Ημι-ανεργία, ομηρία, ψηφοθηρία

Το συγκεκριμένο τρίπτυχο συμπυκνώνει, ίσως, την κεντρική επιδίωξη των υπουργών της κυβέρνησης, οι οποίοι τις τελευταίες εβδομάδες εξήγγειλαν διάφορα προγράμματα και νομοθετήματα για την καταπολέμηση της ανεργίας. Η διογκούμενη δυσκολία πρόσβασης στην απασχόληση και η επιθυμητή για το σύστημα βεβαιότητα της λεγόμενης και «άνεργης ανάκαμψης» εξασφαλίζουν τις προϋποθέσεις για τον ψύχραιμο και έγκαιρο σχεδιασμό ενός μεσοπρόθεσμου πλάνου αξιοποίησης της συγκυρίας για την εγκαθίδρυση ενός νέου εργασιακού περιβάλλοντος.
Ανεξάρτητα αν πρόκειται ειδικότερα για τα προγράμματα κοινωφελούς εργασίας, για τις δράσεις εθελοντικής απασχόλησης, για τις σχέσεις εργασίας των «επωφελούμενων» της κοινωνικής οικονομίας, για τις ειδικές επενδυτικές- οικονομικές ζώνες ή για οποιαδήποτε άλλη επινόηση των πολιτικών και οικονομικών ελίτ της χώρας, η σύλληψη και η στόχευση των καινοτομιών αυτών παραμένουν κοινές. Η εμπλοκή των κάθε λογής Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων αποδεικνύεται κομβικής σημασίας και ο ρόλος των τοπικών και συνδικαλιστικών παραγόντων αναντικατάστατος.
Εν αρχή ην το μνημόνιο. Στην τυπικά ανεφάρμοστη έως σήμερα διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου δεύτερου του Νόμου 3845/2010 (μνημόνιο) προβλέφθηκε για πρώτη φορά η δυνατότητα δανεισμού ανέργων (και) στο δημόσιο τομέα. Στην συγκεκριμένη διάταξη αναφέρεται ότι με στόχο την καταπολέμηση της ανεργίας ατόμων που βρίσκονται κοντά στο όριο συνταξιοδότησης, ο ΟΑΕΔ μπορεί να επιχορηγεί Εταιρείες Προσωρινής Απασχόλησης (Ε.Π.Α.) για την πρόσληψη επιδοτούμενων ή μακροχρόνια ανέργων ηλικίας 55 έως και 64 ετών, για εργασία στο δημόσιο τομέα, με προγράμματα εργασίας που καταρτίζονται με απόφαση των Υπουργών Εργασίας, Εσωτερικών και Οικονομικών.
Το συγκεκριμένο άρθρο απαιτεί σφαιρική ανάγνωση, ανεξάρτητα από την βεβιασμένη διατύπωσή του λόγω, προφανώς, του κατεπείγοντος χαρακτήρα εκείνων των ημερών και της μεταμεσονύκτιας μετάφρασης των πρωτότυπων αγγλικών κειμένων προκειμένου να κατατεθούν στο κοινοβούλιο. Ο στόχος δεν ήταν ούτε να πριμοδοτηθούν οι λιγότερο από δέκα στον αριθμό ΕΠΑ που λειτουργούν στην Ελλάδα (έστω και πασοκικών συμφερόντων), ούτε να ενισχυθούν μόνο οι μεγάλης ηλικίας άνεργοι. Στην πραγματικότητα προβλέφθηκε για εκατοντάδες -εν τη ευρεία έννοια- Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, ΟΤΑ και «συνδικάτα» των εργαζομένων να παίξουν, με το αζημίωτο και με κρατικό χρήμα, το ρόλο του μεσάζοντα, δηλαδή ενός τρίτου, και μάλιστα ιδιώτη, ανάμεσα στον υπό δανεισμό άνεργο και στο στενό ή ευρύτερο δημόσιο τομέα.
Παράλληλα, στο πλαίσιο του νομοσχεδίου για την κοινωνική οικονομία, που ψηφίστηκε μόλις προχθές, συμπεριλαμβάνονται συλλήβδην στους ορισμούς των «ειδικών ομάδων του πληθυσμού», μεταξύ άλλων, οι γυναίκες και η συντριπτική πλειοψηφία των ανέργων2. Γίνεται έτσι αντιληπτό ότι οι απολογητές του νέο-φιλελευθερισμού οραματίζονται τους σύγχρονους ανέργους να συνωστίζονται στις ουρές των τοπικών εργατικών κέντρων και των ΜΚΟ και να συναγωνίζονται μεταξύ τους για μια θέση επιδοτούμενης απασχόλησης με τους όρους του νέου εργασιακού προτύπου (μικρής διάρκειας ορισμένου χρόνου απασχόληση, με αμοιβές στο 80% της ΕΓΣΣΕ κ.ο.κ.)3
Η διάδοση και η επικράτηση αυτών των ενεργητικών πολιτικών απασχόλησης αναμένεται να έχει πολλαπλά οφέλη για την άρχουσα τάξη: α) βοηθά επικοινωνιακά τους κρατούντες να προβάλλουν ένα δήθεν προφίλ κοινωνικής ευαισθησίας στην προσπάθεια να αντιστραφεί η δημόσια εικόνα της ανάλγητης κυβέρνησης, β) συμβάλλει στη στρέβλωση της πραγματική εικόνας της ανεργίας μέσα από την στατιστική αλλοίωση των ποσοστών της επίσημης (ελάχιστης) καταγεγραμμένης ανεργίας, γ) εγκλωβίζει τους ανέργους (και τους εργαζόμενους στο πλαίσιο των πολιτικών ενεργητικής απασχόλησης) σε μια ιδιόμορφη κομματική ομηρία για την επανεκλογή τοπικών αρχόντων, βουλευτών και συνδικαλιστικών εκπροσώπων, δ) επιτρέπει τη δημιουργία ενός σύγχρονου πελατειακού μηχανισμού, ξεπερνώντας τον ύφαλο του ΑΣΕΠ, μέσα από την αναπλήρωση, τόσο των παλαιών απευθείας διορισμών στο δημόσιο, όσο και της απασχόλησης με συμβάσεις stage ή ορισμένου χρόνου, ε) συνδράμει στην διαπαιδαγώγηση των εργαζομένων και στην εμπέδωση μιας «νέας αντίληψης για την εργασία», όπως χαρακτηριστικά εισηγείται ο συντάκτης της τελευταίας έκθεσης McKinsey για την Ελλάδα.

