Αρχείο



Οικονομία - εργασία

Tου
Θόδωρου Παρασκευόπουλου


Η ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών (με αξιοσημείωτη εξαίρεση την Αγροτική Τράπεζα και το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, που υποδεικνύει ότι πιθανόν να θυσιαστούν) εξελίσσεται σε σκάνδαλο πολύ μεγαλύτερων διαστάσεων από όσα σκάνδαλα απασχόλησαν στο παρελθόν πολιτικές και δικαστικές αρχές. Είναι κιόλας τελείως διαφορετική η φύση του. Εδώ δεν πρόκειται για κάποιους πολιτικούς που βάλανε δημόσιο χρήμα στην τσέπη ή για τη, συνηθισμένη παγκοσμίως, χρηματοδότηση των αστικών κομμάτων με μίζες. Στην περίπτωση της ανακεφαλαιοποίησης πρόκειται για μεταφορά δημόσιου χρήματος σε ιδιωτικά σεντούκια με συνδρομή του ελληνικού πολιτικού κατεστημένου και των ευρωπαϊκών αρχών.
Η ανάγκη να χορηγηθεί κεφαλαιακή ενίσχυση στις τράπεζες δημιουργήθηκε από την ελλιπή κάλυψη των υποχρεώσεων των τραπεζών με δικά τους διαθέσιμα κεφάλαια. Αυτή με τη σειρά της οφείλεται στα επισφαλή δάνεια, δηλαδή στην αδυναμία των οφειλετών να πληρώσουν τοκοχρεολύσια, και στο κούρεμα των ομολόγων του Δημοσίου που κατέχουν. Βέβαια, οι τράπεζες είναι εξίσου υπεύθυνες για τα επισφαλή δάνεια, αφού οι ίδιες συνέβαλαν στην οικονομική κρίση, αλλά και για τη δημοσιονομική κρίση που επέφερε το κούρεμα των ομολόγων, αφού επί μία δεκαετία δανείζονταν φθηνά από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και δάνειζαν ακριβά το Δημόσιο.

Ανακεφαλαιοποίηση και κρατικοποίηση

Η κεφαλαιακή ενίσχυση θα έχει συνολικό ύψος 50 δισεκατομμύρια ευρώ, από τα οποία 18 δισεκατομμύρια έχουν ήδη δοθεί σε τέσσερις τράπεζες. Αυτά τα χρήματα το Δημόσιο τα δανείζεται και αποτελούν μέρος του συνολικού ποσού που θα δανειστεί το ελληνικό κράτος βάσει της Δανειακής Σύμβασης^ προστίθενται δηλαδή στο δημόσιο χρέος. Σύμφωνα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, από τα 50 δισεκατομμύρια το ελληνικό δημόσιο θα ανακτήσει το πολύ 16, δηλαδή λιγότερο από 30%. Ακόμα, είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν θα φτάσουν και δεν θα χρειαστεί νέα κεφαλαιακή ενίσχυση.
Εάν, τώρα, οποιοσδήποτε τραπεζίτης δάνειζε σε κάποιον και είχε έκθεση έγκυρου αξιολογητή, ότι ο δανειολήπτης θα επιστρέψει το πολύ το 30%, ο τραπεζίτης θα πήγαινε φυλακή. Την κυβέρνηση δεν την απαλλάσσει από τις ευθύνες το ότι όλα αυτά έχουν κυρωθεί από τη Βουλή, γιατί η Βουλή  δεν περιγράφει πώς θα εξασφαλιστεί η ανάκτηση του ποσού και οι τόκοι. Σε άλλες χώρες, π.χ. στη Σουηδία, παρόμοιες κρίσεις αντιμετωπίστηκαν με κρατικοποίηση, δηλαδή μετατροπή της ενίσχυσης σε τίτλους ιδιοκτησίας, και πώληση, επανιδιωτικοποίηση δηλαδή, όταν οι τράπεζες είχαν εξυγιανθεί. Μόλις πριν από λίγες μέρες το ισπανικό Δημόσιο μετέτρεψε σε κοινές μετοχές δάνειο 4,5 δισεκατομμυρίων που είχε δώσει στην τέταρτη μεγαλύτερη τράπεζα της Ισπανίας, και ανέλαβε τη διοίκηση.

Έχουμε ήδη πληρώσει το αντίτιμο

Στην Ελλάδα η παροδική κρατικοποίηση δεν έχει οικονομική αξία, αφού τα 50 δισεκατομμύρια είναι τουλάχιστον πενταπλάσια της χρηματιστηριακής αξίας των ελληνικών τραπεζών^ ήδη το 2009 με τα 5 δισεκατομμύρια μετρητά που είχαν δοθεί στις τράπεζες, το Δημόσιο θα μπορούσε να πάρει το 30% περίπου των μετοχών, δηλαδή τον έλεγχο των τραπεζών. Αυτή ήταν και η απάντηση στην επιπόλαιη κριτική του Δημήτρη Χατζησωκράτη ότι η πρόταση για κρατικοποίηση των τραπεζών ήταν οικονομικά μετέωρη. Εκείνο που ο επικριτής δεν είχε σκεφτεί, ήταν ότι τα λεφτά είχαν ήδη δοθεί.
Αφού λοιπόν η ανάκτηση των χρημάτων του Δημοσίου είναι αδύνατη, η μόνη δυνατή αιτιολόγηση σήμερα για τη χορήγηση της κεφαλαιακής ενίσχυσης με κρατικοποίηση είναι πολιτική: το κράτος ενισχύει τις τράπεζες για να μην καταρρεύσει το τραπεζικό σύστημα και τις υπάγει στη δική του ιδιοκτησία, όχι για να εξασφαλίσει τα χρήματα που δίνει (η εξασφάλιση είναι αδύνατη), αλλά για να τις αναδιαρθρώσει και να τις μετατρέψει σε εργαλείο της οικονομικής του πολιτικής, και έτσι να εξασφαλίσει έμμεσα τους πόρους που θα έχει διαθέσει.
Αυτός είναι και ο λόγος που οι τραπεζίτες, ιδιώτες και κεντρικοί, αντιδρούν στην προοπτική η κεφαλαιακή ενίσχυση να έχει αντάλλαγμα κοινές μετοχές. Ξέρουν ότι ιδιωτικοί πόροι είναι αδύνατο να βρεθούν και ξέρουν ότι, και να έχει το κράτος την πρόθεση να επανιδιωτικοποιήσει τις τράπεζες αν η ενίσχυση συνεπάγεται την κρατικοποίησή τους, δεν θα μπορεί να το κάνει παρά μόνο με μεγάλες απώλειες, δηλαδή μεγάλο πολιτικό κόστος. Κινδυνεύουν δηλαδή, και γι’ αυτόν τον λόγο σκαρφίζονται, μαζί με τους κατεστημένους πολιτικούς και τους ευρωπαίους ομοϊδεάτες τους, αστείες λύσεις, όπως οι κοινές μετοχές χωρίς δικαίωμα ψήφου.

