Αρχείο



ΟΙ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΙ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΙΩΝ ΑΣΤΩΝ ΕΝΙΣΧΥΟΥΝ ΤΙΣ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΤΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ ΤΟΥ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΗΠΕΙΡΟ

 

Του
Θόδωρου Παρασκευόπουλου

Είναι εμφανές ότι η ευρωπαϊκή ηγεσία έχει αποτύχει να δαμάσει την κρίση. Αντίθετα όλοι τους έχουν προσηλωθεί να μειώσουν κι άλλο το μερίδιο των μισθών και των κοινωνικών δαπανών στο εθνικό εισόδημα.
Αυτή η πολιτική διαλύει την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωζώνη. Πρώτα ιδεολογικά: ο κόσμος ταυτίζει την ένωση της Ευρώπης με όσα του συμβαίνουν κι έτσι αρχίζει να την αποστρέφεται. Το ιδεώδες της ειρηνικής συμβίωσης των λαών της και της κοινωνικής ασφάλειας χλωμιάζει. Αλλά γιατί το σχέδιο της πολιτικής, οικονομικής και νομισματικής ένωσης αποδεικνύεται πολυδάπανο και, υπό τις παρούσες συνθήκες, ανέφικτο: η επιδίωξη ενός ισχυρού στρατιωτικού, πολιτικού, οικονομικού και νομισματικού κέντρου, ενός ιμπεριαλιστικού πόλου, που θα συνεργάζεται επί ίσοις όροις με τις ΗΠΑ και θα τις ανταγωνίζεται κιόλας, προϋποθέτει πολιτική συνοχής^ εάν οι Έλληνες και οι Πορτογάλοι είναι να πιστέψουν ότι η Ευρώπη έχει αποστολή στον κόσμο και ότι αξίζει να τους βάλουν όλους κάτω, όπως πιστεύουν π.χ. στις ΗΠΑ για τη χώρα τους, χρειάζεται αυτή η Ευρώπη κάτι να προσφέρει στους λαούς της, και στην ευρωπαϊκή παράδοση αυτό είναι ευημερία. Αντίθετα, τα ευρωπαϊκά κράτη στην κρίση επιδίωξαν το καθένα το συμφέρον των δικών του καπιταλιστών εις βάρος των άλλων και κατόπιν, όλα μαζί και με πρόφαση την κρίση, να επιβάλουν σε ολόκληρη την ήπειρο το μοντέλο του αχαλίνωτου καπιταλισμού εις βάρος των εργαζόμενων.

Οι αστοί δεν το έχουν!

Οι ευρωπαίοι αστοί «δεν το έχουν». Είναι πια ανίκανοι να οδηγήσουν κοινωνίες στην τεράστια συγκέντρωση δυνάμεων που απαίτησε άλλοτε η ανάπτυξη των μεγάλων ιμπεριαλιστικών μορφωμάτων. Έτσι κι αλλιώς δεν μπορούν να ενώσουν την Ευρώπη για την ειρήνη, αλλά δεν τα καταφέρνουν να την ενώσουν ούτε για τους δικούς τους απεχθείς σκοπούς της διεθνούς κυριαρχίας.
Είναι λοιπόν η ώρα του εργατικού κινήματος, η ώρα μας; Αυτό έχει άλλες προϋποθέσεις που μέχρι τώρα δεν έχουμε μπορέσει να τις εκπληρώσουμε. Η ουσιωδέστερη είναι η συνένωση των ευρωπαϊκών εργαζόμενων τάξεων γύρω από το πρόγραμμα του σοσιαλισμού, δηλαδή το πρόγραμμα της κατάργησης της αστικής εξουσίας και της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας.
Η δική μας καθυστέρηση επιτρέπει να συμβαίνουν όσα συμβαίνουν εις βάρος των λαϊκών τάξεων. Επίσης όμως αυτή η αδυναμία παράγει και στις τάξεις μας ανορθολογικές προσεγγίσεις –φυγές από την πραγματικότητα–, όπως ο «νομισματικός» δρόμος για τον σοσιαλισμό που προτείνουν οι θιασώτες της αποχώρησης από την ευρωζώνη και την Ε.Ε.
Η γενίκευση της κρίσης και η πολιτική που ασκείται ενισχύουν τα επιχειρήματά μας: πρώτον ότι χρειάζεται ευρωπαϊκή πολιτική διεξόδου, και δεύτερον ότι η αστική πολιτική δεν μπορεί να την προσφέρει. Η ελπίδα ότι τη διέξοδο αυτή μπορούν να τη δώσουν οι αστικές πολιτικές δυνάμεις, δηλαδή η επιδίωξη της λεγόμενης μεταρρύθμισης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι αυταπάτη: υπονοεί τη διαιώνιση της συνεργασίας και συναλλαγής συντηρητικών και σοσιαλδημοκρατών και των συμβιβασμών μεταξύ τους, όπως το Μάαστριχτ και τα επακόλουθα σε συνδυασμό με τον εθνικοκρατικό αστικό ανταγωνισμό, ακριβώς αυτό που απέτυχε.