«Ένας τουλάχιστον εργαζόμενος ανά οικογένεια»

Η σχετική δήλωση του πρωθυπουργού αναφορικά με τις κυβερνητικές δεσμεύσεις στο θέμα της καταπολέμησης της ανεργίας δεν είναι αποτέλεσμα ούτε απροσεξίας, ούτε φραστικής αστοχίας, αλλά προάγγελος συγκεκριμένων εξελίξεων.
Μπορούμε με ασφάλεια να προβλέψουμε ότι πολύ σύντομα στα διάφορα προγράμματα ένταξης των ανέργων στην αγορά εργασίας θα συμμετέχουν κατά προτεραιότητα ή μέσω κάποιας ειδικής «μοριοδότησης» μέλη οικογενειών στις οποίες δεν υπάρχουν άλλοι εργαζόμενοι. Δεδομένου, επίσης, ότι η απασχόληση των επωφελούμενων αυτών θα είναι εξαιρετικά βραχείας διάρκειας, πιθανώς μια ρήτρα μη συμμετοχής του ίδιου άνεργου στο ίδιο ή σε παρεμφερές πρόγραμμα προώθησης στην απασχόληση, θα ανοίγει το δρόμο σε ένα άλλο μέλος της οικογένειας και θα εξασφαλίζει την πελατειακή-ψηφοθηρική εξάρτηση μεγάλου αριθμού ανέργων-συγγενών.
Η ίδια ακριβώς λογική διέπει και την προσπάθεια εξάρτησης της παροχής και του ύψους του επιδόματος ανεργίας από οικογενειακά και άλλα εισοδηματικά κριτήρια. Αποκρυσταλλώνεται, έτσι, σιγά-σιγά από την άλλη πλευρά η θεωρία του «απασχολήσιμου» και αποσαφηνίζεται ότι οι άνεργοι είναι ειδικές ομάδες του πληθυσμού και όχι τα θύματα των αδιεξόδων του συστήματος, ότι το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα στην εργασία δεν αφορά στην πλήρη και αξιοπρεπή απασχόληση και ότι τα συνδικάτα εντάσσονται στην μεγάλη κατηγορία των πάσης φύσεως ΜΚΟ4 που μεταξύ άλλων μπορούν να φροντίζουν (δανείζουν) τους αναξιοπαθούντες-ανέργους.