Κοινωνικά ιδρύματα με ιδιωτική ιδιοκτησία

Η κριτική, τώρα, που ασκεί η Αριστερά στο ιδιωτικό τραπεζικό σύστημα έρχεται από διάφορες οπτικές γωνίες. Η πρώτη, η θεμελιώδης, κριτική είναι ότι οι τράπεζες είναι, στον σημερινό κιόλας καπιταλισμό όπου ο χρηματοπιστωτικός τομέας δεσπόζει, κατ’ εξοχήν κοινωνικά ιδρύματα: κρατικά κεφάλαια και εγγυήσεις –ακόμα και η εγγύηση των καταθέσεων μέχρι 100.000 ευρώ από το κράτος είναι ενίσχυση των τραπεζιτών, γιατί αυτοί θα έπρεπε να εγγυώνται^ χωρίς έλεγχο πώς εξασφαλίζει το κράτος ότι αυτή η εγγύηση δεν θα καταπέσει;–, αλλά και διαχείριση (και εκμετάλλευση) των αποταμιεύσεων των πολιτών: με βάση τις αποταμιεύσεις οι τράπεζες δημιουργούν χρήμα (δίνουν δάνεια) και έχουν κέρδη. Πολύ περισσότερο που, μετά την «απελευθέρωση» της τραπεζικής αγοράς, δηλαδή την κατάργηση ελέγχων και περιορισμών, η κερδοσκοπική δραστηριότητα των τραπεζών («επενδυτική» λέγεται κατ’ ευφημισμόν) θέτει σε κίνδυνο τις αποταμιεύσεις.
Η δεύτερη, η λειτουργική, κριτική είναι ότι σε όλη την προηγούμενη εικοσαετία η λειτουργία των ιδιωτικών τραπεζών αποδείχθηκε επιβλαβής για την οικονομία και ωφέλιμη μόνο για τους τραπεζίτες^ ούτε καν για τους μικρομετόχους, οι οποίοι με τη χρηματοπιστωτική κρίση έχασαν τα λεφτά τους ή τις συντάξεις τους, εάν τα ταμεία τους είχαν τοποθετήσει τα λεφτά τους σε μετοχές τραπεζών. Αντίθετα, μόνο η ύπαρξη ισχυρών δημόσιων τραπεζών λειτουργεί επωφελώς για την οικονομία. Δεν είναι τυχαίο που η γερμανική οικονομία είναι η ισχυρότερη στην Ευρώπη^ εκτός της έντονης άμεσης κρατικής παρέμβασης, η Γερμανία διαθέτει τον μεγαλύτερο δημόσιο τραπεζικό τομέα στην Ευρώπη, με διάφορες μορφές ιδιοκτησίας (ομοσπονδιακή, πολιτειακή, δημοτική, συνεταιριστική). Μάλιστα, γερμανοί επιχειρηματίες, που είχαν έρθει να συζητήσουν για επενδύσεις στην Ελλάδα, έλεγαν ότι χωρίς δημόσια τράπεζα επενδύσεις δεν μπορούν να σχεδιαστούν και να γίνουν.

Ο έλεγχος της ροής χρήματος

Η τρίτη, η προγραμματική, κριτική είναι ότι ο έλεγχος της ροής του χρήματος είναι απαραίτητος για τον μετασχηματισμό της οικονομίας και της κοινωνίας. Χρειάζεται για την αλλαγή των σχέσεων παραγωγής, ώστε η κοινωνική παραγωγή να βασίζεται όλο και περισσότερο στην κοινοκτημοσύνη και τον σχεδιασμό, αντί στην καπιταλιστική ιδιοκτησία και την κερδοσκοπική αυθορμησία, για την οικολογική μεταστροφή της παραγωγής, για την ενίσχυση του τομέα των δημόσιων αγαθών εις βάρος του τομέα των εμπορευμάτων. Αυτή η προγραμματική θέση της Αριστεράς ενισχύει ακόμα περισσότερο τους φόβους των τραπεζιτών και των αστικών κομμάτων μπροστά στο ενδεχόμενο να κρατικοποιηθούν οι τράπεζες με τη χορήγηση κεφαλαιακής ενίσχυσης. Σου λέει: κι αν βγει ο ΣΥΡΙΖΑ; Εδώ εμφανίζεται και μια από τις μεγάλες αντιφάσεις της αστικής οικονομίας: σε καμία άλλη περίπτωση δεν θα μπορούσε κανείς να διανοηθεί ότι κάποιος που βάζει τα λεφτά για τη διάσωση επιχειρήσεων, δεν αποκτά αμέσως και τον πλήρη έλεγχό τους. Αυτό ισχύει μόνο όταν πρόκειται για δημόσιο χρήμα!

Δημόσια ιδιοκτησία των τραπεζών

Η δημόσια ιδιοκτησία των τραπεζών –και μάλιστα ή πλήρης και αδιαίρετη, ανεξάρτητα από την εκάστοτε μορφή– είναι γι’ αυτούς τους λόγους εκ των ων ουκ άνευ για οποιοδήποτε αριστερό πρόγραμμα. Αυτό όμως δεν συνεπάγεται ότι, αν δεν μπορείς, με διοικητική πράξη κιόλας, να υπαγάγεις τις τράπεζες στο Δημόσιο, πρέπει να παραιτηθείς από το αριστερό πρόγραμμά σου! Η υπαγωγή οποιουδήποτε τομέα σε δημόσια ιδιοκτησία δεν είναι ζήτημα τσαμπουκά, αλλά πολιτικής: ελιγμών, συμμαχιών, οπισθοδρομήσεων ή μερικών επιτυχιών κ.λπ.. Άλλωστε και από τις διαφορετικές οπτικές γωνίες της αριστερής κριτικής, μόνο η δεύτερη, η λειτουργική, είναι πειστική για ανθρώπους από ευρύτερες κοινωνικές τάξεις και κοινωνικά στρώματα, που βλέπουν το αδιέξοδο του σημερινού ιδιοκτησιακού καθεστώτος και της σημερινής λειτουργίας του τραπεζικούς συστήματος και τις δυσμενείς επιπτώσεις στην εκάστοτε δική τους περίπτωση.
Αλλά και από αυτήν, τη λειτουργική κριτική μπορούν να συναχθούν συμπεράσματα για τη διάρθρωση, τη διεύθυνση και τη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος, τα οποία είναι αναγκαία, αφού μάλιστα η Αριστερά σήμερα καλείται να τοποθετηθεί σαφώς για πράγματα που ίσως κληθεί, όχι σε ένα απώτερο μέλλον, αλλά τον άλλο μήνα να εφαρμόσει. Χρειάζεται μόνο να έχει κανείς κατά νου ότι «Γκρίζα η κάθε θεωρία, πράσινο όμως το χρυσαφένιο δέντρο της ζωής!», ότι δηλαδή οι εκάστοτε συγκεκριμένες μορφές προκύπτουν από μια περίπλοκη πραγματικότητα που αλλάζει με δικούς της κανόνες. Όπως και να είναι όμως, μπορούμε σήμερα και με βάση επεξεργασίες αριστερών κομμάτων και θεωρητικών από άλλες χώρες, να πούμε ότι χρειάζονται διαφορετικές μορφές δημόσιας ιδιοκτησίας, διοίκησης και λειτουργίας.

