Τελικά είναι πολύ πιθανό να εκδοθούν ευρωομόλογα. Η συζήτηση πλέον αφορά πολύ περισσότερο τους όρους απ’ όσο αν θα εκδοθεί. Πρόκειται για ευρωομόλογο που αποσκοπεί στη χρηματοδότηση των ελλειμμάτων των κρατών της ευρωζώνης, γιατί ομόλογα «ειδικού σκοπού» έχουν ήδη εκδοθεί και προβλέπονται από τις Συνθήκες. Αλλά και για τη χρηματοδότηση των ελλειμμάτων της Ιρλανδίας εκδόθηκαν ήδη ομόλογα, με μεγάλη επιτυχία μάλιστα. Αυτά όμως περιορίζονταν στην άντληση πόρων από το ειδικό ταμείο σταθερότητας που συστάθηκε, ενώ η συζήτηση αφορά τη μόνιμη έκδοση ομολόγων? τα κράτη μέλη δεν θα δανείζονται πλέον απευθείας από την χρηματαγορά, αλλά θα μεσολαβεί μια ειδική υπηρεσία της Ένωσης. Στις μέχρι τώρα συζητήσεις έχει επικρατήσει η θέση να χρηματοδοτείται με αυτόν τον τρόπο μόνο ένα μέρος των ελλειμμάτων – αναφέρονται ποσοστά από 40 έως 60% του ΑΕΠ κάθε χώρας.
Αντίθετα με την παλιά πρόταση του Ζακ Ντελόρ, που αφορούσε όμως την έκδοση ομολόγων για τη χρηματοδότηση έργων υποδομής σε ενωσιακή κλίμακα, οι διάφορες προτάσεις συμφωνούν τα ομόλογα να μην τα εγγυάται ο ενωσιακός προϋπολογισμός, αλλά όλα μαζί τα κράτη μέλη. Ο λόγος είναι ότι στην αντίθετη περίπτωση ο προϋπολογισμός της Ένωσης θα έπρεπε να αυξηθεί δραματικά, και αυτό προσκρούει κυρίως στις αντιρρήσεις των κρατών που χρηματοδοτούν τον προϋπολογισμό, εισφέρουν δηλαδή περισσότερα από όσα εισπράττουν.
Οι αντιρρήσεις που προβάλλουν οι Γερμανοί, οι Ολλανδοί και οι Φιλανδοί για την έκδοση ευρωπαϊκών ομολόγων βασίζονται σε δύο επιχειρήματα: πρώτον ότι η ελάφρυνση των χρεωμένων κρατών θα οδηγήσει σε χαλάρωση της δημοσιονομικής τους πολιτικής και δεύτερον ότι οι ίδιοι θα επιβαρυνθούν με υψηλότερα επιτόκια, αφού, όπως λένε, το επιτόκιο των ευρωομολόγων θα είναι κοντά στον μέσο όρο των επιτοκίων της ευρωζώνης. Το δεύτερο επιχείρημα δεν ευσταθεί. Μια ενιαία ευρωπαϊκή αγορά ομολόγων θα προσέλκυε πιθανότατα κεφάλαια που σήμερα είναι δεσμευμένα στο δολάριο? το ευρώ θα μπορούσε να εξελιχθεί σε αποθεματικό νόμισμα με μεγάλη ζήτηση, κι αυτό θα έριχνε σημαντικά τα επιτόκια, τα οποία δεν εξαρτώνται αποκλειστικά από τη δημοσιονομική κατάσταση –το χρέος και τα ελλείμματα– του κάθε κράτους, αλλά και από το μέγεθός του. Γι’ αυτό λ.χ. η Ολλανδία πληρώνει υψηλότερα επιτόκια από τη Γερμανία, κι ας έχει πολύ μικρότερο δημόσιο χρέος. Οι ΗΠΑ, μετά την υποβάθμιση της πιστοληπτική τους ικανότητας, πληρώνουν χαμηλότερα επιτόκια από την Γερμανία και τις άλλες χώρες άριστης αξιολόγησης.
Το πρώτο επιχείρημα είναι σοβαρότερο, αν παραλλαχτεί λίγο: με την πίεση του υψηλού χρέους που δεν μπορεί να εξυπηρετηθεί και των ενωσιακών «μηχανισμών στήριξης» επιβάλλεται μια συγκεκριμένη δημοσιονομική πειθαρχία, που αφορά τη μείωση των κοινωνικών δαπανών και τις ιδιωτικοποιήσεις, και μια συγκεκριμένη πολιτική για την αύξηση της ανταγωνιστικότητας που περιλαμβάνει τη μείωση των μισθών, την κατάργηση της προστασίας της εργασίας. Αυτά που επιβάλλονται στις πιο αδύναμες χώρες αντανακλούν και στις ισχυρότερες, κι έτσι αλλάζουν συνολικά, πανευρωπαϊκά, οι σχέσεις κεφαλαίου-εργασίας προς όφελος του κεφαλαίου. Κοντολογίς: ένας θύλακας με κινεζικές σχέσεις εργασίας στην Ελλάδα (οι ζώνες με ιδιαίτερο οικονομικό καθεστώς που ζητούν γερμανικά οικονομικά ινστιτούτα) θα ακτινοβολεί σε ολόκληρη την Ένωση, θα συμβάλλει στη μείωση των μισθών κ.λπ.