Η φυγή
από την πραγματικότητα

Και την ίδια ώρα που τα δικά μας επιχειρήματα τα ενισχύει η πραγματικότητα και, προπάντων, με τη γενίκευση της πολιτικής της λιτότητας ο εθνικός ανταγωνισμός των εργαζομένων χάνει τη δικαιολόγησή του σε ευρωπαϊκή κλίμακα, προβάλλεται στην ελληνική Αριστερά η φυγή από το πεδίο που έχει διαμορφωθεί ιστορικά, και η επιστροφή στον εθνικοκρατικό κατακερματισμό – δηλαδή οι Έλληνες εργάτες να ανταγωνίζονται τους Πορτογάλους και τους Γερμανούς και τους Κύπριους και τους Ιταλούς με όπλο ο καθένας το εθνικό του νόμισμα και προς όφελος των εθνικών καπιταλιστών του, οι οποίοι μάλιστα θα είναι συνασπισμένοι και διαπλεγμένοι με τους καπιταλιστές των άλλων χωρών.
Δεν είναι τυχαίο, κατά τη γνώμη μου, ότι οι υποστηρικτές της εξόδου από την ευρωζώνη δεν αναφέρουν τη φορολογία του πλούτου ως μέσο για την καταπολέμηση των ελλειμμάτων και του χρέους και ότι, όταν μιλούν για στάση πληρωμών και για διαγραφή μέρους του χρέους, προτάσσουν το «εξωτερικό χρέος», δηλαδή τους «ξένους» ομολογιούχους έναντι των Ελλήνων.
Η ταύτιση της ένωσης της Ευρώπης με όσα παθαίνει ο κόσμος είναι ιδεολογική λειτουργία με πολλαπλά αποτελέσματα. Οδηγεί σε απαλλαγή των εθνικών κυβερνήσεων και των εθνικών καπιταλιστών από τις ευθύνες τους^ οδηγεί ακόμα στην αναπόληση ενός εξωραϊσμένου παρελθόντος, με παραγνώριση των ιδιαίτερων, ανεπανάληπτων χαρακτηριστικών του^ οδηγεί επίσης στην συγκάλυψη της πραγματικότητας: στη θέση της προσπάθειας των αστικών τάξεων της Ευρώπης να επιβάλουν ολοκληρωτικά τα συμφέροντά τους εις βάρος των εργαζόμενων μπαίνει η σύγκρουση των ευρωπαϊκών εθνών: αντί του καπιταλιστή ο «ξένος»^ αντί της καπιταλιστικής Ευρώπης η «η γερμανική Ευρώπη»^ αντί της τάξης το έθνος.