Τι ακριβώς χρειαζόμαστε

Λόγου χάριν, χρειάζονται λίγες μεγάλες τράπεζες, υπό τον έλεγχο της κεντρικής κυβέρνησης, για τη χρηματοδότηση μεγάλων έργων ή μεγάλων επενδύσεων. Χρειάζεται ένα πυκνό δίκτυο συνεταιριστικών τραπεζών, όχι μόνο για την αγροτική παραγωγή, αλλά και για το εμπόριο γενικά, για τη μικρή αστική παραγωγή κ.λπ.. Χρειάζεται ακόμα ένα δίκτυο ταμιευτηρίων (κατά το πρότυπο των αμερικανικών «Save and Loan» που τις κατέστρεψε ο νεοφιλελευθερισμός την τελευταία δεκαετία του 20ου αιώνα ή των βρετανικών, στεγαστικών κυρίως, «Β and L» ή των γερμανικών «Spar- und Leihkassen», ταμιευτηρίων που ιδρύθηκαν για να συγκεντρώνουν τις λαϊκές, κυρίως εργατικές, αποταμιεύσεις και να χορηγούν στεγαστικά κυρίως δάνεια. Στην Κεντρική Ευρώπη η λειτουργία αυτών των ταμιευτηρίων έχει από καιρό επεκταθεί στη δανειοδότηση και την παροχή συμβουλών σε μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις.
Στον καπιταλισμό, όπου υπάρχουν αυτές οι τραπεζικές μορφές, η διοίκηση και η λειτουργία τους υπακούει στο αυταρχικό-κερδοσκοπικό καπιταλιστικό πρότυπο, χωρίς δημοκρατικό κοινωνικό έλεγχο ή δημοκρατικό σχεδιασμό και καθορισμό στόχων και χωρίς σύνδεση με έναν κεντρικό σχεδιασμό της οικονομίας. Αυτός είναι ο λόγος που συχνά φθίνουν ή καταστρέφονται. Όμως, αυτή η κριτική, εάν οδηγήσει στην απόρριψη τραπεζικών σχημάτων που έχουν αναδειχθεί επειδή η δημόσια παρέμβαση είναι αναγκαία στον καπιταλισμό, θα έχει αστοχήσει. Βλέπεις, είναι τόσο εκτός ιστορικού υλισμού η θεωρία ότι η εργατική εξουσία θα τα κάνει όλα από την αρχή, χωρίς να βασιστεί σε όσα αναδύονται από τις αντιφάσεις του παλιού συστήματος, που καταντάει τροχοπέδη για τη σκέψη και την άσκηση πολιτικής. Το παράδειγμα του ΚΚΕ και της πολιτικής του, που βασίζεται σε αυτό το μεταφυσικό κατασκεύασμα είναι προς αποφυγήν.

­
Του
Γιάννη Τόλιου*


Η ελληνική οικονομία και κοινωνία βαδίζει σταθερά το δρόμο της καθόδου στον Άδη. Πτώση του ΑΕΠ κατά 17%, ανεργία 20% (στους νέους 45%), λουκέτα σε 430.000 μικροεπιχειρήσεις, μείωση μισθών 40-50%, είναι ο μακάβριος απολογισμός του πρώτου Μνημονίου. Παράλληλα, το δημόσιο χρέος διογκώνεται σταθερά. Πλάι στις βασικές αιτίες (ελλείμματα δημοσίου και εμπορικού ισοζυγίου), οι όροι δανεισμού από την τρόικα και η συρρίκνωση του ΑΕΠ, επιδείνωσαν το λόγο χρέους προς ΑΕΠ από 120% το 2009 σε 170% αρχές 2012. Από την άλλη, τα ακραία μέτρα λιτότητας βύθισαν την ελληνική κοινωνία, ιδιαίτερα του μισθωτούς και συνταξιούχους, στη στέρηση, τη φτώχεια και την κοινωνική περιθωριοποίηση.

Ξαναθυμήθηκαν την ανάπτυξη

Οι δραματικές εξελίξεις στην οικονομία έφεραν και στο προσκήνιο το ζήτημα της ανάπτυξης και απασχόλησης. Έστω και λεκτικά, αναγνωρίζεται ότι οι περικοπές στην αγοραστική δύναμη μισθών και λαϊκών εισοδημάτων (καταναλωτική ζήτηση) εντείνουν την ύφεση και την ανεργία. Από την άλλη, η μείωση μισθών δεν οδηγεί αυτόματα σε μείωση τιμών (καρτέλ και ολιγοπώλια συγκρατούν ή και αυξάνουν τις τιμές), ενώ δεν υπάρχει «δέσμευση» ότι οι περικοπές μισθών και η αύξηση κερδών καταλήγει σε επενδύσεις, νέες θέσεις εργασίας και προσφορά αγαθών και υπηρεσιών. Η «εσωτερική υποτίμηση» της εργατικής δύναμης παρ’ ότι τονώνει την ανταγωνιστικότητα, δεν ενισχύει αντίστοιχα τις εξαγωγές (ακαμψία τιμών και σκληρό ευρώ τις αποδυναμώνουν), με αποτέλεσμα να αναπαράγονται τα υψηλά εμπορικά ελλείμματα. Τέλος, η μείωση του ΑΕΠ μειώνει τα φορολογικά έσοδα και επιδεινώνει τη σχέση δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ. Κατά συνέπεια οι περικοπές μισθών και συντάξεων αναπαράγουν το φαύλο κύκλο ύφεσης-ανεργίας-χρέους, κοκ.
Με το νέο Μνημόνιο ακολουθείται η ίδια συνταγή σε χειρότερη έκδοση συνοδευόμενη από ευχές για ανάπτυξη. Κυβέρνηση και τρόικα μη έχοντας καμιά συγκροτημένη πρόταση, καταφεύγουν σε αλχημείες συναθροίζοντας λιμνάζοντα κονδύλια ΕΣΠΑ (11,5 δισ. ευρώ), «πιθανά» δάνεια από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (7 δισ.) και πληρωμές χρεών σε προμηθευτές του δημοσίου (6 δισ.), προβάλλοντας ως αναπτυξιακό πακέτο, που θα βγάλει την οικονομία από την ύφεση. Αποσιωπούν ότι στο πλαίσιο του Μνημονίου οι δημόσιες επενδύσεις σταθερά περικόπτονται, ότι τίποτα από το νέο δάνειο των 130 δισ. δεν προορίζεται για ανάπτυξη (όλα για τοκοχρεολύσια και τράπεζες), ενώ ιδιωτικές επενδύσεις δεν φαίνονται, αναγκάζοντας τον πρόεδρο των γερμανών βιομηχάνων Χ. Π. Κάιτελ να αποδοκιμάσει χλευάζοντας τις εγχώριες ελίτ «που δεν συμπεριφέρονται πατριωτικά βγάζοντας μαζικά στο εξωτερικό τα κεφάλαιά τους» («Τα Νέα», 28.2.12).

ΕΣΠΑ για πάσα νόσο…

Ωστόσο, ακόμα και τα «λιμνάζοντα» κονδύλια του ΕΣΠΑ, δεν είναι σε θέση να δώσουν αναπτυξιακή ώθηση. Όλα τα προγράμματα, με εξαίρεση αυτό της «ανταγωνιστικότητας-επιχειρηματικότητας», έχουν χαμηλό ποσοστό απορρόφησης (μόλις 31,5%). Ένας από τους λόγους καθυστέρησης, πέρα από το έλλειμμα εθνικής συμμετοχής λόγω Μνημονίου, είναι η ισχυρή διαπλοκή οικονομικής και πολιτικής ελίτ στο μοίρασμα των έργων και οι αντιθέσεις μεταξύ τους, καθώς και η εξάρτηση των έργων από την τραπεζική χρηματοδότηση, η οποία λόγω κρίσης πάγωσε παρά τα τεράστια πακέτα στήριξης των τραπεζιτών. Έτσι, δεν είναι τυχαίο που λιγότερα από 1/3 των έργων καταλήγει σε υπογραφή συμβάσεων και λιγότερα από τα μισά σε ολοκλήρωση, με αποτέλεσμα την «απένταξη» πολλών όχι με βάση τη χρησιμότητα, αλλά το χρόνο αναμονής στην προώθηση τους.