Γι’ αυτόν τον λόγο ο γερμανός υπουργός Οικονομικών, αλλά και ο πρόεδρος των γερμανών σοσιαλδημοκρατών θέτουν ως όρο για την έκδοση ευρωομολόγου να παραιτηθούν οι χρεωμένες χώρες από μέρος της δημοσιονομικής τους κυριαρχίας. Βέβαια, όλες οι χώρες της ευρωζώνης, αλλά και ολόκληρης της Ένωσης έχουν εκχωρήσει δημοσιονομικά κυριαρχικά τους δικαιώματα στις Βρυξέλλες. Αυτό όμως αφορά δείκτες, τους περίφημους δείκτες του Συμφώνου σταθερότητας. Ο Σόιμπλε και ο Γκάμπριελ απαιτούν έλεγχο και των μέτρων: της φορολογίας, των δαπανών, μέχρι και των αμυντικών δαπανών που μέχρι τώρα είναι τυπικά το τελευταίο πεδίο πλήρους εθνικής κυριαρχίας.
Τον καιρό που το ευρωομόλογο είχε προταθεί για πρώτη φορά, ήταν ένα μέτρο που, με χαμηλό κόστος, θα απέτρεπε την κρίση χρέους στην Ευρώπη. Τότε θα έδινε σήμα στους κερδοσκόπους ότι γενικά ο τζόγος εις βάρος κρατών της Ένωσης δεν έχει νόημα. Επίσης, όπως είχε προταθεί τότε, θα απέφερε πόρους για μια πανευρωπαϊκή πολιτική δημόσιων δαπανών για την καταπολέμηση της κρίσης. Σήμερα, όπως προτείνεται, θα είναι ένα μέτρο ελέγχου των αδύναμων κρατών και θα χρησιμεύσει για τη φθηνότερη αναχρηματοδότηση του χρέους.
Από ορισμένες πλευρές το ευρωομόλογο προβάλλεται σαν η μοναδική διέξοδος από την κρίση χρέους. Και είναι η μοναδική διέξοδος, εφόσον παραμένει άθικτη η σύνδεση του κρατικού δανεισμού με τους ιδιώτες κερδοσκόπους. Η άλλη λύση, ο απευθείας (ή μέσω άλλου δημόσιου ευρωπαϊκού ιδρύματος) δανεισμός από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα στέγνωνε την αγορά κρατικών ομολόγων και θα μείωνε τα κέρδη των τραπεζών, κι επίσης θα ανέκοπτε την εξέλιξη του ευρώ σε διεθνές νόμισμα με μειωτική συνέπεια για τη θέση της Ένωσης στον διεθνή ιμπεριαλιστικό ανταγωνισμό. Και αυτή η λύση όμως δεν απαντά στο πρόβλημα του ύψους του χρέους στις υπερχρεωμένες χώρες (Ελλάδα, Ιταλία, Ιρλανδία, Πορτογαλία, Βέλγιο και Γερμανία – το ισπανικό χρέος δεν είναι τόσο υψηλό). Αυτό γίνεται μόνο με κούρεμα εν θερμώ, δηλαδή με απόφαση των ευρωπαϊκών κρατών ότι δεν θα το πληρώσουν όλο, ή εν ψυχρώ, δηλαδή να το αγοράσει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σε τρέχουσες τιμές –για την Ελλάδα και την Ιρλανδία, που θα είναι τότε οφειλέτες της ΕΚΤ, σημαίνει αυτό 40% λιγότερο από την ονομαστική αξία– και να το πληρώσει τυπώνοντας χρήμα.
Και βέβαια, καμία από αυτές τις λύσεις δεν απαντά στο ίδιο το ζήτημα του δημόσιου χρέους. Ο Όσκαρ Λαφοντέν σε πρόσφατη συνέντευξή του έλεγε για το δημόσιο χρέος ότι είναι το άθροισμα των περιουσιών των πλουσίων – πράγματι στην Ευρώπη τα δύο μεγέθη είναι περίπου ίσα. Είναι οι φόροι που δεν πλήρωσαν και τα κέρδη που τους αποφέρει η πολιτική που ασκείται.
Θ.Π.
| < Προηγούμενο | Επόμενο > |
|---|