Και οικονομικό το αδιέξοδο

Εκτός από το πολιτικό αδιέξοδο αυτού του «νομισματικού δρόμου προς τον σοσιαλισμό» που προτείνουν οι θιασώτες της δραχμής, υπάρχει και το οικονομικό αδιέξοδο αυτής της πρότασης: οδηγεί σε μια διαδικασία διαρκών υποτιμήσεων, τις οποίες δεν θα ελέγχει η εθνική νομισματική αρχή, αλλά οι «αγορές» – η εθνική νομισματική κυριαρχία είναι φαντασμαγορία. Οι υποτιμήσεις θα εξανεμίσουν αμέσως το όποιο όφελος από την αμφίβολη διαγραφή μέρους του χρέους, με παράλληλη ταχεία πτώχευση των λαϊκών τάξεων. Επιπλέον, τότε θα αποκαλυφθεί η αυταπάτη της υποτίμησης ως μέσου ανάπτυξης, την οποία υπαινίσσονται όσοι μιλούν για εφαρμογή «νέας εθνικής νομισματικής πολιτικής με αποκλειστικά αναπτυξιακά κριτήρια και κριτήρια ενίσχυσης της απασχόλησης». Διότι η επιτυχία αυτού του μέσου έχει δύο προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν και που απουσιάζουν στην περίπτωση της Ελλάδας. Η πρώτη είναι η ύπαρξη παραγωγής ευρέος φάσματος, ώστε τα εισαγόμενα προϊόντα που θα ακριβύνουν με την υποτίμηση να τα υποκαταστήσουν εγχώρια προϊόντα, δηλαδή η ανάπτυξη και η απασχόληση πρέπει να συμφέρουν τους αστούς.
Η δεύτερη είναι ένα εξαιρετικά χαμηλό και περιορισμένο επίπεδο εγχώριας κατανάλωσης της μεγάλης πλειονότητας, ώστε η υποτίμηση να επιδρά ευνοϊκά στις τιμές εξαγόμενων προϊόντων χωρίς να υπάρχουν παρενέργειες με την αύξηση των τιμών των εισαγόμενων. Τότε μπορεί με κατάλληλη δασμολογική πολιτική και με επιδοτήσεις να περιοριστούν οι εισαγωγές στα απολύτως αναγκαία μέσα παραγωγής και κατανάλωσης και να δοθεί ώθηση στην ανάπτυξη.
Υπάρχει και μια τρίτη εναλλακτική ή συμπληρωματική προϋπόθεση: ότι η χώρα που αναλαμβάνει αυτό το εγχείρημα βρίσκεται σε πολιτικά και οικονομικά ευνοϊκό περιβάλλον, ότι δηλαδή ένα υπολογίσιμο τμήμα της υφηλίου ακολουθεί αυτόν τον δρόμο, αφού μάλιστα και η αποτελεσματικότητα της «στάσης πληρωμών» ως μέσου για την επιβολή διαπραγμάτευσης και διαγραφής μέρους του χρέους, δεν εξαρτάται από τη βούληση της όποιας εθνικής κυβέρνησης, αλλά σε μεγάλο βαθμό από τον διεθνή συσχετισμό. Διαφορετικά η πορεία που διαγράφουν οι προτάσεις της νομισματικής εθνικοφροσύνης εμπεριέχει μεγάλη μείωση του βιοτικού επιπέδου των λαϊκών μαζών και αυταρχικά μέτρα με αμφίβολα αποτελέσματα.

Ταξικός ο χαρακτήρας
του χρέους

Η πρόταση για στάση πληρωμών και αλλαγή νομίσματος, εκτός των άλλων, παρακάμπτει τον ταξικό χαρακτήρα του χρέους: παραβλέπει ότι το δημόσιο χρέος είναι πάντα οι φόροι που δεν πλήρωσαν οι πλούσιοι^ με αυτή την πρόταση, όσοι επωφελήθηκαν από τη δημιουργία του μένουν στο απυρόβλητο. Αυτή η συγκάλυψη είναι αναγκαία για να παρουσιαστεί το χρέος σαν εθνική υπόθεση, κάτι μεταξύ Ελλήνων και ξένων. Ακόμα και η συμπλήρωση για την «εθνικοποίηση-κοινωνικοποίηση» των τραπεζών είναι στο ίδιο αταξικό πλαίσιο. Διότι σημαίνει να αναλάβει το Δημόσιο χρεοκοπημένες τράπεζες μαζί με όλες τις υποχρεώσεις τους.
Η αποτυχία των αστικών δυνάμεων να δαμάσουν την κρίση και να ενώσουν την Ευρώπη δεν ενισχύει αυτόματα τη θέση του εργατικού κινήματος και της Αριστεράς, οπωσδήποτε όμως προσφέρει επιχειρήματα. Η καταγγελία αυτής της ανικανότητας, η ανάδειξη των αντικειμενικών αιτίων της και η προβολή ενός ευρωπαϊκού προγράμματος του σοσιαλισμού στην ήπειρό μας διευκολύνονται.
Δεν λέω, είναι αλήθεια ότι μία χώρα μόνη, και μάλιστα μικρή, δεν μπορεί μέσα στο ασφυκτικό πλαίσιο των Ευρωπαϊκών Συνθηκών και θεσμών να ασκήσει προοδευτική, φιλολαϊκή, όπως λέμε, πολιτική. Μπορεί όμως εκτός αυτού του πλαισίου; Είναι οι Ευρωπαϊκές Συνθήκες η αιτία ή αυτές αποτυπώνουν τον σημερινό συσχετισμό; Και κατά πόσο μπορεί ένα μικρό κράτος να διαρρήξει σήμερα το πλαίσιο που επιβάλλει αυτός ο συσχετισμός; Αντίθετα με όσα λέγονται, η αντίσταση εντός της Ένωσης και η απόρριψη της πολιτικής και των μέτρων που επιβάλλονται από την Ένωση και η ακύρωση της εφαρμογής τους –π.χ. του Μνημονίου–, η απόρριψη Συνθηκών, όπως κάνανε οι Γάλλοι, οι Ολλανδοί και οι Ιρλανδοί, είναι, κατά τη γνώμη μου ο ρεαλιστικότερος δρόμος για τη συνολική αλλαγή στην Ευρώπη.