Ποια ανάπτυξη και σε όφελος τίνος;

Με αυτά τα δεδομένα το υπουργείο Ανάπτυξης σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχουν καταρτίσει κατάλογο προτεραιότητας 181 έργων ύψους 11,5 δισ. ευρώ, που περιλαμβάνουν 166 έργα χρηματοδότησης του Ταμείου Περιφερειακής Ανάπτυξης και του Ταμείου Συνοχής, στο πλαίσιο των οποίων προβλέπεται ως το 2015 να απασχοληθούν γύρω στα 60.00 άτομα, και να δημιουργηθούν γύρω στις 4.000 μόνιμες θέσεις εργασίας, ενώ από τα 15 έργα και δράσεις του Κοινωνικού Ταμείου υπολογίζεται ότι θα απασχοληθούν 61.000 άτομα και θα δημιουργηθούν περί τις 100.000 μόνιμες θέσεις εργασίας. Κατά συνέπεια, ακόμα κι αν όλα αυτά πραγματοποιηθούν, το πρόβλημα της απασχόλησης του 1.000.000 ανέργων δεν βρίσκει λύση. Εκτός αυτού, υπάρχουν τα προβλήματα από τις ενδογενείς αντιφάσεις εφαρμογής του νέου Μνημονίου και του PSI. Αν και οι εκτιμήσεις της τρόικα προέβλεπαν μικρή ανάκαμψη από το 2013, νεότερες τη μεταθέτουν στο 2014, ενώ το βάθος της ύφεσης στο 2012-13 θα είναι μεγαλύτερο, γεγονός που σημαίνει μικρότερο ΑΕΠ, μεγαλύτερη ανεργία, επιδείνωση αναλογίας χρέους προς ΑΕΠ, νέα μέτρα, νέα ύφεση, κοκ.
Όμως τα προβλήματα δεν σταματούν εδώ. Ακόμα και αν υποθέσουμε ότι από το 2014 ξεκινήσει μια αναιμική ανάπτυξη, προκύπτουν κρίσιμα ερωτήματα για τους πόρους, τα ποιοτικά χαρακτηριστικά, τους φορείς και τον τρόπο κατανομής των αποτελεσμάτων της. Με βάση τα δεδομένα του νέου Μνημονίου, ως το 2020 θα επέλθει τεράστια αναδιανομή εισοδήματος υπέρ των δανειστών, αποστραγγίζοντας πόρους για την ανάπτυξη. Ενδεικτικά σημειώνουμε ότι το 2012 οι δαπάνες για τοκοχρεολύσια υπερβαίνουν τα 60 δισ. ευρώ, ενώ τα φορολογικά έσοδα υπολογίζονται σε 54 δισ.! Ακόμα και με την εφαρμογή του PSI, οι δαπάνες για τόκους και πληρωμές για έντοκα γραμμάτια (βραχυπρόθεσμο χρέος) θα ξεπεράσουν τα 30 δισ. ευρώ. Άρα χωρίς δραστική διαγραφή χρέους, δεν υπάρχουν ουσιαστικά διαθέσιμα κονδύλια για ανάπτυξη. Από την άλλη, οι ρυθμοί αύξησης του ΑΕΠ, με το ευνοϊκότερο σενάριο, δεν θα ξεπεράσουν ως το 2020 κατά μέσο όρο το 2%, πολύ χαμηλός ρυθμός για να επιτευχθεί αναλογία χρέους προς ΑΕΠ 120%.

Αποδιάρθρωση της παραγωγής

Επιπλέον, να σημειώσουμε ότι η προϊούσα την τελευταία δεκαετία παραγωγική αποδιάρθρωση της αγροτικής και βιομηχανικής παραγωγής, σε συνδυασμό με την απουσία κλαδικών πολιτικών με οριζόντιες και κάθετες δράσεις, και οι συνέπειες του σκληρού νομίσματος (ευρώ), δεν δημιουργούν ελπιδοφόρες προοπτικές ανάκαμψης της οικονομίας. Ταυτόχρονα, η απαξίωση των συνεταιρισμών και η ιδιωτικοποίηση δημοσίων επιχειρήσεων αποδυναμώνει ισχυρούς εν δυνάμει αναπτυξιακούς μοχλούς και ο μόνος που απομένει είναι η «αγορά» (ιδιωτική πρωτοβουλία), η οποία, ωστόσο, με την κρατικοδίαιτη νοοτροπία της δεν ανταποκρίνεται στον «ιστορικό» ρόλο της. Το μόνο που απομένει είναι η δημιουργία «ειδικών οικονομικών ζωνών» τριτοκοσμικού τύπου (εργασιακών σχέσεων, φορολογικής «ασυλίας» και κακοποίησης περιβάλλοντος) ως «θερμοκήπιο» δράσης του πολυεθνικού κεφαλαίου. Τέλος, οι μικροεπιχειρήσεις, με την τραπεζική πιστωτική ασφυξία και τα ελάχιστα διαθέσιμα κονδύλια του ταμείου δανειοδοτήσεων ΕΤΕΑΝ, καθώς και την απουσία υποστηρικτικών πολιτικών, δεν δίνουν αισιόδοξη προοπτική στο «αναπτυξιακό όραμα» της κυβέρνησης.
Να σημειώσουμε ότι ο σημαντικότερος παράγοντας στη διαδικασία ανάπτυξη είναι ο εργαζόμενος και η θέση του έχει άμεση σχέση με τον τρόπο κατανομής των αποτελεσμάτων της ανάπτυξης. Με διαχρονική λιτότητα και συρρίκνωση της αγοραστικής δύναμης, αποδυναμώνεται η εγχώρια ζήτηση, ενώ η εξωτερική, για λόγους που αναφέραμε, δεν διαθέτει δυναμισμό. Το τελικό αποτέλεσμα θα είναι παραγωγική στασιμότητα, οικονομική καχεξία και φτωχοποίηση ευρύτερων στρωμάτων. Αυτό είναι εν ολίγοις το αναπτυξιακό μοντέλο που προσφέρουν στον ελληνικό λαό οι κυρίαρχες αστικές δυνάμεις σε συνεργασία με τα υπερεθνικά αφεντικά της ευρωζώνης.