Αλληλεγγύη και πολιτική στήριξη στους εξαθλιωμένους

Πολλοί στην αριστερά και στα κινήματα διάκεινται ευμενώς απέναντι στις Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις και στις κοινωνικές επιχειρήσεις ή δομές και βλέπουν με συμπάθεια την παρέμβαση και το έργο τους. Σε πολλές περιπτώσεις έχουν απόλυτο δίκιο. Στις περισσότερες, όμως όχι. Το ζήτημα δεν είναι το ηθικό γνώρισμα των υπευθύνων ή των εμπλεκομένων σε αυτές, ούτε η εκ του αποτελέσματος απόδειξη κρατικοδίαιτων και ιδιοτελών φαινομένων. Είναι προβληματική η στροφή των από κάτω σε επιλογές άμεσης διαχείρισης και ελάφρυνσης των συνεπειών του προβλήματος και όχι σε οργανώσεις πολιτικής αμφισβήτησης και αντίστασης απέναντι στα αίτιά του.
Οι κοινωνικοί αγωνιστές σε αυτό το εμπόριο ελπίδας για επιβίωση που στήνεται λειτουργούν σαν πειρατές του ονείρου, σαν αυθεντικοί και ανιδιοτελείς υποστηρικτές των αδυνάτων και ορκισμένοι ταξικοί εχθροί των διαφόρων κατ’ επάγγελμα ανθρωπιστών. Οι εξαθλιωμένοι δεν έχουν ανάγκη από ελεημοσύνη και οίκτο, αλλά από αλληλεγγύη και πολιτική στήριξη στην προσπάθειά τους να κουρσέψουν την καταληστευμένη αξιοπρέπειά τους.
Υπάρχει επιτακτική ανάγκη για την ίδρυση δομών κοινωνικής αλληλεγγύης από τους εργαζόμενους στους χώρους δουλειάς και στις γειτονιές και όχι (Μη) Κυβερνητικών Οργανώσεων, είτε από τους επαγγελματίες του εθελοντισμού και της φιλανθρωπίας που εκμεταλλεύονται την απελπισία των θυμάτων της αγοράς, είτε ακόμη και από απογοητευμένους ανέργους που προσδοκούν να αγοράσουν το μεροκάματό τους και να γίνουν εργοδότες του εαυτού τους.
 

* Ο Απόστολος Καψάλης είναι ερευνητής εργασιακών σχέσεων.

 

Σημειώσεις:
1 Κωδικοποίηση των ανατροπών στην εργατική νομοθεσία το διάστημα από 03/2010 έως 07/2011 περιλαμβάνεται στην τελευταία ετήσια Έκθεση του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ για την Οικονομία και την Απασχόληση.
2 Ευσταθόπουλος Γιάννης, Νομοσχέδιο για την «κοινωνική οικονομία», Εποχή 11/09/2011.
3 Πάντος Παναγιώτης, Κοινωφελής εργασιακή εκμετάλλευση, Αυγή, 10/09/2011.
4 Κατερίνης Γιώργος, Οι καλές και οι κακές ΜΚΟ, Δρόμος, 10/09/2011.



Μοιράσου το:
Facebook! TwitThis buzz! MySpace! Google! Live!

Προσθήκη νέου σχολίου