Ποιος θα ευθύνεται
για τυχόν διάλυση της ΕΕ;

Καθώς δεν μπορεί κανείς να προβλέψει πώς θα διαμορφωθούν μακροπρόθεσμα οι συσχετισμοί στα ευρωπαϊκά κράτη, δεν ξέρουμε τι επιφυλάσσει το μέλλον: Πώς θα είναι το τοπίο μετά την κρίση; Θα αντέξει η νομισματική ένωση ή θα τιναχτεί στον αέρα; Θα οδηγηθεί η Ένωση σε στενότερη ή σε χαλαρότερη μορφή ενότητας; Θα υπάρξουν ανατροπές σε μεγάλο τμήμα της ηπείρου, σε λίγες μόνο ή σε μία κιόλας χώρα ή θα ηττηθούν παντού το εργατικό κίνημα και η Αριστερά; Θα μπορέσουν ανατροπές σε εθνικοκρατικό επίπεδο να μεταφερθούν στους ενωσιακούς θεσμούς; Θα αντέξει η συνοχή της Ένωσης τέτοιου είδους ανατροπές ή η Ένωση θα εκραγεί και θα διασπαστεί;
Αυτά είναι άγνωστα. Όμως η πολιτική του εργατικού κινήματος και της Αριστεράς δεν μπορεί να μην προσβλέπει στην ανατροπή σε ευρωπαϊκή κλίμακα και να μην την επιδιώκει. Αυτό δεν σημαίνει αποδοχή της αστικής πολιτικής ούτε σε ευρωπαϊκό ούτε σε εθνικοκρατικό επίπεδο, κάθε άλλο. Ακόμα και μέτρα για τη στενότερη συνεργασία, η λεγόμενη «ευρωπαϊκή διακυβέρνηση», υπό αστικό καθεστώς σημαίνουν συνεργασία και διακυβέρνηση εις βάρος των εργαζόμενων τάξεων και, επιπλέον, εντέλει υπονομεύουν την ευρωπαϊκή συνοχή – παράδειγμα η πρόσφατη πολιτική στην κρίση. Η διάσπαση ή και η διάλυση της Ένωσης, με όλους τους κινδύνους που περιέχει, μπορεί να υπάρξει, αλλά θα είναι αποτέλεσμα του ανταγωνισμού και της ιδιοτέλειας των καπιταλιστών, δηλαδή της αστικής πολιτικής, όχι της πολιτικής της Αριστεράς.
Και γι’ αυτόν τον λόγο, εκτός των άλλων, είναι ανορθολογική η επιδίωξη να υποστηρίξει η Αριστερά το πιθανό αποτέλεσμα της αστικής κυριαρχίας στην Ευρώπη, δηλαδή την αποσύνθεση της Ένωσης. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η Αριστερά παραιτείται από τη δυνατότητα να καταγγείλει την αδυναμία των αστών να ενώσουν την Ευρώπη και από την απαίτηση να υπάρξει ένωση αλληλέγγυων κρατών και λαών, εγχειρήματος που μόνο οι εργαζόμενες τάξεις των ευρωπαϊκών χωρών μαζί μπορούν να πραγματοποιήσουν.
 


 



Μοιράσου το:
Facebook! TwitThis buzz! MySpace! Google! Live!

Προσθήκη νέου σχολίου