Παραγωγική ανασυγκρότηση και προοδευτική διέξοδος

Υπάρχει όμως εναλλακτική στρατηγική παραγωγικής ανασυγκρότησης, που αντιστοιχεί στα ζωτικά συμφέροντα της μεγάλης πλειοψηφίας του λαού. Είναι η πολιτική της προοδευτικής εξόδου από την κρίση, που η εφαρμογή της προϋποθέτει κυβέρνηση ριζοσπαστικών-αριστερών δυνάμεων με ενεργητική στήριξη της μεγάλης πλειοψηφίας τη κοινωνίας.
Οι βασικοί άξονες της συγκεκριμένης στρατηγικής αφορούν: α) ανατροπή του Μνημονίου και των συνακόλουθων πολιτικών. β) παύση πληρωμών με διαγραφή άνω του 80% του χρέους και εξόφληση υπόλοιπου με ρήτρα ανάπτυξης. γ) Εθνικοποίηση-κοινωνικοποίηση τραπεζών, έλεγχος της ροής κεφαλαίων και αξιοποίηση των λαϊκών αποταμιεύσεων για στήριξη ανάπτυξης. δ) Ανορθωτικό πρόγραμμα ανάπτυξης της γεωργίας, βιομηχανίας, ενέργειας, υποδομών, κλπ, με στόχο τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και αύξηση του ΑΕΠ. ε) Πάταξη της φοροδιαφυγής και φοροκλοπής μαζί και της διαρροής πόρων σε αντιπαραγωγικές και παρασιτικές δραστηριότητες (εξοπλισμούς, μίζες, κρυφές συναλλαγές, κ. ά.). στ) Επαναφορά στο δημόσιο έλεγχο ιδιωτικοποιημένων ΔΕΚΟ και επέκτασή τους σε στρατηγικούς τομείς, ανάπτυξη νέων συνεταιρισμών. ζ) Στήριξη αγοραστικής δύναμης μισθών και συντάξεων, ενίσχυση κοινωνικών και αναπτυξιακών δαπανών. η) Καταπολέμηση καρτέλ και ολιγοπωλιακών δομών, έλεγχος δράσης πολυεθνικών. θ) Ανάπτυξη ισότιμων και αμοιβαία επωφελών σχέσεων με όλες τις χώρες στο πλαίσιο πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής. ι) Εκδημοκρατισμός κράτους, συμμετοχή γνήσιων εκπροσώπων εργαζόμενων στα κέντρα λήψης αποφάσεων, κ. ά.
Η προώθηση της συγκεκριμένης δέσμης μέτρων έρχεται προφανώς σε αντίθεση με το νεοφιλελεύθερο πλαίσιο της ευρωζώνης. Η απάντηση δεν είναι «παραμονή πάση θυσία» στην ευρωζώνη, αλλά υπέρβασή της με στόχο την αναζωογόνηση της οικονομίας και την ελπιδοφόρα προοπτική σε όφελος του ελληνικού λαού και τη κοινωνίας συνολικά.


* Ο Γ. Τόλιος είναι διδάκτωρ οικονομικών, μέλος της ΠΣΕ του ΣΥΡΙΖΑ.

«Κουρέματα» εκατομμυρίων προς εξυπηρέτηση «φίλιων δυνάμεων»

Μέγα ζήτημα μέσα κι έξω από την Ελλάδα προκάλεσε το κούρεμα με… οσμή «εξυπηρέτησης φίλιων δυνάμεων» σε βάρος νοσοκομείων, πανεπιστημιακών και τεχνολογικών ιδρυμάτων, συνδικαλιστικών ενώσεων και άλλων Νομικών Προσώπων, που με νόμο του 1997 υποχρεούνταν να διατηρούν τα διαθέσιμά τους σε λογαριασμούς στην Τράπεζα της Ελλάδα και η τελευταία, με το PSI, αποφάσισε να τα «κουρέψει»… Και λέμε με οσμή «εξυπηρέτησης φίλιων δυνάμεων» – ουσιαστικά δηλαδή με οσμή σκανδάλου – όχι μόνο επειδή σχετικές φήμες έχουν κυκλοφορήσει ευρύτατα και έχουν καταγραφεί ως καταγγελίες σε ρεπορτάζ και ανακοινώσεις επαγγελματικών ενώσεων. Αλλά και επειδή, όπως προκύπτει από τα δημοσιευμένα στοιχεία, για ένα τουλάχιστον ίδρυμα, το Νοσοκομείο Αγίων Αναργύρων, έχουν κουρευτεί διαθέσιμα που είχαν κατατεθεί στην Τράπεζα της Ελλάδας τον Ιανουάριο του 2012, όταν δηλαδή ελληνικά ομόλογα υπήρχαν μόνο στις δευτερογενείς αγορές και πωλούνταν στο 30% της ονομαστικής αξίας. Που θα πει ότι αν όντως η ΤτΕ είχε αγοράσει ΟΕΔ από τη δευτερογενή αγορά εκείνη την εβδομάδα με τα κεφάλαια του Νοσοκομείου Αγίων Αναργύρων, το ίδρυμα σε καμία περίπτωση δεν θα είχε γράψει τις ζημιές που ανακοινώθηκαν… 


Ας τα πάρουμε, όμως, με τη σειρά. Σύμφωνα με το νόμο 2469 του 1997 τα ΝΠΙΔ, όπως και τα Ασφαλιστικά Ταμεία, υποχρεούνται να καταθέτουν τα διαθέσιμα κεφάλαιά τους στην Τράπεζα της Ελλάδας, στο λεγόμενο Κοινό Κεφάλαιο το οποίο επενδύεται σε κινητές αξίες του Δημοσίου, δηλαδή σε έντοκα γραμμάτια και ομόλογα. Με αυτή τη θέσμιση στηρίζονταν επί σειρά ετών ο δημόσιος δανεισμός και παράλληλα τα ιδρύματα είχαν καλές σταθερές αποδόσεις της τάξης του 4% με 5% ετησίως μετά την εισαγωγή της χώρας στο ευρώ.

Σύγχυση και καταγγελίες

Με την αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους, όμως, το λεγόμενο PSI, τα διαθέσιμα κεφάλαια των ιδρυμάτων κουρεύτηκαν κατά 70% μέσο όρο, όσο ήταν δηλαδή περίπου η μείωση της συνολικής παρούσας αξίας του ελληνικού χρέους. Οι διοικήσεις των ΝΠ το έμαθαν λίγες μέρες μετά το PSI, που ολοκληρώθηκε στις 12 Μαρτίου, όταν η Τράπεζα της Ελλάδας τους έστειλε τα σχετικά παραστατικά.
Το θέμα γνωστοποιήθηκε αρχικά από την ιστοσελίδα ygeianews.gr με πληροφορίες των νοσοκομειακών γιατρών, σε ένα άρθρο που εμπεριείχε μια σύγχυση ως προς τους λογαριασμούς των ΝΠΙΔ αλλά και μια ανατριχιαστική καταγγελία: «Άφωνοι έμειναν πολλοί διοικητές νοσοκομείων, πρυτάνεις ΑΕΙ και υπεύθυνοι άλλων οργανισμών του Δημοσίου», έγραψε το ygeianews.gr, «όταν ανακάλυψαν πως έχει εξαφανιστεί το 70% των χρημάτων έντοκων λογαριασμών που διατηρούσαν στην Τράπεζα της Ελλάδος. Οι λογαριασμοί αυτοί δεν είχαν καμία σχέση με ομόλογα – ήταν έντοκοι τραπεζικοί λογαριασμοί στους οποίους “έμπαιναν” επιχορηγήσεις και “έβγαιναν” αναλήψεις για τα έξοδα των οργανισμών. Όπως έγινε γνωστό από τους νοσοκομειακούς γιατρούς την μέρα που “έκλεινε” το PSI και μάλλον λίγο πριν τα μεσάνυχτα, κυβέρνηση και διοικητής της Τράπεζας Ελλάδος αγόρασαν ομόλογα από κατόχους με αυτά τα χρήματα, χωρίς να ρωτήσουν τους καταθέτες των έντοκων λογαριασμών! Οι ομολογιούχοι αυτοί “γλίτωσαν” έτσι το κούρεμα, ενώ ταυτόχρονα ληστεύθηκαν εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ από νοσοκομεία, πανεπιστήμια και άλλους οργανισμούς τελείως απαραίτητα για τη στοιχειώδη διατήρηση της λειτουργίας τους».
Η υποψία δηλαδή των νοσοκομειακών γιατρών που αποτύπωσε το ygeianews.gr ήταν ότι η κυβέρνηση και η ΤτΕ αποφάσισαν να απαλλάξουν κάποιες «φίλιες δυνάμεις» ομολογιούχων από τη χασούρα και πήραν τα δικά τους ομόλογα στην ονομαστική αξία και τα «φόρτωσαν» στα ιδρύματα για να γράψουν αυτά τις ζημιές. Επρόκειτο βέβαια για πολύ τραβηγμένο σενάριο – για κραυγαλέα εξωθεσμική και έκνομη πράξη, που αδυνατεί κανείς να πιστέψει ότι μπορεί να έλαβε χώρα με ευθύνη των ηγετικών στελεχών της ΤτΕ. Όμως το ygeianews μπορούσε ίσως να το ισχυριστεί, καθώς υπήρχαν ενδείξεις προς την κατεύθυνση αυτή, ενώ η αδιαφάνεια περί το πώς ακριβώς έγιναν τα πράγματα από την πλευρά της ΤτΕ δεν βοήθησε στη διάλυση των σχετικών υποψιών.

Οι ζημιές των ιδρυμάτων

Μέσα στις επόμενες μέρες αρχίσαμε σταδιακά να βλέπουμε το μέγεθος των απωλειών για τα ιδρύματα. Ο Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων είχε χάσει, για παράδειγμα, 74 από τα 106 εκατ. ευρώ των διαθεσίμων του, το Τεχνικό Επιμελητήριο περί τα 2 εκατ. ευρώ από το σύνολο των 2.8 εκατ ευρώ, το ΕΜΠ 31 εκατ. ευρώ, το Πανεπιστήμιο της Αθήνας 13 εκατ. ευρώ, το Πάντειο 8 εκατ. ευρώ, το ΤΕΙ της Αθήνας 9,1 εκατ. ευρώ από τα 11 κ.λπ. Από τα διαθέσιμα των νοσοκομείων που έφταναν στα 550 εκατ. ευρώ κουρεύτηκαν τα 100 εκατ.
Έχει ενδιαφέρον το ότι, μεταξύ άλλων, κουρεύτηκε κι ο ερανικός λογαριασμός των μελών της ΕΛΑΣ, με τον οποίο οι αστυνομικοί άρχισαν από το 2000 να συγκεντρώνουν χρήματα από το μισθό τους για να βοηθούν συναδέλφους τους που πάσχουν από σοβαρές ασθένειες. Μάλιστα η Πανελλήνια Ομοσπονδία Αστυνομικών Υπαλλήλων, μαζί με το Σύλλογο Εργαζομένων του Νοσοκομείου Αγίου Ανδρέα της Πάτρας, είναι οι μόνες δύο ενώσεις που έχουν αναγγείλει όχι απλά ότι σκέφτονται αλλά έχουν αποφασίσει να προσφύγουν στη δικαιοσύνη για το κούρεμα, ενώ ειδικώς η ΠΟΑΣΥ έχει θέσει με ανακοίνωσή της το θέμα της φημολογούμενης εξυπηρέτησης «φίλιων δυνάμεων» σε βάρος των νομικών προσώπων αναφέροντας: «Τη στιγμή που οι φήμες και τα δημοσιεύματα οργιάζουν για αγορά ομολόγων την τελευταία στιγμή προκειμένου να απαλλαγούν κάποιοι “ημέτεροι” ομολογιούχοι από τη διαδικασία του κουρέματος, ανακύπτουν σοβαρά ερωτηματικά για το πότε τα χρήματα αυτά έγιναν ομόλογα, ποια ομόλογα αγοράστηκαν και από πού;»

Οι απαντήσεις του Λ. Παπαδήμου

Κάποιες πρώτες –αν και όχι απόλυτα επαρκείς– απαντήσεις έδωσε σε όλα αυτά την Παρασκευή 30 Μαρτίου ο πρωθυπουργός Λουκάς Παπαδήμος, απαντώντας σε σχετική ερώτηση του προέδρου της ΚΟ του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξη Τσίπρα. Ο Αλέξης Τσίπρας είχε ρωτήσει τον πρωθυπουργό γιατί δεν έγινε η επιλογή της επένδυσης των χρημάτων των ΝΠΙΔ σε βραχυπρόθεσμα έντοκα γραμμάτια –τα οποία δεν «κουρεύτηκαν»– αντί των μακροπρόθεσμων ομόλογα και αν σκοπεύει η κυβέρνηση να αποζημιώσει τα ΝΠΙΔ κατ’ εφαρμογή του νόμου που ορίζει ότι όποια κι αν είναι η διαχείριση των κεφαλαίων των ΝΠΙΔ από την ΤτΕ, πρέπει πάντα να εξασφαλίζεται η εκάστοτε επάρκεια των ταμειακών διαθεσίμων τους για την κάλυψη των τακτικών δαπανών τους.
Ο Λουκάς Παπαδήμος απάντησε ότι τα χρήματα των ΝΠΙΔ που κουρεύτηκαν δεν ανήκαν στους λογαριασμούς ταμειακών διαθεσίμων όπως αναφέρθηκε αρχικά, αλλά στους λογαριασμούς διαθεσίμων κεφαλαίων που επενδύονται παραδοσιακά σε ΟΕΔ και πως δεν είναι δυνατό να δοθούν αποζημιώσεις στα ιδρύματα γιατί πρέπει να υπάρξει η ίδια συμπεριφορά εκ μέρους του ελληνικού δημοσίου σε όλους τους ομολογιούχους. Ο πρωθυπουργός πρόσθεσε ακόμη –απαντώντας εμμέσως στις φήμες που κυκλοφορούσαν τις προηγούμενες μέρες περί «φορτώματος» ομολόγων στα ΝΠΙΔ την τελευταία στιγμή– ότι οι τελευταίες αγορές ομολόγων για ΝΠΙΔ είχαν γίνει το Μάιο του 2011 –δηλαδή τρεις μήνες πριν αλλάξει η στρατηγική της ευρωζώνης και της Ελλάδας και υιοθετηθεί η ιδέα του «κουρέματος» του ελληνικού χρέους τον Ιούλιο του 2011– και ότι έκτοτε καμία αγορά δεν είχε γίνει, αλλά ούτε και να ρευστοποιηθούν πλέον τα ΟΕΔ των ΝΠΙΔ ήταν δυνατό, επειδή είχαν κατρακυλήσει στο 50% της αξίας τους.

Το νοσοκομείο Αγίων Αναργύρων

Οι εξηγήσεις αυτές θα μπορούσαν να κριθούν ικανοποιητικές (ως προς το ερώτημα αν φορτώθηκαν τα ΝΠΙΔ με ομόλογα την τελευταία στιγμή προς όφελος άλλων), αλλά δεν εξηγούν μία περίπτωση: του Νοσοκομείου Αγίων Αναργύρων που, σύμφωνα με έγγραφο που δημοσιεύτηκε στο φύλλο της 23ης Μαρτίου 2012 του «Ριζοσπάστη», μετέφερε 700.000 ευρώ από την Εμπορική Τράπεζα στην ΤτΕ στις 27 Ιανουαρίου 2012, και το Μάρτιο πληροφορήθηκε από την ΤτΕ ότι και αυτό το ποσό είχε κουρευτεί κατά 70%. Ένα βασικό ερώτημα λοιπόν παραμένει: πώς γίνεται να κουρεύτηκαν τα 700.000 ευρώ του Νοσοκομείου Αγίων Αναργύρων κατά 70%, αφού κατατέθηκαν στην ΤτΕ στις 27 Ιανουαρίου 2012, δηλαδή οκτώ ολόκληρους μήνες αφότου η ΤτΕ έπαψε –σύμφωνα με τις δηλώσεις του Λ. Παπαδήμου– να αγοράζει ομόλογα;

Μαριάννα Τόλια 

Του
Κώστα Νικολάου*


Μετά το πραξικόπημα στις συλλογικές συμβάσεις εργασίας και την μείωση του βασικού μισθού της ΕΓΣΣΕ κατά 22%, και 32% για τους νέους, οι εργοδότες, όρμησαν να κατασπαράξουν τα θύματά τους. Πληρωμένοι κοντυλοφόροι, αλλά και διάφορα «λογιστικά γραφεία» έχουν αναλάβει το έργο της παραπληροφόρησης, ότι στις 14 -5-2012 λήγουν όλες οι συλλογικές συμβάσεις! Και πως δεν θα ξανά υπογραφούν νέες! Και πως οι εργοδότες μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν! Σπέρνουν έτσι το φόβο και τον τρόμο με σκοπό να γονατίσουν τους εργαζόμενους και να γίνουν η εύκολη λεία.
Συμπεριφέρονται λες και οι Συλλογικές Συμβάσεις ήρθαν από τον ουρανό και δεν υπάρχουν συνδικάτα, σαν να μην υπάρχουν πολιτικές δυνάμεις που στηρίζουν τους εργαζόμενους, λες και σταμάτησε η ζωή και η ταξική πάλη και πως το ΠΑΣΟΚ με την ΝΔ θα είναι ισόβια στην εξουσία.
Τις ΣΣΕ, δεν μας το χάρισε ο Κουτρουμάνης. Έρχονται από πολύ μακριά, κερδήθηκαν με αγώνες και αίμα, αποτελούν την ποιο σκληρή ταξική σύγκρουση, που οι εργαζόμενοι έτσι και τώρα, θα συνεχίσουν τον αγώνα αυτό.

Τι ακριβώς ισχύει;

1 Η μείωση κατά 22% αφορά μόνο το βασικό μισθό της ΕΓΣΣΕ και όσους αμείβονται με τη σύμβαση αυτή. Δεν αφορά όλους τους εργαζόμενους οι οποίοι καλύπτονται από Κλαδικές ή Ομοιοεπαγγελματικές ή Τοπικές ή Επιχειρησιακές, Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας.
Αυτό σημαίνει πως όλοι οι εργαζόμενοι θα πρέπει να σπεύσουν και να μάθουν ποια ή ποιες ΣΣΕ τους καλύπτουν (Κλαδική – Ομοιοεπαγγελματική – Τοπική- Επιχειρησιακή) και να έρθουν σε άμεση επαφή με τα συνδικάτα που υπογράφουν τη σύμβασή τους ή τις συμβάσεις τους.
2 Οι ΣΣΕ με ισχύ πάνω από ένα (1) έτος (είναι οι περισσότερες), ακόμα κι εάν έχουν ημερομηνία λήξης, σύμφωνα το άρθρο 9 του ν. 1876/1990 θεωρούνται αόριστης διάρκειας και με βάση την ΠΥΣ 6 (Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου) «λήγουν» αναγκαστικά στις 14-2-2013.
Αυτό σημαίνει:
α) Για τις ΣΣΕ, που είχαν επεκταθεί ως γενικά υποχρεωτικές, η ισχύς αφορά το σύνολο των εργαζομένων και των εργοδοτών και όχι μόνο τα μέλη. Κατά συνέπεια, οποιαδήποτε μείωση, ακόμα και με υπογραφή «ατομικής συμφωνίας», θεωρείται άκυρη. Στις περιπτώσεις αυτές, και για διάστημα (5) ετών, οι εργαζόμενοι διατηρούν το δικαίωμα δικαστικής διεκδίκησης.
β) Για τις ΣΣΕ, που δεν είχαν επεκταθεί ως γενικά υποχρεωτικές, η ισχύς αφορά μόνο τα μέλη συνδικαλιστικών οργανώσεων (εργατικών και εργοδοτών) που υπογράφουν τη σύμβαση και δεσμεύονται από αυτή. Για τα μη μέλη, για να γίνει μείωση αποδοχών, θα πρέπει να συναινέσουν και οι μισθωτοί με υπογραφή νέας «ατομικής συμφωνίας», διαφορετικά η οποιαδήποτε μείωση είναι άκυρη.
γ) Όταν θα λήξουν οι ΣΣΕ αυτές, συνεχίζουν για 3 μήνες να έγουν κανονιστική ισχύ και εάν δεν έχουν καταγγελθεί ενωρίτερα, ισχύουν έως τις 14-5-2013. Μετά την ημερομηνία αυτή, έως ότου υπογραφεί νέα σύμβαση, ο βασικός μισθός, τα επιδόματα ωρίμανσης (πολυετίες), τέκνων, σπουδών και επικίνδυνης εργασίας, περνούν στους όρους ατομικής σύμβασης. Για να αλλάξουν, απαιτείται η συναίνεση των μισθωτών.
3 Για τις ΣΣΕ (είναι ελάχιστες) που έχουν καταγγελθεί και μέχρι την 14-2-2012 έχει παρέλθει και το 6μηνο παράτασης σύμφωνα με το άρθρο 9 του ν. 1876/1990, θα πρέπει έως της 14-5-2012 να υπογραφούν νέες. Έως την ημερομηνία αυτή, όλα τα προβλεπόμενα των συμβάσεων αυτών ισχύουν ως όροι ατομικής σύμβασης, και μετά τις 14-5-2012. Έως ότου υπογραφεί νέα σύμβαση, στους όρους αυτούς παραμένουν, ο βασικός μισθός, τα επιδόματα ωρίμανσης (πολυετίες), τέκνων, σπουδών και επικίνδυνης εργασίας.
4 α) Στο εξής, (μετά την 14-2-2012) οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας θα συνάπτονται για ορισμένο χρόνο ισχύος, η διάρκεια του οποίου δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα (1) έτος και δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τρία (3) έτη.
β) Οι κανονιστικοί όροι συλλογικής σύμβασης που θα λήξει ή θα καταγγελθεί, εξακολουθούν να ισχύουν για ένα τρίμηνο από τη λήξη ή την καταγγελία τους.
γ) Μετά το πέρας του τρίμηνου και έως ότου υπογραφή νέα Συλλογική Σύμβαση, ο βασικός μισθός, τα επιδόματα ωρίμανσης (πολυετίες), τέκνων, σπουδών και επικίνδυνης εργασίας που προβλέπονται από αυτή, παραμένουν στους όρους της ατομικής σύμβασης και για να αλλάξουν απαιτείται η συναίνεση των μισθωτών.
δ) Στο εξής, οι ΣΣΕ δεν θα επεκτείνονται ως γενικά υποχρεωτικές, και ισχύουν μόνο για τα μέλη συνδικαλιστικών οργανώσεων (εργατικών και εργοδοτών) που υπογράφουν την σύμβαση και θα δεσμεύονται από αυτή. Για τα μη μέλη θα ισχύουν ως όροι ατομικής σύμβασης.
5 Εφιστούμε την προσοχή στους εργαζόμενους και στα συνδικάτα. Πολλά από τα λεγόμενα επιδόματα τα οποία ρυθμίζουν οι Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας και τα οποία ο Κουτρουμάνης με την κυβέρνηση σπεύδουν να τα εξαφανίσουν, στην ουσία δεν είναι επιδόματα, αλλά είναι πρόσθετη αμοιβή για πρόσθετη απασχόληση. Είναι η αποζημίωση για πρόσθετες εργασίες που ανατίθενται στους εργαζόμενους, πέραν των καθηκόντων τους και εντός των νομίμων ωραρίων.
Παρά το γεγονός ότι οι Συλλογικές Συμβάσεις ρυθμίζουν χρηματικά ποσά για πρόσθετες εργασίες, αυτό δεν σημαίνει πως εάν μια ΣΣΕ που ρυθμίζει τέτοιου είδους ποσά δεν ανανεωθεί, αυτά χάνονται. Αντίθετα, η πρόσθετη αμοιβή για πρόσθετη απασχόληση προστατεύεται από το άρθρο 659 του Αστικού Κώδικα, και οι εργαζόμενοι διατηρούν το δικαίωμα δικαστικής διεκδίκησης μέχρι και 5 χρόνια.
Είναι γεγονός πως η περίοδος της χαλαρότητας και της «εργασιακής ειρήνης» τελείωσε. Οι εργαζόμενοι μπαίνουν σε πιο δύσκολη και πιο σκληρή δοκιμασία, και η ατομική ευθύνη για τον καθένα χωριστά αυξάνεται. Η μαζικότητα των συνδικάτων αλλά και η αναδιοργάνωσή τους είναι πλέον μονόδρομος. Η ταξική πάλη είναι εδώ και, θέλω να πιστεύω, οι εργαζόμενοι δεν θα λυγίσουν, θα μείνουν όρθιοι και θα αντισταθούν.

* Ο Κώστας Νικολάου είναι μέλος της Διοικούσας Επιτροπής ΚΕΠΕΑ/ΓΣΕΕ.

Ο αγώνας των εργαζομένων ΙΓΜΕ συνεχίζεται

 

Του
Ν. Γεωργακάκη


Στον φορέα ΕΚΒΑΑ-ΙΓΜΕ που διαδέχτηκε το Ινστιτούτο Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών (Ι ΓΜΕ), οι εργαζόμενοι του αγωνίζονται για την αναβάθμιση του ρόλου του και για τη γενικότερη συμβολή του στην ανάπτυξη του τόπου. Τα τελευταία δύο χρόνια σχεδιάστηκε η διάλυσή του με βάση την επιθυμία και τις πιέσεις οικονομικών συμφερόντων, που αποφάσισε η τρόικα να ικανοποιήσει. Ο σχεδιασμός αυτός πήρε συγκεκριμένη μορφή από τον Ιούνιο 2011 με απόφαση της κυβέρνησης Παπανδρέου για κλείσιμο ή ουσιαστική διάλυσή του. Η απόφαση αυτή ενσωματώθηκε στο μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα της κυβέρνησης. Από τότε ο αγώνας των εργαζομένων για τη σωτηρία του ΙΓΜΕ και των εργαζομένων του είναι συνεχής.

Συνεχείς κινητοποιήσεις

Το συνδικάτο των εργαζομένων αγωνίζεται εδώ και δέκα μήνες με όλες τις μορφές, όπως απεργίες, συγκεντρώσεις και καταλήψεις των κτιρίων του ΙΓΜΕ, με συγκεντρώσεις στα κτίρια του ΥΠΕΚΑ, του υπουργείου Οικονομικών , στη Βουλή και στο Μαξίμου.
Οι κινητοποιήσεις αυτές είχαν την ομόφωνη και καθολική συμμετοχή των εργαζομένων και απέτρεψαν την οριστική υλοποίηση των σχεδίων ως σήμερα.
Ο αγώνας αυτός, με την συμπαράσταση που βρήκε, πήρε πανελλαδικό χαρακτήρα. Πήρε χαρακτήρα καθολικής αποδοχής από την κοινωνία, ενώ δεν βρέθηκε κανείς, ουσιαστικά, από την κυβέρνηση, να τεκμηριώσει το λόγο που επέβαλε την ουσιαστική διάλυση του ΙΓΜΕ.
Στην υποστήριξη του ΙΓΜΕ και τον αγώνα των εργαζομένων έχουν ενώσει την φωνή τους ως σήμερα πολυάριθμοι φορείς (π.χ. ΟΤΑ, Επιστημονικοί – Επαγγελματικοί Φορείς, Συνδικάτα, αλλά και παράγοντες του τόπου(καθηγητές ΑΕΙ, πρώην μέλη ΔΣ ΙΓΜΕ, κ.ά.) που επισημαίνουν, πως, η υλοποίηση μιας τέτοιας απόφασης θα αποτελέσει ολέθριο λάθος της σημερινής Κυβέρνησης χωρίς δυνατότητα επανόρθωσης.

Κρίσιμη καμπή

Σήμερα, ο αγώνας έχει μπει στην τελική και πολύ κρίσιμη φάση, επειδή η κυβέρνηση φαίνεται να έχει δεσμευτεί στην τρόικα να κλείσει και αυτό το θέμα πριν τις εκλογές.
Οι εργαζόμενοι του ΙΓΜΕ εντείνουν τον αγώνα τους, για να διασφαλιστεί η παραμονή του υποστηρικτικού προσωπικού του ΙΓΜΕ και να μην απολυθούν προεκλογικά και παραμονές του Πάσχα 130 εργαζόμενοι. Η διοίκηση του ΕΚΒΑΑ- ΙΓΜΕ μπροστά στην κατακραυγή των εργαζομένων δεν τολμούσε να συνεδριάσει και να πάρει αποφάσεις, ή σήμερα να επικυρώσει πρακτικά της τελευταίας επεισοδιακής συνεδρίασης της 20/3, που το συνδικάτο δεν θεωρεί νόμιμη. Γι αυτό μεθοδεύει επικύρωση δια περιφοράς.
Τελευταία κινητοποίηση του Συνδικάτου έγινε την Πέμπτη 5/4/2012 στο Μαξίμου, προκειμένου, έστω την ύστατη ώρα, να αναλάβει ο πρωθυπουργός την ευθύνη του απέναντι σε ένα ινστιτούτο με 60 χρόνια προσφοράς στην έρευνα του ορυκτού πλούτου και την οικονομική ανάπτυξη του τόπου προς όφελος του λαού.
Ο αγώνας των εργαζομένων, με βάση την απόφασή τους, δεν θα σταματήσει, αλλά θα συνεχιστεί με κάθε τρόπο, τόσο στο νομικό πεδίο όσο και με συνέχιση των αγωνιστικών κινητοποιήσεων, με την πίστη πως στο τέλος θα δικαιωθούν.
Ο αγώνας των εργαζομένων πρέπει και στο επόμενο διάστημα να στηριχτεί, για να αποτραπεί η καταβαράθρωση του δημόσιου φορέα βασικής και εφαρμοσμένης έρευνας, που η ύπαρξη και η λειτουργία του αποτελεί προϋπόθεση για μια αναπτυξιακή προοπτική της χώρας με αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου, ορθολογική διαχείριση του υδατικού δυναμικού και στήριξη των μεγάλων τεχνικών έργων.